2/2/2010
Τις νομικές δυσκολίες που παρουσιάζει η έξοδος ενός κράτους-μέλους από την Ευρωζώνη παρουσιάζει έρευνα του Τμήματος Μελετών και Αναλύσεων της Merit Securities και ο κ. Θεόδωρος Στάθης.
Βασισμένη σε νομική μελέτη της Ε.Κ.Τ. (Withdrawal and expulsion from the EU and EMU: some reflections, by Phoebus Athanassiou, December 2009), η Merit σημειώνει τα εξής:
«Μέχρι πρόσφατα, το να μίλαγε κανείς για απόσχιση από την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) θα άγγιζε τη σφαίρα του παράλογου λαμβάνοντας υπόψη τη συμβολή της ΕΕ στην ειρήνη και σταθερότητα της Ευρώπης, την συνεχή επέκταση των συνόρων της, την επιτυχία των διευρύνσεων της και την έλξη που ασκεί στα ευρωπαϊκά κράτη. Το ίδιο μπορεί να λεχθεί και για την εθελοντική έξοδο από την ΟΝΕ, έναν από τους σημαντικότερους τομείς ανάπτυξης της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, η οποία θεωρείται ευρέως ότι:
α. απέτρεψε νομισματικές κρίσεις,
β. συνέβαλε στην οικονομική ολοκλήρωση, την ανάπτυξη της αγοράς και της ευημερίας σε ολόκληρη την ΕΕ, και
γ. βελτίωσε την ανθεκτικότητα κρατών μελών που έχουν υιοθετήσει το ευρώ έναντι των εισαγόμενων κρίσεων.
Ο σκοπός του παρόντος κειμένου είναι να εξετάσει τις νομικές παραμέτρους μιας εκούσιας ή αναγκαστικής εξόδου ενός κράτους μέλους από την ΕΕ ή/και την ΟΝΕ και ουσιαστικά χωρίζεται σε τρία μέρη:
α. Εξετάζει το θέμα της εθελούσιας αποχώρησης κράτους μέλους από την ΕΕ ή/και την ΟΝΕ.
β. Εξετάζει τα νομικά και εννοιολογικά ζητήματα που προκύπτουν από μια πιθανή απέλαση ενός κράτους μέλους από την ΕΕ ή/και την ΟΝΕ.
γ. Παρέχει μια επισκόπηση των επιπτώσεων μιας εξόδου κράτους μέλους από την ΕΕ ή/και την ΟΝΕ
Επιπρόσθετα, θα υποστηριχθεί ότι μονομερή αποχώρηση από την ΕΕ δεν θα ήταν, για λόγους δημοσίου διεθνούς δικαίου, εφικτή, αν και μπορούν να υπάρξουν σοβαρές αντιρρήσεις για αυτό και ότι η αποχώρηση από την ΟΝΕ χωρίς παράλληλη αποχώρηση από την ΕΕ είναι νομικά αδύνατη. Όσον αφορά την αποβολή ενός κράτος μέλους, είτε από την ΕΕ είτε από την ΟΝΕ, το συμπέρασμα είναι ότι, ενώ αυτό μπορεί να είναι δυνατόν σε πρακτικό επίπεδο – έστω και έμμεσα, ελλείψει ρητού μηχανισμού στην Συνθήκη για την Ε.Ε. – μια αποβολή είτε από την ΕΕ ή την ΟΝΕ θα ήταν τόσο δύσκολη, εννοιολογικά, νομικά και πρακτικά, που η πιθανότητα της θα ήταν κοντά στο μηδέν.
Α. Μονομερής αποχώρηση από την Ε.Ε. ή την ΟΝΕ
Η διάκριση μεταξύ μονομερούς και διαπραγματεύσιμης αποχώρησης είναι σημαντική, δεδομένου ότι οποιαδήποτε έρευνα σχετικά με την ύπαρξη ενός νομικού δικαιώματος υπαναχώρησης μπορεί να αφορά μόνο μια μη διαπραγματεύσιμη αποχώρηση (διαπραγματεύσιμες αποχωρήσεις, είναι πάντα δυνατές).
Καμία συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση με εξαίρεση τη Συνθήκη για ίδρυση της ευρωπαϊκής κοινότητας χάλυβα και άνθρακα δεν εμπεριείχε ρήτρα για την αποχώρηση ενός κράτους μέλους μέχρι και τη Συνθήκη της Λισσαβόνας η οποία προβλέπει την αποχώρηση (μονομερής ή διαπραγματεύσιμη) ενός κράτους μέλους. Οι πιθανοί λόγοι για τους οποίους συνέβαινε αυτό ήταν για να αποφευχθεί η αμφισβήτηση της δέσμευσης ενός κράτους μέλους να τηρήσει αυτά που είχε συμφωνήσει, η αποτροπή μιας τέτοιας δυνατότητας και να αποφευχθεί η εκπόνηση μιας διαδικασίας αποχώρησης και των συνεπειών της. Ο τρίτος λόγος παρόλο που φαίνεται ασήμαντος, στην πραγματικότητα αποτελεί έναν κανονικό σκόπελο. Για παράδειγμα μια πιθανή αποχώρηση ενός κράτους μέλους από την ΟΝΕ θα είχε ως συνέπεια (α) τη δημιουργία ενός νέου νομίσματος ή την επαναφορά της παλαιότερης ισοτιμίας του κράτους μέλους, (β) την επιστροφή των κεφαλαίων συνεισφοράς της αποχωρούσης εθνικής κεντρικής τράπεζας από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) κεφαλαίων και την επιστροφή των συναλλαγματικών διαθεσίμων που είχαν μεταφερθεί στο Ευρωσύστημα και (γ) την πλήρη μεταβίβαση της νομισματικής κυριαρχίας πίσω στην αποσχισθείσα εθνική κεντρική τράπεζα με
όλες τις πρακτικές δυσκολίες και οι νομικές αβεβαιότητες που αυτή συνεπάγεται για εκκρεμείς πράξεις νομισματικής πολιτικής, ιδίως στην περίπτωση μονομερούς αποχώρησης. Σε ότι αφορά το κράτος μέλος που θα αποχωρήσει από την ΕΕ, οι περιπλοκές που περιβάλλουν την αποχώρηση είναι πολλές και επηρεάζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις κάθε φυσικού ή νομικού πρόσωπο εντός ή εκτός του εδάφους του. Η παραπάνω μη ύπαρξη σαφών κανόνων και διαδικασιών από το πρωτογενές δίκαιο της ένωσης σε κάθε περίπτωση μπορεί να μεταφραστεί με δύο τρόπους: είτε ότι το δικαίωμα του αποχώρησης του κράτους μέλους προϋπήρχε καθώς θα μπορούσε να ασκήσει τα κυριαρχικά του δικαιώματα και να αποχωρήσει από την Ένωση, είτε ότι η μη ύπαρξη σαφών κανόνων και διαδικασιών ήταν σκόπιμη και η αποχώρηση ήταν ανέφικτη εξ αρχής και τόνιζε τη δέσμευση των κρατών μελών για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.
Η συνθήκη της Λισσαβόνας στο άρθρο 50 προβλέπει την αποχώρηση ενός κράτους μέλους από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Πιο συγκεκριμένα το άρθρο 50 αναφέρει:
1. Κάθε κράτος μέλος μπορεί να αποφασίσει να αποχωρήσει από την Ένωση, σύμφωνα με τους εσωτερικούς συνταγματικούς του κανόνες.
2. Το κράτος μέλος που αποφασίζει να αποχωρήσει γνωστοποιεί την πρόθεσή του στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Υπό το πρίσμα των προσανατολισμών του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, η Ένωση προβαίνει σε διαπραγματεύσεις και συνάπτει με το εν λόγω κράτος συμφωνία που καθορίζει τις λεπτομερείς ρυθμίσεις για την αποχώρησή του, λαμβάνοντας υπόψη το πλαίσιο των μελλοντικών του σχέσεων με την Ένωση. Η διαπραγμάτευση της συμφωνίας αυτής γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 218,παράγραφος 3, της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η συμφωνία συνάπτεται εξ ονόματος της Ένωσης από το Συμβούλιο, το οποίο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία, μετά από την έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
3. Οι Συνθήκες παύουν να ισχύουν στο εν λόγω κράτος από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της συμφωνίας αποχώρησης ή, ελλείψει τέτοιας συμφωνίας, δύο έτη μετά τη γνωστοποίηση που μνημονεύεται στην παράγραφο 2, εκτός εάν το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, σε συμφωνία με το εν λόγω κράτος μέλος, αποφασίσει ομόφωνα την παράταση της προθεσμίας αυτής.
4. Για τους σκοπούς των παραγράφων 2 και 3, το μέλος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Συμβουλίου που αντιπροσωπεύει το αποχωρούν κράτος μέλος δεν συμμετέχει ούτε στις συζητήσεις ούτε στις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ή του Συμβουλίου που το αφορούν. Η ειδική πλειοψηφία ορίζεται βάσει του άρθρου238,παράγραφος 3, στοιχείο β), της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
5. Εάν το κράτος που αποχώρησε από την Ένωση ζητήσει την εκ νέου προσχώρησή του, η αίτησή αυτή υπόκειται στη διαδικασία του άρθρου 49.
Το παραπάνω άρθρο της Συνθήκης εγείρει δύο τουλάχιστον εύλογα ζητήματα. Πρώτον, η ρήτρα αποχώρησης φαίνεται να ενδείκνυται εάν μόνο ένα ή δύο κράτη μέλη όφειλαν να αποσύρουν κάθε φορά, αλλά όχι για μια μαζική έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Δεύτερον, και ίσως το πιο σοβαρό, είναι ότι η ρήτρα αποχώρησης δεν περιέχει ειδικές διατάξεις σχετικά με τις απαιτήσεις για την απόσυρση του κράτους μέλους που έχει υιοθετήσει το ευρώ.
Πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου