Δευτέρα, 17 Φεβρουαρίου 2020

Πικετί: Γιατί χρειαζόμαστε ένα νέο φόρο για τους πλούσιους


16/2/2020

To σημερινό επίπεδο της ανισότητας δεν είναι μόνο άδικο, αλλά και αναποτελεσματικό για την οικονομία, υποστηρίζει στους Financial Times ο Τομά Πικετί. Ο ρόλος της ιδεολογίας και η σωστή απάντηση στην κρίση της παγκοσμιοποίησης

Ο Τομά Πικετί άλλαξε τα δεδομένα στην παγκόσμια συζήτηση για την ανισότητα πριν από περίπου μια πενταετία με τη δημοσίευση του βιβλίου του «Το Κεφάλαιο τον 21ο αιώνα» (στα ελληνικά, εκδ. Πόλις, 2014).

Η βασική θέση του βιβλίου – το οποίο πούλησε πάνω από 2,5 εκατ. αντίτυπα - είναι ότι η συρρίκνωση της μεσαίας τάξης δεν είναι ένα πρόσκαιρο φαινόμενο που διογκώθηκε από την κρίση του 2008, αλλά μια τάση των τελευταίων σαράντα ετών που αντανακλά βαθύτερες δυνάμεις των καπιταλιστικών κοινωνιών.

Στο νέο του βιβλίο «Κεφάλαιο και Ιδεολογία» o Γάλλος οικονομολόγος εστιάζει στη σχέση της ιδεολογίας με την ανισότητα και προτείνει φιλόδοξα μέτρα για τη μείωση των ανισοτήτων.

O Πικετί απορρίπτει την ορθόδοξη μαρξιστική άποψη ότι ο πόλεμος των τάξεων είναι η κινητήρια δύναμη της ιστορίας. Όπως υποστηρίζει στη συνέντευξη του στου Financial Times δεν υπάρχουν ντετερμινιστικές οικονομικές, τεχνολογικές και πολιτισμικές δυνάμεις που καθορίζουν το επίπεδο της ανισότητας σε μια κοινωνία.

«Δεν υπάρχει τίποτα το φυσικό στον τρόπο που ρυθμίζονται οι κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες στον εκάστοτε τόπο... Το κρίσιμο είναι τελικά η φαντασία των κοινωνιών, καθώς και η ικανότητα των διάφορων αφηγημάτων περί ανισότητας να υπερισχύσουν... Εξετάζω την Ινδία, εξετάζω τη Βραζιλία, εξετάζω τη Νότια Αφρική, την Κίνα, τη Λατινική Αμερική. Και αυτό μου επιτρέπει, πιστεύω, να κατανοήσω καλύτερα πώς με την πάροδο του χρόνου ή σε μια μακρά χρονική περίοδο βλέπει κανείς μεγάλες μεταβολές στη δομή της ανισότητας σε διάφορες χώρες. Και η κινητήριος δύναμη, πιστεύω, δεν είναι τόσο οι βίαιες καταστροφές από πολέμους ή οικονομικές ντετερμινιστικές δυνάμεις ή τεχνολογικές ή κατασταλτικές δυνάμεις. Αλλά είναι αντίθετα οι μεταβολές στην ιδεολογία και οι μεταβολές στην πολιτική κινητοποίηση για την ανισότητα» δηλώνει ο Πικετί στον δημοσιογράφο των F.T, Mάρτιν Σαντμπού.

Όσον αφορά «την ιδεολογία της παγκοσμιοποίησης και της χρηματοοικονομικής απορρύθμισης» η οποία επικράτησε τη δεκαετία του 1980, ο Πικετί εκτιμά ότι έχει περιέλθει σε κρίση γιατί δεν εκπλήρωσε τις υποσχέσεις για υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης.

Σύμφωνα με τον ίδιο υπάρχουν δύο αντιλήψεις για την υπέρβαση αυτής της κρίσης. Η πρώτη είναι αυτή του Τραμπ και του Βrexit που προκρίνει τον περιορισμό της μετανάστευσης. «Χτίστε ένα τείχος με το Μεξικό και προστατευτείτε από τον ξένο ανταγωνισμό. Και στο Ηνωμένο Βασίλειο, υπάρχει κάτι αντίστοιχο με τους Πολωνούς εργαζόμενους και τον περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας ανθρώπων» υπογραμμίζει στους F.T.

H δεύτερη αντίληψη προκρίνει την επιβολή περιορισμών στην κυκλοφορία του κεφαλαίου και αύξησης των φόρων στους πλούσιους.

Ο ίδιος υποστηρίζει ότι η πρώτη αντίληψη δεν πρόκειται να λύσει το πρόβλημα της διεύρυνσης των ανισοτήτων και τάσσεται υπέρ της δεύτερης, προτείνοντας μάλιστα τολμηρά μέτρα όπως μια δημόσια κληρονομιά 120.000 ευρώ για κάθε 25χρονο, η οποία θα χρηματοδοτείται από την επιβολή φόρων σε όσους έχουν πολύ μεγάλη περιουσία.

«Πιστεύω ότι το επίπεδο της ανισότητας που έχουμε σήμερα δεν είναι μόνο άδικο, αλλά δεν είναι και αποτελεσματικό για τη λειτουργία της οικονομίας» τονίζει. «Γιατί κάποιος να κληρονομεί τα δεκαπλάσια, τα εκατονταπλάσια από κάποιον άλλον; Όλα τα παιδιά έχουν καλές ιδέες στη ζωή τους για κάποιο επιχειρηματικό πρότζεκτ, και πρέπει να τα σκεφτούμε και αυτά. Και η ιδέα ότι επειδή έβγαλες μια περιουσία, ας πούμε στην ηλικία των 30, πρέπει να κρατήσεις την εξουσία λήψης αποφάσεων ως τα 50, 70, 90, πιστεύω ότι αντιστοιχεί σε μια μοναρχική αντίληψη της λειτουργίας της σύγχρονης κοινωνίας και των σύγχρονων εταιρειών η οποία αντιβαίνει με την πραγματικότητα. Σήμερα έχουμε πολλούς δισεκατομμυριούχους και πολύ πιο πλούσιους δισεκατομμυριούχους στις ΗΠΑ και στον κόσμο από ότι είχαμε τη δεκαετία του 1970 ή του 1980» σημειώνει, προσθέτοντας ότι η αύξηση των δισεκατομμυριούχων δεν συνοδεύτηκε από αύξηση της παραγωγικότητας.

Ο Πικετί υπενθυμίζει ότι στο παρελθόν υπήρξαν ανώτατοι φορολογικοί συντελεστές 90% για τους πλούσιους και τα αποτελέσματα ήταν πολύ θετικά. «Για παράδειγμα, μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο στη Γερμανία ή την Ιαπωνία, για να μειωθεί το πολύ μεγάλο δημόσιο χρέος υπήρχε προοδευτικός φορολογικός συντελεστής που έφτανε στο 90%. Και αυτό είχε καλά αποτελέσματα, γιατί επέτρεψε στις δύο χώρες, τη Γερμανία και την Ιαπωνία, να μειώσουν πολύ γρήγορα το δημόσιο χρέος τους και στη συνέχεια να επενδύσουν στις δημόσιες υποδομές και στην εκπαίδευση τις δεκαετίες του 1950 και 1960» υπογραμμίζει.

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα »

Πώς το πλουσιότερο 1% μάζεψε... όλο το χαρτί στη Wall Street


17/2/2020

Του Robin Wigglesworth

Σε απόλυτο κυρίαρχο της αγοράς μετοχών έχουν εξελιχθεί οι πλουσιότεροι Αμερικανοί, σύμφωνα με στοιχεία της Goldman Sachs. Μόλις το 12% των μετοχών στις ΗΠΑ βρίσκονται στα χέρια του φτωχότερου 90%.

Τα πιο εύπορα νοικοκυριά στις ΗΠΑ ενισχύουν την κυριαρχία τους στην εταιρική Αμερική. Το πλουσιότερο 1% των Αμερικανών αντιπροσωπεύουν πάνω από το 50% της αξίας των μετοχών που βρίσκονται στα χέρια αμερικανικών νοικοκυριών, σύμφωνα με την Goldman Sachs. Από το 1990, οι πλουσιότεροι Αμερικανοί έχουν αγοράσει $1,2 τρισ. σε μερίδια εταιρειών, ενώ ο υπόλοιπος πληθυσμός έχει πουλήσει πάνω από $ 1 τρισ.

Πριν από τρεις δεκαετίες, η ιδιοκτησία ήταν επίσης δυσανάλογη, αλλά το κορυφαίο 1% των Αμερικανών, με βάση τον πλούτο, έλεγχε μόλις το 46% του συνόλου των αμερικανικών μετοχών που βρίσκονταν στα χέρια νοικοκυριών. Στο τέλος Σεπτεμβρίου του 2019, το ποσοστό αυτό είχε αγγίξει το επίπεδο-ρεκόρ του 56%, το οποίο αντιστοιχούσε σε $21,4 τρισ., σύμφωνα με τους υπολογισμούς της επενδυτικής τράπεζας.

Σε αυτά περιλαμβάνονται τόσο μετοχές όσο και μερίδια ιδιοκτησίας σε ιδιωτικές εταιρείες. «Τα πλουσιότερα νοικοκυριά είναι μακράν ο βασικός μοχλός πίσω από τη ζήτηση μετοχών», αναφέρουν στην έκθεση αναλυτές της Goldman Sachs, με επικεφαλής τον Arjun Menon. «Η επιτάχυνση της οικονομικής ανάπτυξης στις ΗΠΑ και η άνοδος στις τιμές των μετοχών θα συνεχίσει να προσφέρει στήριξη στις αγορές μετοχών από το κορυφαίο 1%» σημειώνουν.

Τον Σεπτέμβριο του 2019, το φτωχότερο 90% είχε $4,6 τρισ. σε μετοχές ή 12% του συνόλου των μετοχών, σύμφωνα με τους αναλυτές.

Αυτή η διεύρυνση των ανισοτήτων ως προς τον πλούτο οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στους στάσιμους μισθούς της πλειονότητας των Αμερικανών, κάτι που δεν τους επέτρεψε να συμμετέχουν στα κέρδη της χρηματιστηριακής αγοράς την τελευταία δεκαετία.

Παρά τη φούσκα του dot.com και την παγκόσμια οικονομική κρίση, οι αμερικανικές μετοχές έχουν καταγράψει δεκαπλάσια άνοδο από το 1990, με τα κέρδη να καταλήγουν σε μεγάλο βαθμό στο πλουσιότερο κομμάτι του πληθυσμού.


Πηγή 
Διαβάστε περισσότερα »

Και η Κύπρος αντιμέτωπη με το προσφυγικό


17/2/2020

"Σύνορα, που επισήμως δεν υπάρχουν" επιγράφεται ανάλυση της Frankfurter Allgemeine Zeitung (FAZ) για το προσφυγικό στην Κύπρο, που εστιάζει σε πρόσφατη έρευνα του Νίκου Τριμικλινιώτη, αναπληρωτή καθηγητή στο πανεπιστήμιο της Λευκωσίας, για λογαριασμό του γερμανικού πολιτικού ιδρύματος Friedrich Ebert. Σύμφωνα με την έρευνα "περίπου το 90% των ατόμων που τον τελευταίο καιρό εισήλθαν παράτυπα, διέσχισε σύνορα, τα οποία επισήμως δεν υπάρχουν καν. Πρόκειται για μία επιτηρούμενη από κυανόκρανους διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο κομμάτι της Κύπρου που ελέγχει η διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση στη Λευκωσία και στον Βορρά του νησιού, τον οποίο τουρκικά στρατεύματα κατέχουν από το 1974". Τι συμβαίνει λοιπόν όταν οι νεοαφιχθέντες περνούν τα αόρατα σύνορα; Σύμφωνα με την εφημερίδα της Φρανκφούρτης "συναντούν συνθήκες, οι οποίες δεν είναι πολύ καλύτερες από εκείνες στα ελληνικά νησιά του Αιγαίου. Χωρίς περιστροφές η Κύπρος επιχειρεί, με την κακή μεταχείριση, να εκφοβίσει πρόσφυγες και μετανάστες".

Περισσότερη βοήθεια προς την Ελλάδα για την αντιμετώπιση του προσφυγικού προτείνει ο νέος Ευρωπαίος Επίτροπος για τη διαχείριση κρίσεων Γιάνες Λέναρτσιτς. Μιλώντας στα έντυπα του γερμανικού ομίλου Funke ο Σλοβένος Επίτροπος επισημαίνει ότι "είναι ζήτημα αλληλεγγύης των ευρωπαϊκών κρατών" να δοθεί περαιτέρω βοήθεια στην Ελλάδα, ενώ παράλληλα επισημαίνει ότι "η βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης στους καταυλισμούς αποτελεί κατά κύριο λόγο ευθύνη της ελληνικής κυβέρνησης". Πάντως εστιάζει και στις ευθύνες της Ευρώπης, επισημαίνοντας ότι "η λανθασμένη πολιτική ασύλου της ΕΕ από το 2015 αποτελεί έναν από τους λόγους για την ενδυνάμωση των ακροδεξιών".

Πηγή Deutsche Welle
Διαβάστε περισσότερα »

"Έτσι θέλει να ανακτήσει την εξουσία o Τσίπρας"


17/2/2020

"Έτσι θα ανακτήσει την εξουσία ο πρώην πρωθυπουργός Τσίπρας" επιγράφεται ανταπόκριση από την Αθήνα στην ηλεκτρονική έκδοση της οικονομικής επιθεώρησης Handelsblatt, που αναφέρεται στην προσπάθεια του Αλέξη Τσίπρα να διευρύνει τον ΣΥΡΙΖΑ προς τον χώρο του Κέντρου και να αλλάξει την ονομασία του κόμματος. Όπως επισημαίνει ο αρθρογράφος "κατ' αυτόν τον τρόπο ο ΣΥΡΙΖΑ πολιορκεί και ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ. Το σοσιαλδημοκρατικό αυτό κόμμα, με σύμβολο τον πράσινο ήλιο, είχε κυριαρχήσει την πολιτική σκηνή της Ελλάδας στη δεκαετία του '90, αλλά βρίσκεται σε παρακμή από το 2010, όταν, στην αρχή της οικονομικής κρίσης, ακολούθησε πρόγραμμα σκληρών περικοπών. Πολλά από τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ έχουν ήδη μεταπηδήσει στον ΣΥΡΙΖΑ. Αυτή ακριβώς την εισροή θέλει να σταματήσει η ισχυρή κομμουνιστική πτέρυγα του ΣΥΡΙΖΑ. Οι θιασώτες της παραδοσιακής γραμμής, που εκπροσωπούν περίπου το ένα τρίτο στην κοινοβουλευτική ομάδα και στα κομματικά όργανα, δεν θέλουν (πολιτικό) άνοιγμα. Φοβούνται την ιδεολογική μόλυνση με θεωρίες σοσιαλδημοκρατικές ή- ακόμα χειρότερα- φιλελεύθερες".

Ποιος θα κερδίσει τελικά σε αυτή την πολιτική κόντρα; Για τον αρθρογράφο δεν υπάρχει καμία αμφιβολία: "Ο Τσιπρας. Άλλος πόλος έλξης δεν υπάρχει στον ΣΥΡΙΖΑ. Χωρίς εκείνον το κόμμα θα φυτοζωούσε και πάλι, όπως συνέβαινε πριν από την κρίση. Την εποχή εκείνη τα ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ κυμαίνονταν μεταξύ τρία και πέντε τοις εκατό. Κατά συνέπεια η μεγαλύτερη πρόκληση για τον Τσίπρα δεν είναι να αναδειχθεί νικητής από τις εσωκομματικές αντιπαραθέσεις, αλλά να διατηρήσει το κόμμα ενωμένο. Ήδη στις παρυφές της Αριστεράς δραστηριοποιείται ο πρώην υπουργός Οικονομικών Γιάνης Βαρουφάκης, ο οποίος στις τελευταίες βουλευτικές εκλογές έφτασε το 3,4%, βγάζοντας εννέα βουλευτές. O Τσίπρας δεν αντέχει άλλη απόσχιση, εάν θέλει να επιστρέψει στην εξουσία".


"Καλές ειδήσεις" από την Ελλάδα

Δέκα χρόνια πέρασαν από τότε που ξέσπασε η κρίση χρέους στην ευρωζώνη, παρασύροντας στη δίνη της την Ελλάδα, την Ισπανία, την Πορτογαλία και την Ιρλανδία. Τι συμβαίνει σήμερα; Η κυριακάτικη έκδοση της Frankfurter Allgemeine Zeitung (FAS) κάνει λόγο για "απρόσμενη άνοδο στις χώρες της κρίσης" και αναφέρεται αναλυτικά στην Ελλάδα: "Η χώρα που χτυπήθηκε πρώτη, αλλά και πιο σκληρά απ΄όλες από την κρίση, παράγει επιτέλους καλές ειδήσεις. Τον περασμένο χρόνο το χρηματιστήριο ήταν το πιο επιτυχημένο στον κόσμο με τις τιμές των μετοχών να ανεβαίνουν κατά 50%. Αλλά και η ζήτηση για κρατικά ομόλογα- ένδειξη δημοσιονομικής ευρωστίας σε κάθε χώρα- αυξήθηκε τόσο πολύ, ώστε προ ημερών η απόδοση του δεκαετούς ομολόγου έπεσε κάτω από το 1%, δηλαδή στα χαμηλότερα επίπεδα από την ένταξη της χώρας στο ευρώ το 2001.

Η εφημερίδα της Φρανκφούρτης υποστηρίζει ότι η οικονομική ανάκαμψη οφείλεται, εν πολλοίς, στον σημερινό πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, ο οποίος "θέλει να προωθήσει τις ιδιωτικοποιήσεις που καθυστερούσε ο Τσίπρας. Έχει ήδη μειώσει τους φόρους για τις επιχειρήσεις και τα ακίνητα. Ωστόσο τα κρατικά έσοδα αυξάνονται, καθώς έχει βελτιώσει την είσπραξη των φόρων. Μεγαλύτερη αισιοδοξία εκφράζουν και οι επιχειρήσεις. Από τον Σεπτέμβριο του 2019 οι έλεγχοι στην κίνηση κεφαλαίων έχουν καταργηθεί, ενώ λίγο πριν είχε εκπνεύσει το τρίτο πρόγραμμα διάσωσης. Η Ελλάδα μπορεί και πάλι να χρηματοδοτείται από τις αγορές κεφαλαίων".

Πηγή Deutsche Welle
Διαβάστε περισσότερα »

Θα γεφυρωθούν οι διαφωνίες για τον προϋπολογισμό της ΕΕ;


17/2/2020

Το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο για την περίοδο 2021-2027 συζητείται σήμερα στο Συμβούλιο Γενικών Υποθέσεων της ΕΕ. Στόχος να επιτευχθούν συγκλίσεις και να γεφυρωθεί το χάσμα μεταξύ βορρά, νότου και ανατολικών χωρών.

Το Συμβούλιο Γενικών Υποθέσεων εισέρχεται σήμερα το απόγευμα στην τελική φάση της δυσκολότερης διαπραγμάτευσης των τελευταίων ετών, αυτής των περίπου 1,110 δισεκατομμυρίου ευρώ για τη χρηματοδότηση του προϋπολογισμού της ΕΕ για την επταετία 2021-2027.

Η σημερινή συνεδρίαση είναι κρίσιμη γιατί θα φανεί το μέγεθος των διαφωνιών μεταξύ των πλουσιότερων και φτωχότερων κρατών μελών, μόλις τρεις μέρες πριν από την έκτακτη σύνοδο των Ευρωπαίων ηγετών, οι οποίοι θα πάρουν την «σκυτάλη» από τους υπουργούς με στόχο την επίτευξη συμφωνίας μέχρι το τέλος της εβδομάδας.


Ο πλούσιος βορράς και οι υπόλοιποι

Η διαπραγμάτευση για τον προϋπολογισμό ξεκίνησε το φθινόπωρο του 2018 και έκτοτε τα κράτη μέλη έχουν χωριστεί σε δύο ομάδες. Η πρώτη ομάδα περιλαμβάνει τις πλούσιες χώρες του κοινοτικού βορρά που έχουν καθαρή συνεισφορά, οι οποίες θέλουν έναν όσο γίνεται χαμηλότερο προυπολογισμό. Η δεύτερη ομάδα αφορά τις χώρες της ανατολικής Ευρώπης και του νότου, οι οποίες θέλουν παρά το brexit και την έξοδο του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ να διατηρηθούν οι κοινοτικές χρηματοδοτήσεις στα ίδια υψηλά επίπεδα.

Η σημερινή συζήτηση θα γίνει με βάση συμβιβαστική πρόταση, που υπέβαλε ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Σαρλ Μισέλ, την περασμένη Παρασκευή. Μια πρόταση που χαρακτηρίστηκε ήδη μη ικανοποιητική από τον πρόεδρο της Ευρωβουλής, Ντάβιντ Σασόλι, ο οποίος θεωρεί ότι είναι ανεπαρκής σε μέγεθος και δεν ανταποκρίνεται στις φιλοδοξίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η εν λόγω πρόταση καθορίζει τον κοινοτικό προϋπολογισμό στα 1.094 δισ. ευρώ, ποσό που είναι κατά 41 δισ. ευρώ μικρότερο από την αρχική πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Στην Ελλάδα με βάση την αρχική πρόταση της Επιτροπής αναλογούσαν 35,5 δις ευρώ για την περίοδο 2021-2027, εκ των οποίων περίπου 19,229 δις ευρώ αφορούν τη συνοχή και 16,239 δις ευρώ τη γεωργία. Με την συμβιβαστική πρόταση του Μισέλ, εάν δεν βελτιωθεί στην τελική διαπραγμάτευση, το συνολικό ποσό θα είναι ελαφρώς μικρότερο.

Πηγή Deutsche Welle
Διαβάστε περισσότερα »

Μακρόν: Σε άγρα επαφών για την μετά Μέρκελ εποχή


16/2/2020

Ο Γάλλος πρόεδρος χρησιμοποίησε τη Διάσκεψη Ασφάλειας για συναντήσεις με πολιτικούς που ίσως να παίξουν σημαντικό ρόλο μετά την αποχώρηση της Μέρκελ από την πολιτική. Υποψήφιος και ο Άρμιν Λάσετ για πρόεδρος του CDU;

Αν θα μπορούσε να εστιάσει ο φακός της Διάσκεψης για την Ασφάλεια του Μονάχου στα λεγόμενα, στις κινήσεις και τις επαφές του Γάλλου προέδρου Μακρόν θα έβγαζε ενδιαφέροντα συμπεράσματα για τις γερμανογαλικές σχέσεις. Ο Εμμανουέλ Μακρόν δεν έχασε την ευκαιρία στο περιθώριο της Διάσκεψης να συναντήσει σειρά Γερμανών πολιτικών που θα μπορούσαν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στην εποχή μετά την πολιτική δύση του άστρου της Μέρκελ. Και δεν έχασε την ευκαιρία να απευθύνει άλλη μια προειδοποίηση ότι λόγω του διογκούμενου κύματος απόρριψης της Ευρώπης «η ευρωπαϊκή περιπέτεια πρέπει να πάρει νέα δυναμική».


Συνάντηση με του γερμανούς Πράσινους

Σε αυτήν την περιπέτεια άρρηκτα συνδεδεμένες είναι Γαλλία και Γερμανία. Ο γάλλος πρόεδρος  διατύπωσε την ένσταση ότι στην πορεία των σχέσεων των δύο χωρών, καταγράφηκε «στάση αναμονής σε απαντήσεις», τα επόμενα χρόνια όμως θα πρέπει  να αναπτυχθεί πολύ πιο γρήγορα μια «κυριαρχία σε ευρωπαϊκό επίπεδο». Σε άλλο σημείο των όσων είπε στη διάρκεια της Διάσκεψης τάχθηκε εναντίον της μείωσης των δαπανών και της ενίσχυσης του έλεγχου των αγορών από την ΕΕ μετά την δημοσιονομική κρίση του 2008.  «Και τα δύο οδήγησαν στο να αισθάνεται κρεμασμένη η μεσαία τάξη στην Ευρώπη» είπε. Αίσθηση προκάλεσε η συνάντηση του Μακρόν με τους συμπροέδρους των Πρασίνων Ρόμπερτ Χάμπεκ και Ανναλένα Μπέρμποκ. Ήταν και πρώτη φορά μετά από προηγούμενο ραντεβού στη γαλλική πρωτεύουσα, που όμως δεν έγινε.

Το Παρίσι παρουσίασε τη συνάντηση ως προσπάθεια του γάλλου προέδρου να αναζητήσει εταίρους πέρα του μεγάλου κυβερνητικού συνασπισμού του Βερολίνου. Και σε σχετική ανακοίνωση διευκρίνισε ότι δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να δοθεί η εντύπωση ότι το Παρίσι αναμειγνύεται στα εσωτερικά «του πιο στενού μας εταίρου». Σε σημερινές του δηλώσεις στο Μόναχο ο Ρόμπερτ Χάμπεκ συμφώνησε με τον γάλλο πρόεδρο ότι χρειάζονται σαφείς απαντήσεις από τη Γερμανία και τη Γαλλία στα επείγοντα προβλήματα της ΕΕ. «Πρέπει να ξεκαθαρίσουμε τις θέσεις μας» είπε χαρακτηριστικά και εμφανίστηκε ανοιχτός στην αύξηση του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού και σε περισσότερες γερμανικές επενδύσεις.


Η ΕΕ του Άρμιν Λάσετ

Αλλά και με τον πρωθυπουργό της Βαυαρίας Μάρκους Ζέντερ, που του αποδίδονται προθέσεις διεκδίκησης υποψηφιότητας για την καγκελαρία, συναντήθηκε ο γάλλος πρόεδρος. Η ανταλλαγή απόψεων ήταν ανοιχτή και θετική απέναντι στις μεγάλες προκλήσεις της ΕΕ, έγραψε στο twitter ο Ζέντερ. Απαρατήρητη δεν πέρασε και η κριτική στη γερμανική κυβέρνηση του πρωθυπουργού της Ρηνανίας Βεστφαλίας Άρμιν Λάσετ, που κι αυτός φέρεται ανάμεσα στους επίδοξους διαδόχους της Μέρκελ. Αν και θεωρείται από τους έμπιστούς της ο Λάσετ επέκρινε την κυβέρνηση συνασπισμού για ολιγωρία στο αίτημα του Μακρόν για μεταρρυθμίσεις στην ΕΕ, σε έναν τομέα στον οποίο κυριαρχεί εδώ και χρόνια η καγκελάριος. «Στην κυβερνητική συμφωνία το μότο είναι περισσότερη δυναμική για την Ευρώπη, αλλά δεν παρατηρήσαμε κάτι το αξιοπρόσεκτο τα τελευταία δύο χρόνια» παρατήρησε μιλώντας σε πάνελ για την Ευρώπη.

Εκείνο που κατέγραψαν οι παρατηρητές ήταν ότι ούτε καν το όνομα της Μέρκελ ανέφερε. Αντίθετα έκανε πολλές αναφορές στον Χέλμουτ Κολ μιλώντας για την κοινή πορεία Γερμανίας-Γαλλίας με στόχο την ενσωμάτωση και εμβάθυνση της ΕΕ. Η παρουσία του στο Μόναχο δίνει το έναυσμα στους αναλυτές να πιστεύουν ότι ο ΄Αρμιν Λάσετ θα είναι κι αυτός παρών στη διεκδίκηση της προεδρίας του Χριστιανοδημοκρατικού κόμματος. Για την ώρα δεν έχει αποξκαλύψει τις προθέσεις του.

Πηγή Deutsche Welle
Διαβάστε περισσότερα »

Ο πόλεμος του Ιντλίμπ σε πρώτο ενικό


17/2/2020

Η Μόνα Αλ Μπακούρ στέλνει στη DW συνεχώς ειδήσεις, εικόνες και ήχους πολέμου από το Ιντλίμπ. Στο Whatsapp περιγράφει το φόβο και την απελπισία, την καθημερινότητα. Με την αυθεντικότητα του αυτόπτη μάρτυρα.

Η Μόνα αλ Μπακούρ ζει παρέα με τον φόβο. Με τις βόμβες, τους πυραύλους, τον πόλεμο. «Είναι θέμα τύχης πότε θα κοπεί το νήμα της ζωής» γράφει η 24χρονη κοπέλα στα μηνύματα που στέλνει μέσω Whatsapp στη Deutsche Welle. Μηνύματα από την πόλη Ιντλίμπ. Οι μάχες για την πολιορκία του τελευταίου προπύργιου των ισλαμιστών στη Συρία διαρκεί πολλούς μήνες και κάθε μέρα γίνονται όλο και πιο σκληρές. Καθημερινά σκάνε βόμβες από το συριακό στρατό και τους ρώσους συμμάχους τους. Από το νότο προελαύνει ο τουρκικός στρατός, που στηρίζει τους ισλαμιστές.


«Δεν υπάρχει πουθενά ασφάλεια».

Τρία εκατομμύρια άνθρωποι ζουν στην επαρχία του Ιντιλίμπ, 700.000  την εγκατέλειψαν μέχρι τέλος του περασμένου Δεκεμβρίου, οι περισσότεροι προς την Τουρκία. Αλλά η χώρα έχει κλείσει τα σύνορά της. Η Μόνα δεν προσπάθησε καν να φύγει από την Ιντλίμπ. Με το σύζυγό τη θέλουν να παραμείνουν, ό,τι και να γίνει. Τους τελευταίους δέκα μήνες άλλαξε 4 φορές τόπο κατοικίας, είτε για να γλυτώσει από τις βόμβες, είτε γιατί δεν είχε χρήματα για το ενοίκιο. Οι δυνάμεις της λιγοστεύουν για να πάρει και εκείνη το δρόμο προσφυγιάς. «Εξ' άλλου δεν υπάρχει πουθενά ασφάλεια», λέει. Η Μόνα είναι μια συμπαθητική νεαρή γυναίκα, αλλά εύθραυστη και λεπτή. Το διακρίνει κανείς στα βίντεο που στέλνει στη DW. 15 κιλά έχασε από το συνεχές φόβο και άγχος του πολέμου. Και για να δείξει τη διαφορά, στέλνει φωτογραφίες της από παλαιοτέρα.

Η οικογένεια της Μόνας κατάγεται από την Τάμπκα κοντά στη Ράκα. Όταν το Ισλαμικό Κράτος κατέλαβε την πόλη της, πήρε το δρόμο της προσφυγιάς με τη μητέρα της και τα 5 αδέλφια της. Το σπίτι κοντά στο Ιντλίμπ, που ζούσε αρχικά η οικογένεια, τινάχτηκε στον αέρα και καταστράφηκε. Η Μόνα δεν θέλει να υποκύψει. Στέλνει εκατοντάδες ιστορίες μέσω Whatsapp, για τη ζωή της την ιστορία της. Στέλνει φωτογραφίες, βίντεο, διηγήσεις με τη φωνή της από την κάθε περιοχή που βρίσκεται. Έχει σπουδάσει αραβική λογοτεχνία, ονειρεύεται να γίνει δημοσιογράφος, της αρέσει το γράψιμο, έχει δικό της blog για θέματα γυναικείων δικαιωμάτων και κάνει ρεπορτάζ για το συριακό ραδιοφωνικό σταθμό Watan FM, που στο μεταξύ εκπέμπει από την Τουρκία.


Ο φόβος είναι μόνιμος συνοδός

Παράλληλα εργάζεται για την ΜΚΟ Start Point με έδρα τη Σουηδία, που ενεργοποιείται για θύματα παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Με τα λίγα χρήματα που κερδίζει στηρίζει την οικογένειά της. Είναι και η μόνη στην οικογένεια που έχει δουλειά. Αλλά η δουλειά της είναι πολύ σημαντική και για έναν ακόμη λόγο: της δίνει νόημα και υπόσταση στην άδεια και επικίνδυνη καθημερινότητα. Κάθε μέρα η Μόνα κάνει με το λεωφορείο απόσταση 30 χιλιομέτρων για να πάει στο Καφάρ Τακχαρίμ, Εκεί είναι το γραφείο που μοιράζεται με άλλους τρεις συναδέλφους της. ‘Ένα επικίνδυνο ταξίδι. «Σήμερα, πολλά σημεία του δρόμου βομβαρδίστηκαν» έγραψε την περασμένη Τρίτη το βράδυ στη DW. «Μπορεί να συμβεί παντού, κάθε στιγμή. Φυσικά και φοβάμαι να φύγω από το σπίτι. Μόνο την τελευταία εβδομάδα έπεσαν εκατοντάδες βόμβες, μερικές πολύ κοντά μας, αλλά έχω άλλη επιλογή; Πόλεμος και καθημερινότητα προχωρούν χέρι με χέρι τα τελευταία 9 χρόνια» διηγείται. «Ορισμένα μαγαζιά έκλεισαν εντελώς, πολλοί έφυγαν από το Ιντλίμπ, αλλά βασικά αγαθά όπως νερό, ηλεκτρικό και τρόφιμα υπάρχουν ακόμη. Τα φαγητό και το νερό επαρκούν».

Ο κλοιός γύρω από την επαρχία σφίγγει όλο και περισσότερο, ο συριακός στρατός καταλαμβάνει συνεχώς εδάφη. Αλλά στην πόλη Ιντλίμπ οι τζιχαντιστές της ομάδας Χάγιατ Ταχρίρ Ας Σαμ είναι παρόντες. «Άλλοι βρίσκονται στην πόλη, άλλοι φρουρούν τις εισόδους της και στήνουν οδοφράγματα, άλλοι πολεμούν τον κυβερνητικό στρατό» περιγράφει την κατάσταση. «Ανάμεσά τους είναι και ξένοι μαχητές». Ο φόβος είναι μόνιμος συνοδός. Περισσότερο φοβάται να μην πέσει στα χέρια των στρατιωτών του προέδρου Ασάντ. Να μην τη βιάσουν ή τη σφάξουν. Τον ίδιο τον θάνατο δεν τον φοβάται. «Γιατί εάν πεθάνω, δεν θα αισθάνομαι τίποτα πια», λέει.

Πηγή Deutsche Welle
Διαβάστε περισσότερα »

Γερμανικές αντιρρήσεις στην υποδοχή προσφύγων από τα νησιά


16/2/2020

Εν όψει της επίσκεψης του Ν. Μηταράκη στο Βερολίνο εκφράζονται αντιδράσεις για το εάν φιλοξενία στη Γερμανία προσφύγων από τα νησιά θα δώσει σωστά μηνήματα. Ακόμη «πακεταρισμένη» η γερμανική βοήθεια για τους πρόσφυγες.


Βοήθεια ύψους 1,56 εκ. ευρώ για τους πρόσφυγες στα νησιά που έστειλε η Γερμανία το Δεκέμβριο με φορτηγά στην Ελλάδα παραμένει ακόμη «πακεταρισμένη» στην ηπειρωτική χώρα. Πρόκειται για προμήθειες από αποθέματα της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Μετανάστευσης και Προσφύγων (BAMF) που δεν τα χρειάζονται άλλο οι αρμόδιες αρχές. Μεταξύ άλλων 5.000 διώροφα κρεβάτια και 9.900 στρώματα και κουβέρτες, όπως επισημαίνει στο Γερμανικό Πρακτορείο Ειδήσεων (DPA) ο εκπρόσωπος για θέματα εσωτερικής πολιτικής της Κ.Ο. των Χριστιανοδημοκρατών Ματίας Μίντελμπεργκ. Όπως τονίζει, προκειμένου να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα στέγασης προσφύγων στα νησιά θα μπορούσε σε συνεννόηση με τις ελληνικές αρχές η Τεχνική Υπηρεσία Έκτακτων Αναγκών THW της Γερμανίας να δημιουργήσει καταλύματα και να τα διαχειριστεί.

Εκφράζει δε την πεποίθηση, πως «η γρήγορη επί τόπου παροχή ευρύτερης βοήθειας είναι ο καλύτερος τρόπος, προκειμένου να βελτιωθούν οι συνθήκες ζωής των προσφύγων». Μονομερείς γερμανικές πρωτοβουλίες για άμεση υποδοχή προσφύγων από τα ελληνικά νησιά θα ήταν σύμφωνα με τον κ. Μίντελμπεργκ το «λάθος» κίνητρο, επειδή θα παρότρυναν περισσότερους ανθρώπους να έρθουν από την Τουρκία στην Ελλάδα. Σε δικές του δηλώσεις ο χριστιανοδημοκράτης βουλευτής Μάριαν Βεντ διαπίστωσε μιλώντας στο ίδιο πρακτορείο ότι «η κατάσταση στα νησιά είναι κακή, αλλά δεν μπορεί να αποτελέσει λύση, όπως προτείνουν ορισμένοι πολιτικοί. να μεταφερθούν χιλιάδες πρόσφυγες στη Γερμανία».


Μηταράκης στο Βερολίνο

Αφορμή για αυτές τις δηλώσεις είναι η συζήτηση που διεξάγεται εδώ και μήνες στη Γερμανία σε ό,τι αφορά την υποδοχή προσφύγων από τα ελληνικά νησιά, κυρίως ασυνόδευτων ανηλίκων. Πάνω από 40 γερμανικές πόλεις και τρία κρατίδια έχουν εκφράσει την πρόθεση να δεχτούν προσφυγόπουλα. Το πράσινο φως θα πρέπει όμως να το δώσει η γερμανική κυβέρνηση. Σχετική πρόταση που κατέθεσαν οι Πράσινοι και το κόμμα Η Αριστερά στη γερμανική βουλή τέλη Ιανουαρίου απορρίφθηκε με τις ψήφους των Χριστιανοδημοκρατών, των Σοσιαλδημοκρατών, των Φιλελευθέρων και του κόμματος Εναλλακτική για τη Γερμανία ( AfD).

Το όλο θέμα όπως και η γερμανική πρόταση για μια κοινή ευρωπαϊκή πολιτική παροχής ασύλου αναμένεται να συζητήσει την ερχόμενη εβδομάδα ο γερμανός υπουργός Εσωτερικών Χορστ Ζεεχόφερ με τον υπουργό Μετανάστευσης και Ασύλου Νότη Μηταράκη. Σύμφωνα με το DPA η συνάντηση θα πραγματοποιηθεί την Πέμπτη στη γερμανική πρωτεύουσα.

Πηγή Deutsche Welle
Διαβάστε περισσότερα »

Κυριακή, 16 Φεβρουαρίου 2020

Louis de Bernières: why I believe in Brexit


24/1/2020

There is more to Europe than the EU — now the English need to reclaim their sovereignty

At the age of 20, in June of 1975, I became one of the young people who voted to confirm our membership of the European Union. In 2016, my generation voted to bring us back out. Why did we change our minds? There are several reasons, but the main one is simply our loss of sovereignty.

I was personally comfortable with “sharing sovereignty”. The European states were democratic, I felt there was common cause between us, we had a shared interest in an enduring peace between us, and nationalism seemed an unmitigated evil, especially when combined with an ideology.

My own comfort gradually disappeared as it became clearer that our lives were increasingly being shaped by officials whom we had not elected. We had joined the “Common Market” and been told that it was all about free trade, which always sounds like a good thing.

Half the Labour party was opposed to it, however. Remainers have enjoyed depicting Leavers as little Englanders and rightwingers, but there are also impeccable leftwing reasons for opposing membership. I remember the big posters enjoining us to “Say no to the Bosses’ Europe”, and the Labour manifesto of 1983 declaring that we would leave if they were elected. They were worried about food pricing, the Common Agricultural Policy and restrictions on socialist industrial policy.


I also remember that the Scottish nationalists were against membership, perhaps because it was obvious to them back then that being governed by an unelected government in Brussels was even worse than being governed by an elected one in Westminster.

In any arranged marriage a couple sometimes makes the most of a bad job by working hard at pretending to be in love. Even after I perceived the deception, I was arguing that we needed to be part of something that could counterbalance the US and the Soviet Union. My parents had campaigned to join but became sceptical long before I did. This was because they had not anticipated such things as the damage to our fishing industry. More importantly, they felt outraged at having endured two world wars only to end up being subject to laws not drawn up by our own parliament. It was easier for continental Europeans to compromise on democracy because they do not have the advantage of being protected, as we are, by the mere fact of being an island.

As time passed, I came to share my parents’ anxieties. Having researched and written extensively on the two world wars, I increasingly developed a sense of the vastness of the sacrifice, and therefore of how sacrilegious it would be to erode our democracies. I once took my father to visit the battleground in Italy where nearly all his comrades were wiped out in one heroic and doomed attack; 20 tanks destroyed in five minutes. It was a war for the right of nations to self-determination.

Since reunification Germany has become the hegemonic power in Europe; in view of what happened twice in one century, is it unnatural that some people are wary of this? I used to think that one day we would have a proper European parliament. Now I realise that, small-minded as we are, many people would only ever vote for a candidate from their own country.

Like a lot of people who are still Remainers, I had committed a category mistake. I thought that loving the EU was somehow the same thing as loving Europe. I loved Europe’s great cities, its cuisines, its landscapes, its composers and philosophers. I wanted to be Sartre and Camus rolled into one, I wanted to sit outside a taverna on the Plaka, being Theodorakis. If people asked me what I was, I would say “European”.

I am European by culture and inheritance. Perhaps unreasonably I rate our continent’s culture more highly than anyone else’s; I speak French fairly well, and Spanish and German rather badly; my favourite composers are Bach and Beethoven. When I was 18, I travelled all over Europe with a piece of pink card that I bought at the village post office. Now, in part thanks to Islamist terrorism and Angela Merkel’s quixotic humanitarianism, the Schengen arrangement may have to come to an end; the free movement that we all loved the most about the EU may be lost because of the threat to security that is built into it.

Free movement was a double-edged sword in any case. It was fabulous for middle-class families who wanted cheap nannies, gardeners and cleaners, but it alienated the working classes because their neighbourhoods were suddenly and radically changed. There is an area of Ipswich, for example, where there seems to be nobody but eastern Europeans, hanging about, smoking in little knots. To many locals it looks threatening, even if it isn’t. In places such as Lincolnshire it became normal not to recruit from local employment exchanges, but directly from Romania. It is probably true that the indigenous British did not want to do most of that kind of work anyway, but it still sparked resentment.

My daughter Sophie (aged 12) recently asked me if after Brexit Europe would be further away, as if we might be towed into the distance on a steel hawser. She doesn’t know that you cannot be towed away from more than 2,000 years of cultural, social and historical entanglement.

What you can row away from is a troubled political and economic project that has never surmounted the difficulties left behind by the 2008 crash. The eurozone contains incompatible economies, and so it is impossible to fix an interest rate or a general economic policy that fits them all. Greece could have got out of its difficulties expeditiously if it had retained the drachma and been able to devalue.

You can row away from delusions, such as that the EU has maintained European peace, when it was very obviously Nato, with the US providing the majority of the manpower and funding; or the delusion that we cannot rebuild our links with the Commonwealth countries we so shamelessly left in the lurch in the Seventies; or make new agreements elsewhere quite quickly; after all, we will not need the unanimous agreement of 27 other countries.

You can row away from an economic area that is not so much a free-trade zone as a protectionist one. Although today the EU offers preferential terms to many developing countries, it has traditionally helped to keep the developing world undeveloped by charging low tariffs on raw materials, and high tariffs on manufactured goods. The US does the same thing. That’s how the west prevents developing countries from industrialising and competing with us. The EU is still encumbered by the CAP.

You can row away from an economic zone that since reunification has been dominated by Germany. Euros pour into Germany but are not recycled to the periphery. You cannot, however, blame Germany for having the largest economy in the eurozone, and for finding other countries too exasperating to subsidise any further. The French, of course, will be delighted by our departure, because they will become correspondingly more important.

I bumped into David Owen last year. The former foreign secretary told me he had become a Leaver because of what had been done to Greece. That is exactly what finally did it for me too; a whole country reduced to penury for years on end; a country that elected a government on an anti-austerity ticket and was instantly overruled and humiliated by Brussels.

For people like me, with an old-fashioned classical humanist education, Greece holds a special place in the heart. At one time Greece was the only country in Europe that still stood beside us in the second world war. Greece’s humiliating defeat of Mussolini was the beginning of his downfall. After that, his troops lost their confidence and their ideological certainties. During the second world war, the Third Reich looted Greece so thoroughly that they even collected up all the pianos, but, some few years afterwards the Greeks forgave the Germans their war debt. Corrupt as Greece was, she deserved better than to be punished so severely for the crime of having been admitted to the eurozone before she was ready for it.

Now the Conservative party has a new start, as does the country, which at last has a leader who exudes energy, good humour and optimism, and pulls impossible rabbits out of hats even as his detractors scoff. The next rabbit may be a decent trade settlement. No doubt this will be difficult, but it is evident that it only will be accomplished by someone who is positive enough to assume that it can be.


The logic of Brexit should take us further. It has been increasingly obvious to me and fellow Leavers for many years now that the English would be better off on their own. It seems ever more likely that Ireland can be reunified, because all the very good reasons for the North resisting this have gone; the Republic is no longer a corrupt, backward country, it is an energetic vibrant place where anyone would love to live, including me. We are an important trading partner; if Ireland were being strictly rational it would also leave the EU and opt for an Anglo-Irish economic zone.

England has no good reason for wanting to cling on to Northern Ireland, or to Scotland either. The English attachment to Scotland is a sentimental one, but the Scots have fallen out of love with us, and inevitably the English will sooner or later have had enough of the grandstanding of the nationalists. The English have noticed that their own nationalism is the only one that is routinely denigrated and despised, and that also grates.

The English have developed their own “cultural cringe”. I search my memory for its origins and think that it dates from the time when English football fans were notorious all over the world. The flag of St George became the emblem of chanting, rioting, racist rightwing oafs, and so the rest of the English renounced it. I couldn’t travel in France without people wanting to reproach me with les ooligans anglais. Being English was a matter of shame.

In Scotland the Saltire flies everywhere. The English should have reclaimed their flag and thought more about what Englishness is. It is at one level a love of landscape, a rubbing along of like-minded people, a shared language rich in dialect and figures of speech, a love (like the French) of the absurd. The English have lost their sense of themselves as an ancient shared culture, however. In Ireland, Wales and Scotland, the children learn their national dances and songs at school and at home. In England, I doubt if a single child could recite the first verse of “Greensleeves” or knows what a maypole is. In English schools history is taught in a strangely episodic manner — Roman, Tudors, second world war — so students have no continuous historical narrative and get by on what they pick up from misleading historical dramas that they find on their screens. They don’t know how much they don’t know, or how one thing connects to another.

The English don’t even know their country geographically. Most southerners have little interest in what goes on Up North, and most northerners wouldn’t be able to find Guildford on a map.

The trick is to know the difference between nationalism and patriotism. Nationalism is always at somebody else’s expense, whereas patriotism depends upon nothing but itself. “My country, right or wrong” is a road to Hell. “I love my country anyway” is something altogether different.

How the Scots would prosper without the pound, and outside the EU, with possible tariffs between us on the border, is anyone’s guess, but that would not be England’s problem. With any luck even if the Scottish do leave, it seems likely that the Welsh would stay in the union, either out of sentiment or self-interest.

England’s attitude should be like that of any sensible lover: if you love me, stay; if not, I am better off without you. The English should shrug, and agree that it’s understandable that everyone should prefer their own mess to somebody else’s order, because, after all, that’s how we feel ourselves. The English have never formally been asked whether or not they would prefer independence from the other countries of the UK, or even if they would like their own parliament, and it is high time they were.

And so at last, we leave the EU, despite the tireless rearguard actions of ultra-Remainers. We are the rats that left the EU first, and we are probably not the last. But we are not leaving Europe. That is an inconceivable impossibility.

The end of Great Britain also seems to be a distinct, and perhaps even a desirable prospect. However, our neighbourhood of nations will remain a family, bound together by the dialectic of our history, by the uniting in death of far too many of our soldiers, and by our shared cultures. This kind of union is far more valuable, deep and durable than any faltering economic and political experiment could ever be.

People are talking about a “new relationship” between the UK and Europe. If you think that a relationship is all about trade agreements and extradition treaties, then clearly something “new” must be come up with. But the EU is not Europe. Let’s not be confused. Our relationship will be as it always has been, more than 2,000 years old, an oscillation between the polarities of love and hate, respect and disrespect, admiration and contempt, co-operation and churlishness, fascination and disregard, depending upon what providence throws in our path.

No family is constituted and determined by written agreement. The Germans and the French, the Portuguese and the Spanish, the Scottish and Irish, we’re a family whether we’re in the EU or not. Rearranging the fences between our houses does nothing to alter the fact that we are, and always have been, in the same village.

Louis de Bernières’ latest novel ‘So Much Life Left Over’ is published by Vintage

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα »

Σάββατο, 15 Φεβρουαρίου 2020

Πόσο απειλείται η παγκόσμια ναυτιλία από τον κορωνοϊό


14/2/2020

Των Harry Dempsey και Sun Yu

Σε ελεύθερη πτώση τα ναύλα με τα έκτακτα μέτρα να ασκούν πολλαπλές πιέσεις στη ναυτιλία. Ο κομβικός ρόλος της Κίνας και το χτύπημα στα εμπορεύματα. Οι προβλέψεις ανάκαμψης και το «Plan B».

H επιβράδυνση της Κίνας λόγω του θανάσιμου κορωνοϊού έχει βγάλει την παγκόσμια ναυτιλία εκτός πορείας, με τα τέλη διαμετακόμισης να υποχωρούν σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, καθώς τα λιμάνια αρνούνται την είσοδο σε πλοία.

Όλοι οι τομείς της ναυτιλίας, από τα πετρελαιοφόρα, μέχρι τα πλοία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων, έχουν δεχτεί πλήγμα από τον οικονομικό αντίκτυπο των λουκέτων στα εργοστάσια και των ταξιδιωτικών περιορισμών που έχουν επιβληθεί στην Κίνα για τον έλεγχο της εξάπλωσης του ιού. Ο δείκτης Capesize, ο οποίος καταγράφει το κόστος ναύλωσης για μεταφορά ξηρών φορτίων χύδην όπως σιδηρομεταλεύματος, κάρβουνου και σιτηρών, έπεσε σε αρνητικό επίπεδο την περασμένη εβδομάδα για πρώτη φορά από τη δημιουργία του το 1999, καταδεικνύοντας ότι κάποια δρομολόγια είναι ζημιογόνα για τις ναυτιλιακές εταιρείες.


Ναυλομεσίτες και αναλυτές υποστηρίζουν ότι η βουτιά στη ζήτηση για τη μεταφορά αγαθών προς και από την Κίνα -τον μεγαλύτερο καταναλωτή πολλών εμπορευμάτων παγκοσμίως- θα αφήσει το σημάδι της στη ναυτιλιακή βιομηχανία και το trading εμπορευμάτων για αρκετούς μήνες.

«Tα πράγματα είναι όντως δύσκολα» ανέφερε ο Έρικ Χάαβαλντσεν, επικεφαλής έρευνας στην Pareto Securities, επενδυτική τράπεζα με έδρα το Όσλο. «Η Κίνα είναι πολύ σημαντική για οτιδήποτε σχετίζεται με τη ναυτιλία», πρόσθεσε.

Aπό τότε που επέβαλε η Κίνα τα μέτρα περιορισμού του ιού, ναυπηγεία έχουν ερημωθεί, με τους ιδιοκτήτες και τους ναυπηγούς να χάνουν χρήματα από τα ακινητοποιημένα πλοία που περιμένουν να επισκευαστούν. Ένα από τα μεγαλύτερα ναυπηγεία της Κίνας στη Τζινγκτζιάνγκ κοντά στη Σαγκάη υπέβαλε δύο διαδοχικά αιτήματα επαναλειτουργίας τα οποία απορρίφθηκαν από την κυβέρνηση.


«Δεν αντέχουμε να είμαστε σε διακοπές για πολύ καιρό», ανέφερε στέλεχος αυτή την εβδομάδα.

Στο λιμάνι της Ουχάν στο ποτάμι Γιανγκτζέ, ένα υψηλόβαθμο στέλεχος σημείωσε ότι οι αρχές επικεντρώνονται στα φάρμακα και τις πρώτες ανάγκες. «Δεν έχουμε τη δυνατότητα να ασχοληθούμε με άλλα αγαθά», δήλωσε.

H παραγωγική ικανότητα των μεγάλων κινεζικών λιμανιών βρίσκεται 20% με 50% χαμηλότερα από τα φυσιολογικά επίπεδα και πάνω από το ένα τρίτο των λιμανιών ανέφεραν ότι οι αποθήκες ήταν γεμάτες κατά 90%, σύμφωνα με έρευνα που διενεργήθηκε την προηγούμενη εβδομάδα από το Ινστιτούτο Διεθνούς Ναυτιλίας της Σαγκάης, μιας δεξαμενής σκέψης που στηρίζεται από το Πεκίνο.

Οι επιπτώσεις στη ναυτιλιακή βιομηχανία είναι πιθανό να έχουν διάρκεια. Αξιωματούχος της China Merchants Post, διαχειρίστριας λιμανιών με έδρα το Χονγκ Κονγκ, υποστήριξε ότι η επιδημία μπορεί να μειώσει τα ετήσια έσοδα κατά 10% με 25% αν τεθεί υπό έλεγχο στο τέλος Μαρτίου, και ακόμα περισσότερο αν διαρκέσει περισσότερο.

Έξω στη θάλασσα, πληρώματα έχουν ξεμείνει σε πλοία που βρίσκονται κινεζικά ναυπηγεία ή λιμάνια, όπως η Σιγκαπούρη, που εφαρμόζουν αυστηρά μέτρα καραντίνας στα πλοία που έρχονται από την Κίνα. Ο Γκάι Πλάτεν, γενικός γραμματέας στο Διεθνές Ναυτιλιακό Επιμελητήριο, ανέφερε ότι κάποια αγκυροβολημένα σκάφη δεν θα έχουν σε λίγο τρόφιμα.

Tα κινεζικά πληρώματα αναγκάζονται να περάσουν περισσότερο χρόνο στη θάλασσα -συνήθως κάθονται ως έξι μήνες- καθώς τα μέτρα που έχουν ληφθεί καθιστούν πιο δύσκολη την αντικατάσταση τους από άλλους Κινέζους ναυτικούς, σύμφωνα με ναυλομεσίτες.

Τα εμπορεύματα έχουν δεχτεί χτύπημα. Στελέχη από τον ενεργειακό τομέα της Κίνας έχουν υπολογίσει ότι η εγχώρια κατανάλωση αργού μπορεί να υποχωρήσει ως και 25% τον Φεβρουάριο, το οποίο αντιστοιχεί στο 3% της παγκόσμιας ζήτησης. Οι φόβοι αυτοί έχουν οδηγήσει την τιμή του Brent περίπου 15% χαμηλότερα φέτος.

Το αποτέλεσμα είναι τα ναύλα για τα μεγάλα δεξαμενόπλοια που μεταφέρουν αργό πετρέλαιο να έχουν βουτήξει 75% σε έναν μήνα στα 23.000 δολάρια την ημέρα, μια δραματική πτώση σε σχέση με τα 140.000 δολάρια την ημέρα τέσσερις μήνες νωρίτερα.

«Ο κορωνοϊός έχει αρνητικό αντίκτυπο στην αγορά και τη βιομηχανία μας» τόνισε ο Μπράιαν Γκάλαχερ, στέλεχος της Euronav, μια από τις μεγαλύτερες ιδιοκτήτριες πετρελαιοφόρων στον κόσμο.

Ο ιός δεν είναι η μοναδική αρνητική δύναμη στην αγορά των πετρελαιοφόρων. Αναμένεται να γίνουν διαθέσιμα για χρήση περισσότερα πετρελαιοφόρα, καθώς στο τέλος Ιανουαρίου οι ΗΠΑ ήραν τις κυρώσεις στην Cosco, τον μεγαλύτερο ιδιοκτήτη πετρελαιοφόρων στην Κίνα. Στην πιθανή πίεση που θα ασκηθεί στις τιμές των ναύλων πρέπει να προστεθεί και η τάση να υποχωρεί η ζήτηση μετά την κινεζική πρωτοχρονιά.


Mια δυνητική πηγή ανακούφισης για τους ιδιοκτήτες πετρελαιοφόρων είναι η προοπτική να χρησιμοποιηθούν τα πλοία ως πλωτός χώρος αποθήκευσης αργού, καθώς οι χώροι αποθήκευσης στην ξηρά αρχίζουν να τελειώνουν. Ο κ. Γκάλαχερ δήλωσε πως είχε δεχθεί κάποιες ερωτήσεις για την υπηρεσία αυτή, αλλά για την ώρα, δεν είναι μια οικονομική λύση.

Η επιδημία έχει χτυπήσει και άλλους κλάδους της ναυτιλίας. Η AP Moller-Maersk, μια από τις μεγαλύτερες ναυτιλιακές στον κλάδο μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων, έχει ακυρώσει 20 αναχωρήσεις πλοίων από την Κίνα από τότε που ξέσπασε η επιδημία. Ορισμένες ναυτιλιακές δεν άφηναν τα πλοία τους να ταξιδέψουν στην Κίνα εξαιτίας των ρίσκων, ενώ άλλες χρέωναν παραπάνω, ανέφερε ναυλομεσίτης με έδρα την Ασία.

Οι αισιόδοξοι προβλέπουν ότι η ναυτιλία θα ανακάμψει με τα αναμενόμενα μέτρα τόνωσης από το Πεκίνο μόλις θα έχει τεθεί υπό έλεγχο η εξάπλωση του ιού. Αλλά η παρατεταμένη οικονομική διαταραχή μπορεί τελικά να αναγκάσει διάφορες βιομηχανίες, μεταξύ των οποίων και τη ναυτιλία, να επανεξετάσουν την υπερεξάρτησή τους από μια μόνο χώρα και να σκεφτούν τη μεταφορά κάποιων δραστηριοτήτων εκτός Κίνας.

«Είχαμε τον εμπορικό πόλεμο και τώρα προστέθηκε και ο κορωνοϊός» δήλωσε ο Έριικ Μπρέκχουϊζεν, επικεφαλής έρευνας στη ναυλομεσιτική Poten & Partners.

«Κάποιοι θα πουν “περίμενε ένα λεπτό… χρειαζόμαστε ένα Plan B”».

Πηγή 
Διαβάστε περισσότερα »

Νέα πρόταση φιλοξενίας προσφυγόπουλων από τη Λέσβο


15/2/2020

Η SZ αναφέρεται σε μια ακόμη προσφορά από γερμανικό κρατίδιο φιλοξενίας προσφύγων που βρίσκονται στη Λέσβο. «Ναι» σε επαναπροωθήσεις προσφύγων, αποφαίνεται το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα.

Το βόρειο γερμανικό κρατίδιο τoυ Σλέσβιγκ Χολστάιν προστίθεται ανάμεσα στα κρατίδια που δηλώνουν διατεθειμένα να υποδεχθούν ασυνόδευτα παιδιά από προσφυγικούς καταυλισμούς στη Λέσβο. Σύμφωνα με την διαδικτυακή έκδοση της Süddeutsche Zeitung του Μονάχου, σε περίπτωση που βρεθεί κοινή ευρωπαϊκή λύση, το κρατίδιο θα πάρει άμεσα παιδιά και έφηβους, όπως είπε ο τοπικός υπουργός Εσωτερικών Χανς Γιόαχιμ Γκρότε, «δεδομένου ότι τα 5.000 παιδιά εκεί δεν έχουν καμιά προοπτική», όπως τόνισε.

Στο άρθρο η εφημερίδα αποκαλύπτει ότι προηγήθηκε επιστολή προς τον ομοσπονδιακό υπουργό Εσωτερικών Χορστ Ζεεχόφερ, στην οποία ο Γκρότε έκανε έκκληση στον ίδιο και σε όλους τους ευρωπαίους συναδέλφους του, να βρουν άμεσα λύση. Στην ίδια επιστολή ο Γκρότε ζητά από τον Ζεεχόφερ να εγκρίνει το ταξίδι 25 έως 30 νεαρών προσφύγων από τη Λέσβο και να στηρίξει την είσοδο στη χώρα. Η αντιπρόεδρος της τοπικής Βουλής στο Κίελο Αμινάτα Τουρέ, σε δηλώσεις της στο γερμανικό πρακτορείο ειδήσεων που αναδημοσιεύει η γερμανική εφημερίδα, υπενθυμίζει ότι αρκετοί δήμοι και κοινότητες είναι έτοιμοι να φιλοξενήσουν νεαρούς πρόσφυγες από τη Λέσβο, αλλά τώρα χρειάζεται η συναίνεση του Ζεεχόφερ. Χωρίς αυτή δεν μπορούν δήμοι και κοινότητες να δράσουν.


Το ΕΔΔΑ και το pushback προσφύγων

Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα ΕΔΔΑ εκδόθηκε πριν λίγες ημέρες, οι αντιδράσεις όμως στο γερμανικό τύπο συνεχίζονται. Σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου ένα κράτος, εν προκειμένω η Ισπανία, μπορεί να απωθεί πρόσφυγες που πέρασαν παράνομα στην επικράτειά της. Επρόκειτο, πιο συγκεκριμένα, για δύο μετανάστες που πέρασαν στον θύλακα της Ισπανίας Μελίγα στη βόρειο Αφρική. Τμήμα σχολιαστών του γερμανικού τύπου προβάλει ενστάσεις.

Η Frankfurter Rundschau υπογραμμίζει ότι οι δικαστές διατύπωσαν μια εξαιρετικά σκληρή βασική αρχή. Όποιος παράνομα προσπαθεί να εισέλθει σε μια χώρα, μπορεί να απωθείται χωρίς εξέταση εάν χρήζει διεθνούς προστασίας. Και ο σχολιαστής σημειώνει: «Αυτό σημαίνει δικαστική νομιμοποίηση του λεγόμενου push-back των Ισπανών. Σημαίνει επίσης ότι η απειλή βασανιστηρίων ή διώξεων δεν παίζουν κανένα ρόλο πλέον. Το δικαστήριο του Στρασβούργου προκαλεί επικίνδυνο ρήγμα στην αρχή της μη επαναπροώθησης (non refoulemant) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρώπινων Δικαιωμάτων. Εκεί αναφέρεται κατηγορηματικά ότι κανείς δεν πρέπει να υπόκειται σε βασανιστήρια, να υποβάλλεται σε απάνθρώπη, εξευτελιστική ποινή ή μεταχείριση. Τα ανθρώπινα δικαιώματα προστατεύουν ακόμη και έναν κατάδικο από επαναπροώθηση σε χώρα μη ασφαλή…».  


Πρόσφυγες στη γερμανική αγορά εργασίας

Τον μακρύ, αλλά επιτυχημένο, δρόμο προσφύγων να ενταχθούν στην αγορά εργασίας ως ειδικευμένοι εργάτες παρακολουθεί η ενημερωτική εκπομπή tagesshau του πρώτου καναλιού της γερμανικής δημόσιας. Ο ρεπόρτερ συνάντησε το 2018 έναν Σύρο και έναν Ιρακινό λίγο πριν ξεκινήσουν πρακτική εξάσκηση σε μια γερμανική εταιρεία ελαιοχρωματιστών και μετά από ενάμιση χρόνο τους συνάντησε και πάλι. Η διαφορά ήταν ολοφάνερη. Ο Σύρος Μοχάμεντ Αμποντουλά, μπορούσε να συνεννοηθεί στα γερμανικά και είχε ξεκινήσει να δουλεύει σε οικοδομή. «Ο δρόμος του Μοχάμεντ είναι παραδειγματικός για πολλούς πρόσφυγες στη Γερμανία», σημειώνεται στο ρεπορτάζ. «Αποδεικνύεται και από νέα μελέτη του Ινστιτούτου Αγοράς Εργασίας και Ερευνών Αγοράς. Οι ερευνητές ανέλυσαν την επαγγελματική εξέλιξη των προσφύγων ανάμεσα στο 2013 και 2016 στη Γερμανία. Σύμφωνα με την έρευνα στο δεύτερο εξάμηνο του 2018 το 35% είχε θέση εργασίας, το 25% συμμετείχε σε σεμινάρια επαγγελματικά και ενσωμάτωσης. Το 49% των προσφύγων που ζει στη Γερμανία ήδη πέντε χρόνια έχει απασχόληση».

Πηγή Deutsche Welle
Διαβάστε περισσότερα »

Η κ. φον ντερ Λάιεν κατέθεσε για διασπάθιση δημόσιου χρήματος


14/2/2020

Η πρόεδρος της Κομισιόν καταθέτει στην Εξεταστική Επιτροπή της γερμανικής βουλής για διασπάθιση δημοσίου χρήματος. Παρατυπίες σε συμβάσεις ανάθεσης του γερμανικού υπουργείου Άμυνας με εξωτερικούς συμβούλους.

Για πέντε ώρες χθες, από το απόγευμα ως το βράδυ, η πρόεδρος της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν απαντούσε στην Εξεταστική Επιτροπή της γερμανικής βουλής στις ερωτήσεις των βουλευτών. Ήταν η τελευταία από τους 40 μάρτυρες που έχουν καταθέσει τους περασμένους δώδεκα μήνες στην Επιτροπή.Σκοπός της είναι να διερευνήσει αν ευσταθεί η κατηγορία του Ομοσπονδιακού Ελεγκτικού Συνεδρίου για διασπάθιση δημοσίου χρήματος στο υπουργείο Άμυνας κατά την περίοδο της θητείας της κ. φον ντερ Λάιεν. Κατά τον έλεγχο των δαπανών του υπουργείου το Ελεγκτικό Συνέδριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υπήρξε, πρώτον, ανάθεση υπηρεσιών ύψους 200 εκ. ευρώ περίπου σε συμβούλους επιχειρήσεων χωρίς διαγωνισμό, και δεύτερον, αυτές οι υπηρεσίες θα μπορούσαν κάλλιστα να είχαν διεκπεραιωθεί από το προσωπικό του υπουργείου.


Κριτική της αντιπολίτευσης

Στην κατάθεσή της στην Εξεταστική Επιτροπή η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν επέμενε ότι η απασχόληση εξωτερικών συμβούλων ήταν αναγκαία, επειδή το ίδιο το υπουργείο δεν διέθετε το απαραίτητο προσωπικό για να διεκπεραιώσει τον εκσυγχρονισμό σε ό,τι αφορά την ψηφιοποίηση. Παράλληλα, όμως, παραδέχτηκε ότι έχουν γίνει λάθη σχετικά με την ανάθεση συμβάσεων. Βέβαια, όπως τόνισε, η ίδια δεν είχε καμία σχέση με αυτή τη διαδικασία. Αρμόδια ήταν υφιστάμενα τμήματα του υπουργείου.

Την στάση της στην Εξεταστική Επιτροπή επέκριναν βουλευτές τις αντιπολίτευσης. Όπως ενδεικτικά δήλωσαν, η κ. φον ντερ Λάιεν αρνήθηκε να αναλάβει ευθύνες, δεν έχει επίγνωση του σφάλματος και ούτε έδειξε ευαισθητοποίηση για το πρόβλημα. Πάντως αυτές οι κατηγορίες δεν φαίνεται να αρκούν για να ενοχοποιήσουν την Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν ότι είχε δραστήρια εμπλοκή σε ενδεχόμενες παρατυπίες στο υπουργείο Άμυνας. Το πόρισμα της Εξεταστικής Επιτροπής αναμένεται να δημοσιευτεί το καλοκαίρι.

Πηγή Deutsche Welle
Διαβάστε περισσότερα »

Παραίτηση του Βρετανού υπ. Οικονομικών


14/2/2020

Η παραίτηση του Σαντίκ Τζαβίντ λίγο πριν τη ανακοίνωση του ανασχηματισμού της κυβέρνησης έχει βαθύτερες πολιτικές αιτίες, οι οποίες εστιάζονται στην καρδιά της κυβέρνησης - συγκεκριμένα στο γραφείο του πρωθυπουργού.

Επί της ουσίας η παραίτηση ήταν η μόνη διέξοδος για τον πρώην υπουργό Οικονομικών, Σαντίκ Τζαβίντ. Η  Ντάουνινγκ Στρίτ του έθεσε το δίλημμα ή να παραμείνει στη θέση του δίχως το επιλεγμένο από τον ίδιο επιτελείο συμβούλων ή να αποχωρήσει. Η έμμεση πλην σαφής απομάκρυνση του οφείλεται στην επιλογή του Σαντικ Τζαβίντ να ανακοινώσει θέσεις αντίθετες με  αυτές της  κυβέρνησης.

Με δημόσια παρέμβαση του, ο πρώην υπουργός απέρριψε την πολιτική ευθυγράμμισης ανάμεσα σε Βρετανία υρωπαϊκή Ένωση σε σχέση με νόμους και οδηγίες που αφορούν μια σειρά θεμάτων, όπως το περιβάλλον και τα εργασιακά δικαιώματα. Σε δεύτερη παρέμβασή του απέρριπτε την κατάργηση της λιτότητας, τις ανακοινώσεις του πρωθυπουργού σχετικά με μεγάλες επενδύσεις στη Βόρεια Αγγλία και την φορολογία της μεγάλης ακίνητης περιουσίας, δηλαδή τρεις βασικούς πυλώνες της κυβερνητικής πολιτικής.


Η απομάκρυνση του Σαντίκ Τζαβίντ εντείνει τις φήμες  που φέρουν τον Μπόρις Τζόνσον σταδιακά να μετριάζει την σκληρή διαπραγματευτική στάση όσον αφορά την μελλοντική εμπορική σχέση με τις Βρυξέλλες. Η ραγδαία άνοδος της στερλίνας, είναι ακόμα μία ένδειξη για το πως ερμηνεύουν οι αγορές την παραίτηση. Επίσης η επιλογή του αντικαταστάτη του κ. Τζαβίντ, Ρίσι Σουνάκ, ενός νέου και άπειρου πολιτικού, δείχνει ξεκάθαρα πως ο πρωθυπουργός και ο βασικός σύμβουλός του, Ντομινίκ Κάμμινκς, επιχειρούν να αποδυναμώσουν το υπουργείο Οικονομικών, τον έτερο ισχυρό πόλο της κυβέρνησης - κάτι που φαίνεται να πετυχαίνουν…

Πηγή Deutsche Welle
Διαβάστε περισσότερα »

Στην Ευρωβουλή οι παράνομες επαναπροωθήσεις προσφύγων


14/2/2020

Η δραματική κατάσταση των προσφύγων στα εξωτερικά σύνορα της ΕΕ συζητήθηκε για μία ακόμη φορά στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο - αναφορές στις καταγγελίες για «εκατοντάδες επαναπροωθήσεις» σε Ελλάδα και Κροατία.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλεί η προσφυγική πολιτική της Κροατίας, καθώς η χώρα ασκεί την εκ περιτροπής προεδρία της ΕΕ για το πρώτο εξάμηνο του 2020. Στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν είθισται να ακούγονται επικριτικές αναφορές για συγκεκριμένα κράτη-μέλη, εκτός αν πρόκειται για παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών του κράτους δικαίου, οι οποίες δύσκολα μπορούν να μείνουν αναπάντητες. Αυτό ακριβώς εκτιμά ότι συμβαίνει στην περίπτωση της Κροατίας ο ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Κώστας Αρβανίτης, ο οποίος τους τελευταίους μήνες έχει επισκεφθεί πολλούς καταυλισμούς προσφύγων σε ολόκληρη τη νοτιοανατολική Ευρώπη και κάνει λόγο για «εκατοντάδες επαναπροωθήσεις» και για «άσκηση βίας στη Σερβία, στη Βοσνία- Ερζεγοβίνη, στην Κροατία, στη Ρουμανία, στην Ουγγαρία».

Παράλληλα ο έλληνας ευρωβουλευτής εκφράζει την αγανάκτησή του για τους ισχυρισμούς χωρών. όπως της Κροατίας, ότι οι καταγγελίες για τις επαναπροωθήσεις ή την κακομεταχείριση μεταχείριση προσφύγων είναι fake news και αντιτείνει ότι αυτό αποτελεί προσβολή για το έργο των ευρωβουλευτών. Η συζήτηση επεκτείνεται στα (άδεια, είναι η αλήθεια) έδρανα του Στρασβούργου. Συντηρητικοί ευρωβουλευτές προειδοποιούν ότι η άρνηση εισόδου δεν αποτελεί παράνομη επαναπροώθηση, αλλά αναφαίρετο δικαίωμα μίας κυρίαρχης χώρας. Ευρωβουλευτές των Πρασίνων και της Αριστεράς επιμένουν στις αιτιάσεις τους. Η Επίτροπος Έλενα Ντάλι περιορίζεται να επισημάνει ότι «οι επαναπροωθήσεις δεν μπορούν να γίνουν δεκτές», χωρίς να αναφερθεί σε συγκεκριμένα περιστατικά ή συγκεκριμένες χώρες.


Αιχμές για Βοσνία-Ερζεβογίνη

Η υφυπουργός Εξωτερικών της Κροατίας αρμόδια για ευρωπαϊκές υποθέσεις, Νικολίνα Μπρνατς, ξεκαθαρίζει ότι, αν και παρίσταται στη συζήτηση ως εκπρόσωπος της προεδρίας και όχι της χώρας της, δεν θέλει να αφήσει ασχολίαστη τις καταγγελίες. Η ίδια διαβεβαιώνει τους ευρωβουλευτές ότι «αδίκως κατηγορείτει η Κροατία για βίαη αντιμετώπιση των μεταναστών» και ότι «υπάρχει μηδενική ανοχή» στην παράνομη αστυνομική βία.

Από την πλευρά της η κροάτισσα ευρωβουλευτής Ζελιάνα Ζόφκο, η οποία κατάγεται από τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, λέει ότι και η ίδια υπήρξε πρόσφυγας στη διάρκεια του πολέμου στην πρώην Γιουγκοσλαβία, έχει μία ιδιαίτερη ευαισθησία για το ζήτημα αυτό, αλλά δεν ευσταθούν οι αιτιάσεις για άσκηση βίας από την πλευρά των κροατικών αρχών. Δεν λείπουν όμως και οι αιχμές για τη γειτονική Βοσνία-Ερζεγοβίνη, με την οποία η χώρα της μοιράζεται κοινά σύνορα σε μήκος 1.000 χιλιομέτρων. «Ο αρμόδιος υπουργός στη Βοσνία παρέμεινε αδρανής για δύο χρόνια και μόλις την περασμένη εβδομάδα ζήτησε βοήθεια από την Κροατία», αναφέρει χαρακτηριστικά.


«Διεθνής διάσκεψη» για τα ελληνικά νησιά;

Ήταν η δεύτερη φορά μέσα σε έναν μήνα που οι ευρωβουλευτές συζήτησαν τη δραματική κατάσταση των προσφύγων στα εξωτερικά σύνορα της ΕΕ. Η προηγούμενη συζήτηση, στα τέλη Ιανουαρίου στις Βρυξέλλες, αφορούσε κυρίως τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου. Έκτοτε η κατάσταση όχι μόνο δεν έχει βελτιωθεί, αλλά «μάλλον έχει επιδεινωθεί ακόμη περισσότερο στα ελληνικά νησιά», εκτιμά ο νεαρός ευρωβουλευτής των Πρασίνων Ντάμιαν Μπέζελαγκερ. Σε ένα επόμενο βήμα ο σοσιαλδημοκράτης Νόρμπερτ Νόιζερ προτείνει μία διεθνή διάσκεψη για την κατάσταση των προσφύγων, στην οποία θα συμμετάσχουν «η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Ελλάδα, η Κροατία που ασκεί την εκ περιτροπής προεδρία της ΕΕ, καθώς και τα Ηνωμένα Έθνη».

Πάντως δεν λείπουν και οι θετικές αναφορές: εκ μέρους της κροατικής προεδρίας η Νικολίνα Μπρνατς χαρακτηρίζει «θετική εξέλιξη» το νέο νομοθετικό πλαίσιο για το μεταναστευτικό που εξήγγειλε η ελληνική κυβέρνηση, ενώ σημειώνει ότι καταβάλλονται προσπάθειες για την προστασία των ανηλίκων και ότι όλο και περισσότεροι από τους αιτούντες άσυλο μεταφέρονται πλέον από τα νησιά στην ενδοχώρα.

Πηγή Deutsche Welle
Διαβάστε περισσότερα »

«Μπακάλικες» λογικές στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό


14/2/2020

Σε κρίσιμη καμπή η διαπραγμάτευση για την χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά την περίοδο 2021-2027. Οι πλούσιες χώρες ζητούν αυξημένες αρμοδιότητες, αλλά όχι και αυξημένη χρηματοδότηση για την μελλοντική Ευρώπη.

Πώς μπορεί η Ευρώπη να κάνει περισσότερα με τα ίδια ή και λιγότερα χρήματα; Δεν μπορεί, παραδέχεται ο ευρωβουλευτής Ζίγκφριντ Μουρεσάν, αντιπρόεδρος της Επιτροπής Προϋπολογισμών του Κοινοβουλίου. «Ο κόσμος περιμένει πιο πολλά από την ΕΕ για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, την πολιτική ασφάλειας, την προστασία των εξωτερικών συνόρων» λέει ο Ρουμάνος ευρωβουλευτής στην Deutsche Welle. «Να είμαστε όμως ειλικρινείς: Δεν γίνεται να κάνουμε περισσότερα με λιγότερα χρήματα, όταν μάλιστα θέλουμε να διατηρήσουμε την ίδια χρηματοδότηση της αγροτικής πολιτικής και της συνοχής. Δεν μπορείς, για παράδειγμα, να λες ότι η Ευρώπη πρέπει να κάνει πιο πολλά για την προστασία των εξωτερικών συνόρων και την ίδια στιγμή να μειώνεις τα κονδύλια για τη Frontex»

Μέχρι στιγμής οι πλούσιες χώρες θέλουν να διατηρήσουν τη χρηματοδότηση στα σημερινά ή κοντά στα σημερινά επίπεδα, δηλαδή στο 1% του ΑΕΠ. Η τελευταία διαμεσολαβητική πρόταση της φινλανδικής προεδρίας είχε προσεγγίσει το 1,1%, το Ευρωκοινοβούλιο επιμένει στο 1,3%. Την πιο αυστηρή στάση τηρεί η Αυστρία, που απειλεί με βέτο σε ό,τι υπερβαίνει το 1%. Πάμε για μετωπική μάχη Βορείων-Νοτίων; Ας ελπίζουμε πως όχι, απαντά ο Κύπριος ευρωβουλευτής Λευτέρης Χριστοφόρου. «Ελπίζω να μη διαμορφωθεί γεωγραφικά για μία ακόμη φορά» λέει ο ευρωβουλευτής του κυβερνώντος «Δημοκρατικού Συναγερμού». «Η ΕΕ πρέπει να αποδείξει ότι πάει ενωμένη, ότι δεν βλέπει ο καθένας τα μικροσυμφέροντα και το μικρομάγαζό του, αλλά βλέπει την πορεία και την προοπτική της ΕΕ».

Από χώρα συνοχής η Κύπρος αναμένεται να γίνει σύντομα καθαρός «εισφορέας» στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό, δηλαδή να συνεισφέρει περισσότερα απ΄όσα εισπράττει μέσω των κοινοτικών επιδοτήσεων. Θα περάσει άραγε και εκείνη στο στρατόπεδο των «σφιχτοχέρηδων»; «Εγώ θεωρώ ότι η Κύπρος πρέπει να δει ευρύτερα το ζήτημα», τονίζει ο Λευτέρης Χριστοφόρου. «Οφείλουμε να είμαστε πρωταγωνιστές στην αύξηση των εισφορών, γιατί η Κύπρος έχει να επωφεληθεί πολλαπλώς. Είναι η Κύπρος που θέλει ευρωστρατό, άμυνα και ασφάλεια. Είναι η Κύπρος που θέλει συνοριοφύλακες, πράσινη πολιτική, πολιτική ενάντια στον καρκίνο, ευρωπαϊκά προγράμματα...».


Επιχειρηματολογία Brexit και ...μετά το Brexit

Κι όμως, σε πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες η συζήτηση γίνεται πλέον με λογιστικούς όρους: πόσα δίνει και πόσα παίρνει ο καθένας από τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό, γιατί ο ένας παίρνει λιγότερα από τον διπλανό του κλπ Είναι μία λογική που θα πρέπει να εκλείψει, προειδοποιεί ο ευρωβουλευτής Ζίγκφριντ Μουρεσάν, θυμίζοντας ότι το όριο 1% ήταν μία ιδέα του Ντέιβιντ Κάμερον, όταν η Βρετανία ήταν ακόμη μέλος της ΕΕ και συναποφάσιζε για τον προϋπολογισμό. «Πριν το Brexit ακόμα και η Βρετανία συνεισέφερε δέκα δισεκατομμύρια περισσότερα απ’ όσα εισέπραττε, μιλάμε για ποσοστό 0,5% του ΑΕΠ της», λέει ο αντιπρόεδρος της Επιτροπής Προϋπολογισμών. «Από την άλλη πλευρά, ένα ποσοστό 4% του ΑΕΠ οφειλόταν στη συμμετοχή της στην ΕΕ και στην ενιαία αγορά. Βλέπουμε λοιπόν ότι από τη συμμετοχή στην Ευρώπη επωφελούνται όλοι, ακόμη και οι καθαροί πληρωτές».


Επιμένει για «ίδιους πόρους» το Ευρωκοινοβούλιο

Στο αισιόδοξο σενάριο οι Ευρωπαίοι ηγέτες καταλήγουν σε συμβιβασμό για ένα «ταβάνι» χρηματοδότησης στην επόμενη επταετία (το αποκαλούμενο «πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο») σε μία έκακτη σύνοδο κορυφής, που έχει ήδη συγκληθεί για τις 20 Φεβρουαρίου. Θα πρέπει όμως να συμφωνήσει και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ο πρόεδρος της Ευρωβουλής Νταβίντ Σασόλι δηλώνει ότι απορρίπτεται κάθε συμβιβασμός κάτω από το 1,3%. Βέβαια παρόμοιες απειλές είχαν ακουστεί και στο παρελθόν, αλλά τελικά το Κοινοβούλιο δέχθηκε να υποχωρήσει σε λογικά πλαίσια.

Από και και πέρα, μιλώντας στους δημοσιογράφους στο Στρασβούργο, ο Νταβίντ Σασόλι επαναφέρει μία πρόταση που παραδοσιακά ενθουσιάζει τους ευρωβουλευτές, αλλά φοβίζει τις εθνικές κυβερνήσεις: την εξασφάλιση «ιδίων πόρων» για τα ευρωπαϊκά προγράμματα.«Φτάνει πια με τη μεταφορά πόρων από τους εθνικούς προϋπολογισμούς στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό. Θέλουμε να έχουμε δικούς μας πόρους, ώστε μόνοι μας να χρηματοδοτούμε τις όποιες ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες. Αυτό που θέλει το Ευρωκοινοβούλιο είναι η διαπραγμάτευση για τους ίδιους πόρους να γίνει παράλληλα με εκείνη για το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο».

Πηγή Deutsche Welle
Διαβάστε περισσότερα »