11/10/2011
Το "σορτάρισμα" με το ελληνικό χρέος, το σχέδιο δανεισμού και η μείωση του ελλείμματος περιγράφονται σε άρθρο του κύριου μελετητή του μεγάλου οικονομολόγου Κέινς και σημαντικού επιστήμονα Ρόμπερτ Σκιντέλσκι.
Οι τελευταίες τρεις, τουλάχιστον, γενιές οικονομολόγων ανά τον πλανήτη τον γνωρίζουν ως τον κατεξοχήν βιογράφο του Κέηνς, τόσο ως προς το επιστημονικό του έργο, όσο και ως προς το βίο του: Ο καθηγητής Ρόμπερτ Σκιντέλσκι, ωστόσο, είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένας απλός θεματοφύλακας του έργου του Κέηνς - είναι ενδεχομένως από τους θεμελιωτές της Ιστορίας της Οικονομίας ως ξεχωριστού επιστημονικού κλάδου, τόσο των Οικονομικών όσο και της Ιστορίας.
Στο τελευταίο άρθρο που συνέγραψε - για λογαριασμό του Project Syndicate - βάλει ευθέως κατά των κερδοσκόπων ειδικώς και των αγορών γενικώς και αυτοανακηρύσσεται σε υπερασπιστή των Ελλήνων πολιτών, που εν ονόματι των αντιλήψεων των αγορών, όπως λέει, υποχρεώνονται σε υπέρογκες θυσίες.
Ο γνωστός για το αγγλοσαξωνικό, χαμηλών τόνων ύφος του καθηγητής ξεκινά το άρθρο του με μια συνοπτική, απλή εξήγηση της έννοιας «σορτάρω», φέρνοντας ως παράδειγμα τι κάνει ένας κερδοσκόπος που έχει βάλει στόχο να «σορτάρει» την ελληνική κυβέρνηση.
Και το άρθρο, που φέρει τον τίτλο «Democracy or Finance» συνεχίζει: «Φυσικά, ένας μεμονωμένος σορτάκιας δε μπορεί να «φτιάξει» την τιμή ενός αντικειμένου (εκτός κι αν είναι ο Τζορτζ Σόρος, του οποίου το περίφημο στοίχημα εναντίον της βρετανικής στερλίνας το 1992 τον κατέστησε δισεκατομμυριούχο κι ανάγκασε τη Βρετανία να φύγει από τον ευρωπαϊκό μηχανισμό συναλλαγματικών ισοτιμιών).
Αλλά εάν μια ομάδα κερδοσκόπων αποφασίσει (σωστά ή λάθος) ότι το χρέος μιας κυβέρνησης είναι υπερτιμημένο, μπορούν να υποχρεώσουν την τιμή να κατέβει, αναγκάζοντας έτσι το επιτόκιο να ανέβει.
«Εάν η επίθεση συνεχιστεί, οι κερδοσκόποι μπορούν να αναγκάσουν μια κυβέρνηση να κηρύξει στάση πληρωμών στις δανειακές της υποχρεώσεις, εκτός εάν βρει έναν τρόπο να χρηματοδοτήσει το δανεισμό της πιο φθηνά.
Το χρηματοδοτικό μέσο που δημιουργήθηκε το περασμένο έτος από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για να διευκολύνει στην Ελλάδα κι άλλες πιεσμένες από το δημόσιο χρέος χώρες, όπως η Ιρλανδία και τώρα η Πορτογαλία, κάνει ακριβώς αυτό - υπό την προϋπόθεση όμως ότι θα εφαρμόσουν σκληρά προγράμματα λιτότητας για να εξαλείψουν τα ελλείμματά τους σε μικρό χρονικό περιθώριο.
«Εξάλειψη του ελλείμματος» σημαίνει - πάντα κατά τον καθηγητή Σκιντέλσκι - πολύ απλά, εξάλειψη πολλών θέσεων εργασίας, τόσο στο δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα, των οποίων η ύπαρξη εξαρτάται από το έλλειμμα.
Το οικονομικό και ανθρώπινο κόστος της μείωσης του ελλείμματος σε μια αδύναμη οικονομία είναι αποτρόπαιο - κι ούτε οι στόχοι θα επιτευχθούν, διότι οι περικοπές των δαπανών θα υποσκάψουν τα έσοδα της κυβέρνησης, όπως θα μειώνεται η ζήτηση.
«Οπότε, ποιος είναι ο ρόλος των εκλεγμένων πολιτικών ενώπιον μιας κερδοσκοπικής επίθεσης; Είναι απλώς να αποδεχθούν τη βούληση των αγορών και να επιβάλουν τον απαιτούμενο πόνο στους λαούς τους; Αυτό θα ήταν ένα λογικό συμπέρασμα, εάν οι χρηματοπιστωτικές αγορές πάντα, ή έστω συνήθως, αποτιμούσαν ορθά τα αντικείμενά τους.
«Όμως δεν το κάνουν αυτό.(….) Αυτό δε σημαίνει ότι κάποιες κυβερνήσεις δε ζούσαν πέρα από τις δυνατότητές τους, κι ότι το σορτάρισμα του χρέους τους ήταν ο τρόπος των αγορών να τις καταστήσουν υπόλογες.
Όμως, στο τέλος - τέλος, είναι οι ψηφοφόροι, όχι οι αγορές, που καθιστούν τις κυβερνήσεις υπόλογες.
Όταν αυτά τα δυο μέτρα διαφέρουν (σ.σ. των αγορών και των ψηφοφόρων), το λαϊκό μέτρο πρέπει να επικρατεί, εάν πρόκειται η δημοκρατία να επιβιώσει.
Η ένταση μεταξύ δημοκρατίας και αγορών βρίσκεται στη ρίζα της σημερινής αυξανόμενης δυσαρέσκειας στην Ευρώπη.
Η λαϊκή οργή στις περικοπές των προϋπολογισμών που επιβάλλονται από τις ενέργειες των κερδοσκόπων και των τραπεζιτών έχει ανατρέψει τις ηγεσίες στην Ιρλανδία και την Πορτογαλία, κι αναγκάζει τον ισπανό πρωθυπουργό να αποσυρθεί από την πολιτική.(….) Για τους πολιτικούς, το σημαντικό δεν είναι να αποφύγουν να πάρουν δύσκολες αποφάσεις, αλλά να το πράξουν αυτό από τη δική τους βούληση και με το δικό τους ρυθμό.
Όταν μια εκλεγμένη κυβέρνηση δέχεται επίθεση από τις αγορές, είναι ουσιαστικό το πολιτικό σύστημα να παραμένει ενωμένο.Είναι φυσικό για τους πολιτικούς της αντιπολίτευσης να επιθυμούν να εκμεταλλευθούν τις δυσκολίες της κυβέρνησης για να κερδίσουν την εξουσία. Αλλά μια οικονομικά κρίση εγκαλεί για πολιτική αυτοσυγκράτηση.
Τζον Κέινς: Το όνομα της οικονομικής επιστήμης
«Καπιταλισμός είναι η εκπληκτική πεποίθηση ότι οι κακοηθέστεροι των ανθρώπων θα κάνουν τα πιο πονηρά πράγματα για το μέγιστο καλό του συνόλου των συνανθρώπων τους».
Σίγουρα ακούγοντας κάποιος αυτά τα λόγια θα δυσκολευόταν να πιστέψει ότι έχουν βγει από το στόμα του γόνου μιας μεγαλοαστικής αγγλικής οικογένειας του 19ου αιώνα, με πατέρα έναν γνωστό οικονομολόγο και καθηγητή του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ και μητέρα κόρη υπουργού της εποχής.
Ο Τζον Μέιναρντ Κέινς, πατέρας της προηγούμενης φράσης, είναι αναμφισβήτητα μια από τις μεγαλύτερες μορφές της ιστορίας της οικονομικής επιστήμης. Με το κλασικό πλέον έργο του «The General Theory of Employment, Interest and Money» (1936) εισήγαγε μια επανάσταση στα οικονομικά καθώς και μια σχολή σκέψης η οποία, καθ' ότι βασίζεται στις θεωρίες του, ονομάστηκε «κεϊνσιανισμός».
Ο Κέινς γεννήθηκε το 1883 και μεγάλωσε στους κύκλους της ακαδημαϊκής και οικονομικής ελίτ της εποχής του. Φυσικό επακόλουθο ήταν να φοιτήσει στα καλύτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα της Αγγλίας, το Ιτον και το Κέιμπριτζ. Εκεί ο προικισμένος νεαρός αρίστευσε τόσο στον τομέα των μαθηματικών και οικονομικών όσο και στις κλασικές σπουδές του. Η παραμονή του στο Κέιμπριτζ τον έφερε κοντά σε έναν σημαντικό κύκλο συγγραφέων και καλλιτεχνών, την ομάδα Bloomsbury, με μέλη όπως ο Λέοναρντ και η Βιρτζίνια Γουλφ, ο Λίτον Στράσεϊ και ο Κλάιβ Μπελ, άνθρωποι που θα αποτελέσουν, σύμφωνα με τον ίδιο, «τη ζωή του εκτός των οικονομικών».
Γιατί χωρίς υπερβολή η ζωή του Κέινς ήταν η επιστήμη του. Υστερα από ένα σύντομο αλλά χρήσιμο από άποψη εμπειριών διάλειμμα ως κρατικός υπάλληλος, επέστρεψε στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ ως καθηγητής Οικονομικών. Παράλληλα, από το 1914 ως το 1918 συνεργαζόταν ως σύμβουλος με το βρετανικό υπουργείο Οικονομικών για την προσπάθεια χρηματοδότησης του Α' Παγκοσμίου Πολέμου.
Τα εξαιρετικά αποτελέσματα της δουλειάς του τον οδήγησαν στη διάσκεψη της Συνθήκης των Βερσαλλιών ως οικονομικό σύμβουλο του βρετανού πρωθυπουργού Λόιντ Τζορτζ.
Αγανακτισμένος από τις υπερβολικές πολεμικές αποζημιώσεις που επιβλήθηκαν στην ηττημένη Γερμανία, ο Κέινς παραιτείται από τη θέση του. Επιστρέφει στα ακαδημαϊκά του καθήκοντα και παραθέτει τις απόψεις του για τη συνθήκη γράφοντας το «The Economic Consequences of the Peace» (1919), έργο που τον κάνει διάσημο σχεδόν αμέσως.
Η πένα του θα συνεχίσει το έργο της ακούραστη. Κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης των δεκαετιών που ακολουθούν γίνεται επικριτικός απέναντι στη συντηρητική οικονομική πολιτική των βρετανικών κυβερνήσεων, στην οποία, όπως υποστηρίζει, οφείλονται όλα τα οικονομικά προβλήματα της χώρας. Τότε ήταν που ανέπτυξε μια καινούργια θεωρία προσδιορισμού του εισοδήματος και έγραψε τα δύο μεγάλα του έργα, το «Treatise on Money» (1930) και το επαναστατικό «The General Theory of Employment, Interest and Money» (1936). Σε αυτά υποστήριζε ότι η πλήρης απασχόληση δεν ήταν απαραίτητη προϋπόθεση, ανέπτυσσε μια νέα θεωρία σχετικά με τα επιτόκια και πολεμούσε την άποψη του υπουργείου Οικονομικών ότι το πρόβλημα της ανεργίας ήταν ανεπίλυτο. Η ανεργία, απέδειξε ο Κέινς, οφειλόταν στη ζήτηση αγαθών και υπηρεσιών. Οι κυβερνήσεις μπορούσαν ρυθμίζοντας τα δικά τους έξοδα να υπερνικήσουν αυτή την ατέλεια. Επίσης ο Κέινς υποστήριξε ότι ο ασκούμενος έλεγχος στις πιστώσεις και στα επιτόκια επηρέαζε τις επενδύσεις. Η μάστιγα της ανεργίας μπορούσε να εξολοθρευθεί με φωτισμένες χρηματοοικονομικές και φορολογικές πολιτικές.
Η υγεία του Κέινς άρχισε να κλονίζεται προς τα τέλη της δεκαετίας του '30 με αποκορύφωμα μια σοβαρή καρδιακή προσβολή το 1937, η οποία τον κράτησε σχεδόν για δύο χρόνια μακριά από όλα τα καθήκοντά του. Παρ' όλα αυτά, δίχως να έχει ακόμη αναρρώσει πλήρως, μόλις ξέσπασε ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος επέστρεψε στην έδρα του στο Κέιμπριτζ, έγραψε τρία πολύ σημαντικά άρθρα σχετικά με τα οικονομικά του πολέμου με τίτλο «How to Pay for the War» και παράλληλα προσέφερε στο υπουργείο Οικονομικών ως σύμβουλος.
Προς το τέλος του πολέμου ο Κέινς έστρεψε την προσοχή του στον σχεδιασμό διεθνών οικονομικών ιδρυμάτων με σκοπό τον περιορισμό των οικονομικών δυσκολιών που αναπόφευκτα θα ακολουθούσαν. Επαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στη Διάσκεψη Bretton Woods το 1944, στην οποία δημιουργήθηκαν το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Παγκόσμια Τράπεζα, ιδρύματα εν τούτοις τα οποία φέρουν εντονότερη τη σφραγίδα των ορθόδοξων θεωριών του υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ παρά αυτή των αντίστοιχων του Κέινς.
Η επιρροή του σημαντικού αυτού ανθρώπου στην επιστήμη των Οικονομικών ήταν τόσο μεγάλη ώστε η τριαντάχρονη αλματώδης ανάπτυξη του δυτικού κόσμου (σχηματικά, από το 1945 ως το 1975) ονομάστηκε «Εποχή του Κέινς».
Ο Τζον Μέιναρντ Κέινς πέθανε ως Λόρδος Κέινς του Τίλτον το 1946.
Πηγή


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου