7/4/2013
Η ανάπτυξη πρέπει να στηριχτεί στην ενίσχυση της ζήτησης
Το γιατί δεν μπορεί να υιοθετηθεί από όλες τις χώρες-μέλη της Ευρωζώνης το εξαγωγικό μοντέλο ανάπτυξης της Γερμανίας και άλλων χωρών του ευρωπαϊκού Βορρά, χωρίς ανυπολόγιστη παραγωγική και κοινωνική καταστροφή και κίνδυνο διάλυσης της Ευρώπης ή ακόμη και πρόκλησης συγκρούσεων με τις υπόλοιπες δυνάμεις της παγκόσμιας οικονομίας, εξηγεί ο καθηγητής Εκχαρντ Χάιν.
Ο καθηγητής θεωρεί πως η Ευρώπη πρέπει να βασίσει την ανάπτυξή της στην ενίσχυση της ενδοευρωπαϊκής ζήτησης, τόσο με πολιτικές ισορροπημένης αύξησης της παραγωγικότητας και των μισθών όσο και με νομισματικά και δημοσιονομικά μέσα υποστήριξης.
Είναι το γερμανικό μοντέλο εξαγώγιμο είδος, ικανό δηλαδή να υιοθετηθεί ή να επιβληθεί στις άλλες χώρες-μέλη της Ε.Ε.;
Υπήρξε υπόδειγμα για άλλες χώρες όπως η Αυστρία, η Ολλανδία κι εν μέρει το Βέλγιο, με την έννοια πως κράτησαν τα μοναδιαία κόστη εργασίας τους χαμηλά, συγκρατώντας τον πληθωρισμό και διατηρώντας μέσω εξαγωγών τη βιομηχανία στον πυρήνα της οικονομίας τους παρά τη γενικότερη τάση διόγκωσης του τομέα των υπηρεσιών. Αλλά βασική προϋπόθεση για να δουλέψει αυτό το μοντέλο, είναι άλλες χώρες και περιοχές του κόσμου να είναι πρόθυμες να δεχθούν αυτές τις εξαγωγές με τη ζήτησή τους. Δηλαδή, να προτίθενται να επωμιστούν ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών, που εν συνεχεία να μπορούν να χρηματοδοτηθούν με εξαγωγές κεφαλαίων από τις πλεονασματικές χώρες.
Οπως οι χώρες του ευρωπαϊκού Νότου;
Ναι, αλλά το εξαγωγικό μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης δεν το έχουν υιοθετήσει μόνον οι ευρωπαϊκές χώρες, που προανέφερα, αλλά και η Ιαπωνία, η Κίνα, η Ν. Κορέα κι άλλες ασιατικές «τίγρεις» που συσσωρεύουν εξαγωγικά πλεονάσματα. Ομως, επειδή ο πλανήτης συνολικά αποτελεί μία κλειστή οικονομία, είναι απαραίτητο να υπάρχουν και ελλειμματικές χώρες που να απορροφούν με τις καθαρές εισαγωγές τους τα εξαγωγικά πλεονάσματα των παραπάνω χωρών. Συνεπώς, το εξαγωγικό μοντέλο λειτουργεί όσο οι χώρες που εισάγουν είναι διατεθειμένες να δεχθούν παρόμοια ελλείμματα. Ενας δεύτερος όρος για την απόδοση του μοντέλου αυτού είναι η οικονομία που το υιοθετεί να είναι κατά κανόνα μικρή ή όχι πολύ μεγάλη.
Μπορεί να εφαρμόσει όλη η Ευρώπη το εξαγωγικό μοντέλο;
Αυτό θα σήμαινε πως όλες οι χώρες της Ε.Ε. θα έπρεπε να επιδιώκουν εξαγωγικά πλεονάσματα κι όχι μερικές εξ αυτών. Αλλά αυτό έχει ένα τεράστιο κοινωνικό κόστος το οποίο ήδη διακρίνουμε στην Ελλάδα και την Ισπανία με την εκτίναξη της ανεργίας σε απίθανα ύψη, την αύξηση της φτώχειας και των ανισοτήτων. Δεν πιστεύω, λοιπόν, πως η δημιουργία ζήτησης μέσω εξαγωγών είναι ένα μοντέλο που ταιριάζει σε όλη την Ευρώπη. Συνολικά η Ευρώπη θα πρέπει να επιδιώξει ένα αναπτυξιακό μοντέλο που να βασίζεται στην αύξηση των μισθών και των εισοδημάτων, δηλαδή στην εσωτερική ζήτηση. Αυτό σημαίνει πως πρέπει να επιδιωχθεί αύξηση της παραγωγικότητας την οποία να ακολουθούν και οι μισθοί, γιατί αν υπολείπονται σημαντικά, τότε έχεις διόγκωση των ανισοτήτων κι εξασθένηση της εσωτερικής ζήτησης. Επίσης χρειάζεται δημοσιονομική πολιτική που να διευκολύνει μέσω του προϋπολογισμού τη διαδικασία τόνωσης της εσωτερικής ζήτησης και επίτευξης πλήρους απασχόλησης στην Ευρώπη συνολικά.
Ναι αλλά έτσι θα αυξηθούν τα δημόσια ελλείμματα και χρέη.
Ναι θα αυξηθούν, αλλά αν δεν δημιουργείς χρέη σε ξένο νόμισμα τότε τα χρέη τα αναλαμβάνεις απέναντι στο δικό σου λαό, τους Ευρωπαίους, κι αυτό δεν αποτελεί πρόβλημα. Κοιτάξτε τι κάνουν η Ιαπωνία, η Βρετανία και οι ΗΠΑ και θα δείτε πως αυτό δεν αποτελεί πρόβλημα. Το πρόβλημα δημιουργείται όταν μία κυβέρνηση αναλαμβάνει χρέη σε ξένο ή σε κοινό νόμισμα, δηλαδή σε ένα νόμισμα το οποίο η κεντρική τράπεζα της χώρας δεν μπορεί να παράγει. Επιπλέον, ο λόγος που το εξαγωγικό μοντέλο δεν μπορεί να είναι το νέο παραγωγικό υπόδειγμα για όλη την Ευρώπη είναι η ζημιά που θα προκαλέσει στην παγκόσμια οικονομία. Γιατί τότε έχεις ανάγκη η Κίνα να μειώσει τα εξαγωγικά της πλεονάσματα και οι ΗΠΑ να αυξήσουν τις εισαγωγές και τα ελλείμματά τους. Κι αυτό είναι απίθανο να επιτρέψουν να γίνει. Χρειάζεται λοιπόν να υπάρξει μία διευθέτηση σε παγκόσμια κλίμακα σχετικά με το εξαγωγικό και μερκαντιλιστικό μοντέλο γιατί πάντα θα χρειάζεσαι μία περιοχή που να δέχεται να συσσωρεύσει ελλείμματα.
Δεν έχουν ωστόσο οι χώρες που αναφέρατε (Ιαπωνία, Βρετανία και ΗΠΑ) τα δικά τους προβλήματα με τα χρέη;
Προβλήματα έχουν ασφαλώς, αλλά είναι διαφορετικής υφής από αυτά της Ευρωζώνης. Για παράδειγμα, ενώ ο λόγος χρέους/ΑΕΠ της Ιαπωνίας είναι ο μεγαλύτερος στον κόσμο, το χρέος αυτό είναι σε γεν και συνεπώς συνιστά υποχρεώσεις του κράτους προς τους Ιάπωνες πολίτες. Εάν δείτε πόσο χαμηλά είναι τα επιτόκια και οι αποδόσεις των ιαπωνικών ομολόγων, θα διαπιστώσετε πως η αγορά δεν τιμωρεί την Ιαπωνία για το χρέος της αυτό. Ακόμη και στις ΗΠΑ, που οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης υποβάθμισαν τελευταία τη χώρα, θα δείτε πως τα επιτόκια παραμένουν χαμηλά γιατί οι αγορές πιστεύουν πως δεν υφίσταται κάποιος συναλλαγματικός κίνδυνος, παρά μόνο ένα ρίσκο πληθωρισμού.
Ο διεθνής ανταγωνισμός για την προσέλκυση κεφαλαίων δεν μπορεί να δημιουργήσει πρόβλημα στα αμερικανικά ομόλογα και το δολάριο;
Οι αγορές αυτό που εξετάζουν είναι εάν πληρώνονται οι τόκοι κι αν υπάρχει επαρκής ρευστότητα στην αγορά ομολόγων. Στο βαθμό που αυτοί οι όροι καλύπτονται δεν υπάρχει κανένας λόγος να φύγουν από τα δολαριακά ομόλογα και να έλθουν π.χ. στο ευρώ, όπου υπάρχουν προβλήματα ρευστότητας και κρίση στην αγορά ομολόγων λόγω της αδυναμίας μιας σειράς κυβερνήσεων να αποπληρώσουν τα χρέη τους. Και μολονότι η ΕΚΤ έχει, υπό την πίεση της κρίσης, υποχρεωθεί σε επιλεκτική χρηματοδότηση εθνικών ελλειμμάτων και χρεών πλησιάζοντας έτσι κάπως τις πολιτικές των άλλων κεντρικών τραπεζών (Βρετανίας, ΗΠΑ, Ιαπωνίας), εντούτοις, ο συνοδευτικός περιοριστικός όρος της άσκησης πολιτικών λιτότητας στις χρεωμένες χώρες-μέλη προκαλεί φαινόμενα παρατεταμένης και αυτοτροφοδοτούμενης οικονομικής ύφεσης, με συνέπεια τον κοινωνικό εκτροχιασμό μέσω της διόγκωσης της ανεργίας και της φτώχειας. Αυτές οι πολιτικές πρέπει να αλλάξουν, αν θέλουμε όχι απλά ένα νέο βιώσιμο παραγωγικό μοντέλο αλλά και μία Ευρώπη ενωμένη.
* Ο Εκχαρντ Χάιν είναι καθηγητής Οικονομικών με ειδίκευση στον τομέα των Ευρωπαϊκών Οικονομικών Πολιτικών και διδάσκει στη Σχολή Οικονομικών και Νομικών σπουδών του Βερολίνου από το 2009, ενώ έχει διατελέσει βασικός ερευνητής στο Ινστιτούτο Μακροοικονομικής Πολιτικής ΙΜΚ (Hans Bockler Foundation) του Ντίσελντορφ.
Πηγή
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου