Σελίδες

Τετάρτη 25 Ιουνίου 2014

Από το 1994 η ΤτΕ έκρουε τον κώδωνα του κινδύνου για την επερχόμενη κρίση


15/6/2014

«Χωρίς σημαντική περιστολή της φοροδιαφυγής θα είναι δύσκολο να διατηρηθεί σε μονιμότερη βάση η βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών και να επιτευχθεί δικαιότερη κατανομή των φορολογικών βαρών… Παράλληλα, είναι αναγκαία η προσπάθεια για εξορθολογισμό των δημόσιων δαπανών και βελτίωση της αποτελεσματικότητας και ποιότητας των δημόσιων υπηρεσιών».

Με τη φράση αυτή, που εύκολα θα μπορούσε κάποιος να διαπιστώσει τις αντιστοιχίες της με το σήμερα, η Τράπεζα της Ελλάδος προειδοποιούσε ήδη από το 1994 για τις αδυναμίες του φορολογικού και δημοσιονομικού μηχανισμού, που λειτουργούν ως τροχοπέδη στην ευρωπαϊκή πορεία της χώρας. Η φράση αντλήθηκε από την έκθεση διοικητή της ΤτΕ το 1994, υπό τον κ. Λουκά Παπαδήμο, και αποτελεί τμήμα μόνο των αλλεπάλληλων προειδοποιήσεων που είχε απευθύνει η κεντρική τράπεζα προς την πολιτική ηγεσία... για αλλαγή πλεύσης. Αποκορύφωση ήταν η προειδοποίηση του μέχρι πρότινος διοικητή Γιώργου Προβόπουλου, το 2008, όταν έγκαιρα είχε μιλήσει για τον εκτροχιασμό των δημοσιονομικών και τα διπλά ελλείμματα.

Αφορμή για να ανατρέξουμε στις επισημάνσεις της ΤτΕ αποτέλεσε το βιβλίο του Μιχάλη Ψαλιδόπουλου «Ιστορία της ΤτΕ 1928-2008», που καταγράφει αναλυτικά τον ρόλο της κεντρικής τράπεζας στην οικονομική πορεία της χώρας και παρουσιάστηκε την προηγούμενη εβδομάδα από τον απερχόμενο διοικητή Γ. Προβόπουλο. Οι κίνδυνοι επισημαίνονταν σε κάθε ετήσια έκθεση σε κάθε δημόσια τοποθέτηση, ακυρώνοντας τις δικαιολογίες κάποιων ότι δεν (...) γνώριζαν την αλήθεια. Αναδείκνυαν τις ανισορροπίες της οικονομίας, τα διαρθρωτικά προβλήματα, που καθιστούσαν ευάλωτο το παραγωγικό της μοντέλο, τη δυναμική του χρέους, τα διπλά ελλείμματα και εν τέλει τα προβλήματα που καθιστούσαν αβέβαιη την ισότιμη συμμετοχή της στην ευρωζώνη εάν η χώρα δεν προχωρούσε στις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις.

Μέσα από την αναλυτική παράθεση παρόμοιων προειδοποιήσεων, όπως σταχυολογήθηκαν από τον καθηγητή του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών Γιώργο Παγουλάτο, που μίλησε κατά την παρουσίαση του βιβλίου, ο ισχυρισμός αυτός επαληθεύεται. Όπως άλλωστε υπογράμμισε ο ίδιος, η ανάλυση του ευρύτερου οικονομικού και πολιτικού περιβάλλοντος της κάθε εποχής ισχυροποιεί την πεποίθηση πως η επιστροφή στη δραχμή δεν είναι παρά μια «αφελής δοξασία». Οι νοσταλγοί της δραχμής θα πρέπει να ξαναδιαβάσουν τη σύγχρονη ιστορία του φαύλου κύκλου διολίσθησης-υποτίμησης, αύξησης τιμών-μισθών, απώλειας ανταγωνιστικότητας, νέου γύρου διολίσθησης-υποτίμησης και εν τέλει των κρίσεων ανεξέλεγκτου πληθωρισμού που αποδυνάμωνε την αγοραστική δύναμη των μεσαίων και ασθενέστερων στρωμάτων.

Η έκθεση διοικητή του 1998 υπογράμμιζε την «πρόκληση της ενιαίας αγοράς, τα πλεονεκτήματά της, αλλά και τους κινδύνους για χώρες με σημαντικές οικονομικές ανισορροπίες όπως η Ελλάδα». Αναφερόταν «στη διαφοροποίηση οικονομιών του ευρωπαϊκού Βορρά έναντι Νότου, και τους κινδύνους από την είσοδο στην ΟΝΕ εάν η χώρα δεν εκμεταλλευόταν τη συγκυρία ως ευκαιρία». Στην έκθεση του 1993, επισημαίνεται η «πρόκληση να διατηρηθεί το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών στο 2% και να μη χρηματοδοτείται από δανειακά κεφάλαια, ώστε να αποτραπεί η αύξηση του καθαρού εξωτερικού χρέους». Στην έκθεση του 1996 σημειώνεται ότι η «άμεση προώθηση ριζοσπαστικών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων σε όλο το φάσμα της οικονομίας είναι επιτακτικότερη ενόψει της ένταξης στο ευρώ (...) προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα βαθύτερα αίτια που δυσχεραίνουν τη μονιμότερη αντιμετώπιση των δημοσιονομικών προβλημάτων, την ταχύτερη αποκλιμάκωση του πληθωρισμού και παράγοντες που επηρεάζουν αρνητικά την ανταγωνιστικότητα, το ισοζύγιο πληρωμών και την αγορά εργασίας. Η έκθεση το 2000 προειδοποιεί ότι «η συνέχιση προσπάθειας για δημοσιονομική εξυγίανση είναι σκόπιμη προκειμένου η δημοσιονομική πολιτική να αποκτήσει επαρκή περιθώρια και ευελιξία για αντιμετώπιση εξωγενών διαταράξεων (…) ενώ το 2001, παρατηρούσε ότι «η εξάλειψη του ελλείμματος γενικής κυβέρνησης προερχόταν κυρίως από μείωση δαπανών για τόκους και η αύξηση πρωτογενούς πλεονάσματος της γενικής κυβέρνησης ήταν οριακή και αντανακλούσε αποκλειστικά την αύξηση των κεφαλαιακών μεταβιβάσεων από την Ε.Ε. προς τον δημόσιο τομέα».

Στην έκθεση του 2001 επισημαίνεται ότι «ο λόγος του χρέους του ιδιωτικού τομέα και ιδιαίτερα νοικοκυριών προς ΑΕΠ παραμένει ακόμα χαμηλός σε σχέση με ευρώ. Ωστόσο, η συνέχιση των τρεχουσών τάσεων επί σειρά ετών μπορεί να αυξήσει υπερβολικά τις υποχρεώσεις τους. Κάτι τέτοιο θα δημιουργούσε προβλήματα στην εξυπηρέτηση των δανείων και θα επηρέαζε αρνητικά την καταναλωτική ζήτηση και την οικονομική δραστηριότητα». Εισηγείται επίσης «να συνεχιστεί η μείωση λόγου χρέους/ΑΕΠ, ώστε να είναι δυνατή η άσκηση αντικυκλικής δημοσιονομικής πολιτικής όταν αυτό απαιτείται χωρίς να παρεμποδίζεται η επίτευξη ισοσκελισμένων προϋπολογισμών μεσοπρόθεσμα» και, τέλος, στην έκθεση του 2003 προτείνονται μεταρρυθμίσεις για ευέλικτη αγορά εργασίας, ιδιωτικοποιήσεις και άνοιγμα κλειστών επαγγελμάτων, εκσυγχρονισμό δημόσιας διοίκησης, δημοσιονομική εξυγίανση και κοινωνική ασφάλιση.

Πηγή

Τόσο απλά. Το ισχυρό νόμισμα και η εσωτερικη υποτίμηση (μειώσεις μισθών) που συνεπάγεται, το τρομακτικά ελλειμματικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών με το ευρώ το οποίο οδήγησε στην υπερχρέωση και τη διόγκωση του δημόσιου χρέους, η μετατροπή του εσωτερικού χρέους σε δραχμές (ήτα το 80% του χρέους μας μέχρι να μπούμε στο ευρώ) σε ένα νόμισμα που δε εκδίδουμε και ο μόνος τρόπος εξυπηρέτησης του χρέους ήταν ο εκ νέου δανεισμός, πράγμα που οδήγησε στη χρεοκοπία, είναι αμελητέα πράγματα για τον Γ. Παγουλάτο.

Όσο για τις επιπτώσεις της υποτίμησης του νομίσματος, στοιχεία υπάρχουν εδώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου