2/6/2012
Οι επιπτώσεις από μια πιθανή έξοδο της χώρας από την Ευρωζώνη, σύμφωνα με τους αναλυτές, θα ήταν πολλαπλάσιες από αυτές που βιώνει σήμερα η οικονομία και η κοινωνία. H οικονομία θα έμπαινε σε έναν φαύλο πληθωριστικό κύκλο που θα αναιρούσε τελικά το όποιο θεωρητικό πλεονέκτημα στην ανταγωνιστικότητα από την υποτίμηση του νέου νομίσματος.
Ζοφερή προδιαγράφεται η επόμενη ημέρα σε τυχόν έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ, καθώς οι επιπτώσεις στην οικονομία και την κοινωνία θα ήταν πολλαπλάσιες από τις σημερινές, αλλά και ανεξέλεγκτες ως προς την ένταση και τη διάρκειά τους.
Τα αποτελέσματα από ένα τέτοιο ενδεχόμενο καταγράφει ειδική μελέτη της Εθνικής Τράπεζας αλλά και ξένων χρηματοπιστωτικών οίκων, οι οποίοι προειδοποιούν για σημαντική υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου των Ελλήνων και δυσκολία πρόσβασης σε βασικά αγαθά όπως καύσιμα, φάρμακα και αναγκαίες πρώτες ύλες.
Ωστόσο, τα επερχόμενα δεινά σε μια τέτοια εξέλιξη μπορεί να είναι ακόμη χειρότερα, αφού οι δυσμενείς επιπτώσεις που περιγράφονται αφορούν σε μια ομαλή μετάβαση στο νέο νόμισμα, ενώ εάν η χώρα οδηγηθεί σε άτακτη χρεοκοπία και έξοδο από το ευρώ, οι αναλυτές προειδοποιούν για επερχόμενη καταστροφή.
Σύμφωνα με την ειδική μελέτη της Εθνικής Τράπεζας, η επιστροφή της Ελλάδας στη δραχμή, που μπορεί να προσκληθεί ακόμα και «από ένα μεμονωμένο γεγονός ή άστοχο χειρισμό με αυτοεκπληρούμενη, οδυνηρή κατάληξη, ανεξαρτήτως της ισχυρής πολιτικής βούλησης περί του αντιθέτου», θα οδηγούσε σε υποτίμηση του νέου νομίσματος κατά 65%, πτώση 22% στο ΑΕΠ της χώρας, θα έφερνε εκτόξευση της ανεργίας στο 34% και μείωση κατά του κεφαλήν εισοδήματος κατά 55%.
Παράλληλα το κράτος θα εξαναγκαζόταν σε νομισματική χρηματοδότηση των αναγκών του, δημιουργώντας πληθωριστικό φαύλο κύκλο, με πληθωρισμό άνω του 30% αρχικά και ισχυρή ανοδική τάση στη συνέχεια, που θα ακύρωνε το όποιο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα θα δημιουργούσε η υποτίμηση.
Όπως υποστηρίζεται στην ανάλυση της τράπεζας, οι επιπτώσεις από μια πιθανή έξοδο θα ήταν πολλαπλάσιες από αυτές που βιώνει σήμερα η οικονομία και η κοινωνία. Αναφέρει χαρακτηριστικά ότι η υποτίμηση με ένα σενάριο εξόδου θα ήταν 65%, η ανεργία θα έφτανε στο 34% και το δημόσιο χρέος από 148% στο 373% . Ειδικότερα, οι επιπτώσεις θα ήταν οι εξής:
1. Ανεργία. Ένας στους τρεις εργαζόμενους θα μείνει χωρίς δουλειά
Η ανεργία θα συνεχίσει τον... καλπασμό της, με το εκτιμώμενο ποσοστό να ανεβαίνει στο 34%, δηλαδή στο ένα τρίτο του εργατικού δυναμικού της χώρας. Οι κοινωνικές ομάδες που θα πλήττονταν περισσότερο θα ήταν οι πιο ευάλωτες και συγκεκριμένα οι νέοι, οι λιγότερο εξειδικευμένοι εργαζόμενοι και οι γυναίκες. Μια άλλη επίπτωση της εκτόξευσης της ανεργίας θα ήταν οι αυξημένες ανάγκες για κοινωνικές δαπάνες, δηλαδή για επιδόματα αλλά και για κοινωνικές παροχές σε ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού που θα διαβιούσε χωρίς εργασία.
Στον αντίποδα, δεδομένων των εξαιρετικά δυσμενών τάσεων στην αγορά εργασίας, εκτιμάται ότι θα ήταν εφικρτή και εύλογη η προσαρμογή της στοχοθεσίας του Μνημονίου, ώστε να δοθεί πιο αποτελεσματική στήριξη και ανακούφιση στις κοινωνικά αδύναμες ομάδες και ειδικά στους ανέργους, με εξασφάλιση αντίστοιχων πόρων από το Πρόγραμμα, ενώ γενικά θα μπορούσε να υπάρξει μια αυξημένη πρόνοια για τις πιο αδύναμες κοινωνικές ομάδες.
2. Τιμές. Ο πληθωρισμός θα εκτοξευτεί στα επίπεδα του 30% με 35%
Ο πληθωρισμός θα γυρνούσε στα επίπεδα της δεκαετίας του 1980, όπου είχαμε σταθερά διψήφια νούμερα τιμαρίθμου. Σύμφωνα με την ανάλυση ο πληθωρισμός θα εκτινασσόταν σε επίπεδα 30 με 35%, με κίνδυνο τη δημιουργία ενός φαύλου πληθωριστικού κύκλου που θα αναιρούσε τελικά το όποιο θεωρητικό πλεονέκτημα θα είχαμε από την υποτίμηση στην ανταγωνιστικότητα. Και αυτό διότι οι πιέσεις για αποκατάσταση των μισθολο- γικών απωλειών λόγω μεγάλου πληθωρισμού θα οδηγούσαν σε ακόμη μεγαλύτερο πληθωρισμό συγκριτικά με το βασικό σενάριο. Στην ανάλυση αναφέρεται χαρακτηριστικά η περίοδος 1975-1994, όπου η πραγματική συναλλαγματική ισοτιμία είχε ανατιμηθεί συνολικά 12% εξαιτίας ενός μέσου πληθωρισμού της τάξης του 17%.
3. Δάνεια. Κοντά στο 40% τα επιτόκια, πάνω από 30% οι επισφάλειες
Η Εθνική Τράπεζα στην ειδική μελέτη της κάνει λόγο για ένα κρίσιμο δίλημμα, με το οποίο βρίσκεται αντιμέτωπη η χώρα, ενώ επισημαίνει ότι το πρόγραμμα που εφαρμόστηκε είχε εμφανείς αστοχίες, οι οποίες και ήταν οι αιτίες για μια συσσωρευμένη κοινωνική απογοήτευση και κόπωση που προήλθαν από την πρωτόγνωρη ύφεση και την ανεργία σε επίπεδα άνω του 20%. Από την άλλη όμως πιθανή επιστροφή στη δραχμή θα έχει δραματικές επιπτώσεις στο χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Τα επιτόκια των δανείων θα ανέβαιναν σε επίπεδα υψηλότερα του αναμενόμενου πληθωρισμού κατά 5 μονάδες, δηλαδή θα είχαμε επιτόκια δανεισμού της τάξης του 37%, με προφανείς επιπτώσεις στους δανειζομένους, αφού θα αδυνατούσαν να πληρώσουν τις δόσεις τους και θα οδηγούνταν σε κατασχέσεις. Η δραματική επιδείνωση της ύφεσης και η αύξηση της ανεργίας εκτιμάται ότι θα ωθήσουν τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια σε επίπεδα άνω του 30% των χαρτοφυλακίων χορηγήσεων.
4. Εξαγωγές. Μύθος η ανταγωνιστικότητα λόγω της υποτίμησης
Οι εισαγωγές και οι εξαγωγές θα πλήττονταν εξίσου, παρά τη φαινομενική ανταγωνιστικότητα των εξαγωγών λόγω του υποτιμημένου νομίσματος. Η περιορισμένη πρόσβαση σε συνάλλαγμα θα είχε ως αποτέλεσμα τη δυσκολία προμηθειών των αναγκαίων εισαγόμενων πρώτων υλών που χρειάζονται οι ελληνικές επιχειρήσεις οι οποίες έχουν εξαγωγικό προσανατολισμό. Έτσι θα αναγκάζονταν να περιορίσουν περαιτέρω την παραγωγή τους αντιμετωπίζοντας προβλήματα επιβίωσης, ενώ το ίδιο πρόβλημα θα είχαν και οι επιχειρήσεις παραγωγής προϊόντων για εγχώρια κατανάλωση. Αλλά και οι εισαγωγικές επιχειρήσεις δεν θα μπορούσαν να προμηθευτούν προϊόντα λόγω έλλειψης συναλλάγματος αλλά και γενικότερης αδυναμίας χρηματοδότησης.
5. Τουρισμός. Ένα βήμα μπροστά... τρία βήματα πίσω
Ο τουρισμός, άλλος ένας κλάδος που υποτίθεται ευνοείται από μια υποτίμηση, θα αντιμετώπιζε σημαντικά προβλήματα, αφού δεν θα απολάμβανε το σύνολο του πλεονεκτήματος του χαμηλού κόστους που θα είχε πλέον το τουριστικό προϊόν. Αυτό διότι ο συγκεκριμένος κλάδος είναι εξαιρετικά ευαίσθητος σε παράγοντες που συνδέονται με μεταφορικό κόστος και τιμές ενέργειας, οι οποίοι και θα απορροφούσαν ένα σημαντικό τμήμα του οφέλους από την υποτίμηση. Οπως επισημαίνεται, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, ο κλάδος θα είχε να αντιμετωπίσει και το δραματικό πλήγμα από την αβεβαιότητα της χώρας στο εξωτερικό.
Μαζί με τους φτωχούς συγγενείς
Η Ελλάδα θα κατέβει πολλά σκαλιά σε σχέση με τη σημερινή πραγματικότητα και το κατά κεφαλήν εισόδημα θα βρεθεί κάτω ακόμα και από αυτό σε χώρες όπως η Κροατία, η Πολωνία και η Λετονία.
6. Κρατικές δαπάνες. Δραματική περικοπή εξαιτίας των ελλειμμάτων
Το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών που ήταν το 2011 9,8%, θα πρέπει να μετατραπεί άμεσα σε πλεόνασμα λόγω της διακοπής της χρηματοδότησης που εξασφαλίζει το υφιστάμενο πρόγραμμα και ελλείψει πρόσβασης στις αγορές. Ετσι θα μπορούσε να εξασφαλιστεί η απαραίτητη εισροή ξένου συναλλάγματος, προκειμένου να χρηματοδοτηθούν οι εισαγωγές και να καλυφθούν τα τοκοχρεολύσια των εξωτερικού χρέους.
Το χρηματοδοτικό κενό που συνεπάγεται το δημοσιονομικό έλλειμμα είτε θα οδηγούσε σε άμεσο μηδενισμό του ελλείμματος με δραματική περικοπή δαπανών, είτε θα χρηματοδοτούνταν από την εθνική κεντρική τράπεζα με κυκλοφορία νέου νομίσματος, δημιουργώντας ισχυρές και αυτοτροφοδοτούμενες πληθωριστικές πιέσεις.
7. Επίπεδο ζωής. Σε μέγγενη φτώχειας εργαζόμενοι και επιχειρήσεις
Το κατά κεφαλήν εισόδημα του μέσου Ελληνα θα υποστεί δραματική κάμψη, καθώς θα πέσουμε από τα επίπεδα των 19.400 ευρώ που είναι σήμερα το μέσο επίπεδο εισοδήματος, στα 8.700 ευρώ. Η πτώση θα είναι της τάξης του 55%, εξέλιξη που θα κατεβάσει την Ελλάδα πολλά σκαλιά σε σχέση με τη σημερινή πραγματικότητα και θα βρεθούμε κάτω ακόμα και από χώρες όπως η Κροατία, η Πολωνία και η Λετονία, ενώ θα είμαστε μία θέση πάνω από την Τουρκία. Το κακό, όμως, δεν θα σταματούσε εδώ, καθώς η δυσκολία πρόσβασης σε συνάλλαγμα θα έκανε τη χώρα να αθετήσει το μεγαλύτερο τμήμα των υποχρεώσεων προς τους δανειστές της από το εξωτερικό (325 δισ. ευρώ), με πρωτοφανείς δυσμενείς συνέπειες σε διακρατικό επίπεδο και στις συναλλαγές των ελληνικών επιχειρήσεων με το εξωτερικό.
8. Εξωτερική πολιτική. Στη «μαύρη τρύπα» του χρέους οι διεθνείς σχέσεις
Η επιστροφή σε εθνικό νόμισμα από το ευρώ θα καταστήσει αναπόφευκτη την αθέτηση ενός μεγάλου τμήματος του εξωτερικού χρέους της Ελλάδας, που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τα 148 δισ. των δανείων που έχει ήδη λάβει το ελληνικό Δημόσιο στο πλαίσιο των δύο προγραμμάτων στήριξης από τους εταίρους και το ΔΝΤ, τις υποχρεώσεις του ελληνικού τραπεζικού τομέα στο Ευρωσύστημα (άνω των 130 δισ.), τα ελληνικά ομόλογα που κατέχει η ΕΚΤ και άλλες κεντρικές τράπεζες (σχεδόν 35 δισ.), καθώς και το εξωτερικό χρέος του ελληνικού ιδιωτικού τομέα (12 δισ.). Χωρίς την αθέτηση σημαντικού τμήματος αυτών των υποχρεώσεων εξυπηρέτησης χρέους, ο συνδυασμός της υποτίμησης και της ύφεσης θα εκτόξευαν το συνολικό δημόσιο χρέος (συμπεριλαμβανομένου του εσωτερικού χρέους) σε επίπεδο άνω του 370% του ΑΕΠ και θα δημιουργούσαν την ανάγκη για μεγαλύτερο (και προφανώς ανέφικτο) πλεόνασμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, προκειμένου να πληρώνονται τα χρεολύσια του εξωτερικού δημοσίου χρέους. Κατά συνέπεια η Ελλάδα δεν θα είχε άλλη επιλογή από το να αθετήσει ένα σημαντικό μέρος των δανειακών της υποχρεώσεων, με σημαντικές αρνητικές συνέπειες στις σχέσεις μας με τους εταίρους και τη διεθνή κοινότητα.
9. Δημόσια έσοδα. Άδεια ταμεία παρά τη στάση πληρωμών στους δανειστές
Ακόμη και μετά την αθέτηση του Δημοσίου προς τους δανειστές του, το χρηματοδοτικό κενό του προϋπολογισμού θα παρέμενε σχετικά υψηλό. Τα δημόσια έσοδα θα συρρικνώνονταν ακόμη περισσότερο, λόγω της βαθύτερης ύφεσης και της αυξανόμενης ανασφάλειας στη χώρα. Παράλληλα, οι δαπάνες θα διογκώνονταν λόγω της επίδρασης της υποτίμησης στο κόστος των εισαγόμενων αγαθών και των αυξημένων αναγκών για κοινωνικές δαπάνες, εξαιτίας της εκτόξευσης της ανεργίας σε επίπεδα σημαντικά υψηλότερα από τα σημερινά.
Τα δημοσιονομικά βάρη θα προέρχονταν από την ανάγκη κάλυψης των επιπρόσθετων κεφαλαιακών αναγκών του χρηματοπιστωτικού συστήματος εξαιτίας της σχεδόν ολοκληρωτικής αθέτησης των υποχρεώσεων αποπληρωμής της ρευστότητας που αντλείται από το Ευρωσύστημα, καθώς και της αθέτησης της υποχρέωσης αποπληρωμής των νέων ομολόγων του Δημοσίου και της σημαντικής, περαιτέρω, επιδείνωσης της ποιότητας των χαρτοφυλακίων χορηγήσεων.
Η εναλλακτική
Παράταση στο μνημόνιο με επιπλέον χρηματοδότηση
Όπως υποστηρίζει η Εθνική Τράπεζα, οι Ευρωπαίοι εταίροι μας -με δεδομένα τα σύννεφα της ύφεσης που πυκνώνουν πάνω από την Ευρώπη- θα αντιμετώπιζαν με μεγαλύτερη ευελιξία μια βελτίωση του προγράμματος. Όπως αναφέρεται στη μελέτη, η ευελιξία αυτή θα αφορούσε την επιμήκυνση του χρόνου προσαρμογής και την επιπρόσθετη χρηματοδότηση, συνδέοντας όμως τις αλλαγές με την εξασφάλιση μιας «αξιόπιστης πολιτικής δέσμευσης για αποφασιστική και συνεκτική εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων».
Όπως αναφέρει η τράπεζα, για να επιτευχθεί ο μεσοπρόθεσμος στόχος του νέου Προγράμματος για πρωτογενές πλεόνασμα της τάξης του 4,5% του ΑΕΠ (από έλλειμμα 2,2% το 2011), το Πρόγραμμα προβλέπει τον προσδιορισμό μέτρων ίσων με 11,5 δισ. ευρώ (5,5% του ΑΕΠ για τα έτη 2013-'14).
Με την ύφεση το 2012 να υπερβαίνει πιθανότατα το 5% του ΑΕΠ -δεδομένου του δυσμενέστερου εγχώριου και εξωτερικού περιβάλλοντος- και της υψηλής αβεβαιότητας (π.χ. η διαρκής αγωνία για την εκταμίευση ή μη κάθε δόσης του Προγράμματος), το εύλογο ερώτημα είναι κατά πόσο μπορεί να συμφωνηθεί με τους εταίρους μας μια πιο σταδιακή στρατηγική για τη δημοσιονομική προσαρμογή, η οποία προφανώς θα απαιτήσει και αυξημένη χρηματοδότηση από την πλευρά τους.
Εκτιμάται ότι μια ρεαλιστική επιμήκυνση της περιόδου προσαρμογής θα δημιουργούσε την ανάγκη για 5-10 δισ. ευρώ επιπλέον χρηματοδότησης και θα απαιτούσε σχετική απόφαση του Συμβουλίου Κορυφής της ΕΕ, καθώς και εγκρίσεις ενός σημαντικού αριθμού κοινοβουλίων χωρών-μελών της Ευρωζώνης.
Πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου