Κυριακή 7 Απριλίου 2013

Financial Times: Ο οικονομικός εθνικισμός θα φέρει καταστροφή


2/2/2013

Του Stephen King*

Οι νομισματικοί πόλεμοι μπορεί να κυριαρχούν στα πρωτοσέλιδα, αλλά δεν είναι παρά το σύμπτωμα ενός προβλήματος με πολύ βαθύτερες ρίζες. Παρατηρούμε την επιστροφή του οικονομικού εθνικισμού. Στη σύνοδο των G20 το 2009 στο Λονδίνο, για μια φευγαλέα στιγμή φάνηκε πως τα έθνη είχαν μάθει να συνεργάζονται για να λύσουν τα οικονομικά και χρηματοπιστωτικά προβλήματα του πλανήτη. Αυτό το όνειρο δεν υπάρχει πια. Η επίμονη οικονομική στασιμότητα έχει υποχρεώσει τους πολιτικούς ηγέτες μας να προσπαθούν όλο και περισσότερο να βρουν εθνικές λύσεις σε ένα πρόβλημα που όσο πάει περιπλέκεται σε διεθνές επίπεδο.

Η προσέγγισή τους δεν είναι παράξενη. Οι πολιτικοί λογοδοτούν στους ψηφοφόρους τους -και στα εγχώρια ΜΜΕ- περισσότερο από οποιονδήποτε. Τον παλιό καλό καιρό, όταν η παγκοσμιοποίηση έδειχνε να προσφέρει βελτίωση του βιοτικού επιπέδου για όλους, δεν υπήρχε σύγκρουση. Οι ηγέτες μας μπορούσαν να στηρίζουν ταυτοχρόνως την αρχιτεκτονική της παγκοσμιοποίησης, λαμβάνοντας τα εύσημα της ευμάρειας στην πατρίδα τους. Αυτό όμως άλλαξε. Αν και η παγκοσμιοποίηση έχει σίγουρα βγάλει εκατομμύρια Κινέζους και Ινδούς από τη φτώχεια κι έχει μετατρέψει τους πλούσιους Δυτικούς σε πάμπλουτους, είναι ελάχιστη η παρηγοριά για τα εκατομμύρια πολίτες της Δύσης που είναι βαριά φορτωμένοι με χρέη και έχουν χρόνια να δουν αύξηση μισθού.

Δεν είναι ότι θέλουν τα έθνη να γίνουν προστατευτικά. Αντίθετα, είναι οι θιασώτες της παγκοσμιοποίησης που έχουν κρυφτεί. Δεν τους είναι εύκολο πια να ισχυριστούν ότι οι δυνάμεις του διεθνισμού έχουν φέρει δώρα για όλους. Χωρίς αυτούς τους θιασώτες, όμως, ο πειρασμός της επιβολής οικονομικού εθνικισμού γίνεται ακόμη μεγαλύτερος.

Ο οικονομικός εθνικισμός, ωστόσο, είναι γεμάτος αντιφάσεις. Μπορεί να είναι λογικό για τους ρυθμιστές μιας χώρας να προωθήσουν μόνοι τους νομισματική υποτίμηση, ειδικά όταν από τις ενδείξεις φαίνεται ότι ένα νόμισμα είναι σημαντικά υπερτιμημένο. Αλλά δεν έχει νόημα να προωθούν υποτιμήσεις πολλές χώρες μαζί. Δεν είναι δυνατόν όλες, παράλληλα, να έχουν υπερτιμημένα νομίσματα. Αντίστοιχα, ίσως είναι λογικό για τις χώρες με χαμηλά επίπεδα χρέους και υγιή ισοζύγια πληρωμών να απαιτούν να ακολουθήσουν οι άλλοι τα βήματά τους, αλλά απλώς δεν είναι δυνατόν όλα τα έθνη ταυτόχρονα να έχουν πλεονασματικά ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών, παρά τους ευσεβείς πόθους των συντηρητικών οικονομολόγων της Γερμανίας.

Δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς, παρά να ζούμε σε έναν διαδραστικό κόσμο. Αυτές οι συνδέσεις μας, καλές ή κακές, σχηματοποιούν την οικονομική τύχη όλων. Ο οικονομικός εθνικισμός αυτό που κάνει είναι να αγνοεί αυτές τις συνδέσεις. Προσποιείται ότι κάθε χώρα μπορεί να καθορίζει την τύχη της, βαδίζοντας με τον δικό της ρυθμό, έστω κι αν άλλες παίρνουν εντελώς διαφορετικές κατευθύνσεις.

Στην πραγματικότητα, δεν είναι παρά μια λαϊκίστικη επιστημονική φαντασία: Τα πάνω και τα κάτω ενός οικονομικού κύκλου σε μια χώρα είναι στενά συντονισμένα με τις αντίστοιχες κινήσεις αλλού. Η επιτυχία των νομισματικών υποτιμήσεων εξαρτάται τόσο από την προθυμία των ξένων να αγοράσουν φθηνές εξαγωγές, όσο και από τον βαθμό της αύξησης στον εγχώριο πληθωρισμό λόγω των υψηλότερων τιμών εισαγωγών. Τα πλεονεκτήματα της ποσοτικής χαλάρωσης θα εξασθενήσουν αν αυτή καταλήξει σε σημαντική αύξηση των τιμών των εμπορευμάτων. Και οι προσπάθειες αυξήσεων των φόρων για να μειωθούν τα ελλείμματα ίσως απλώς καταλήξουν σε έξοδο ταλέντων, για παράδειγμα, από το Παρίσι στο Λονδίνο.

Ο Μοχάμετ ελ Εριάν (σ.σ.: το αφεντικό της Pimco, του μεγαλύτερου επενδυτή στο χώρο των κρατικών ομολόγων) έχει απόλυτο δίκιο όταν προειδοποιεί για τους κινδύνους που εγκυμονούν για την Ευρωζώνη οι στρατηγικές νομισματικής χαλάρωσης τις οποίες επιβάλλουν άλλες χώρες. Αν η Ιαπωνία καταφέρει να ρίξει το γεν, αν οι Αμερικανοί συνεχίσουν να τυπώνουν χρήμα για να ρίξουν την ανεργία κάτω από το 7% και αν η Τράπεζα της Αγγλίας υπό τον Μαρκ Κάρνεϊ επιβάλει νέα στρατηγική, φιλική προς την ανάπτυξη, με χαλαρή στάση για τη σταθερότητα τιμών βραχυπρόθεσμα, υπάρχει κίνδυνος να ανατραπεί όλη η καλή δουλειά που έχει κάνει ο διοικητής της ΕΚΤ, Μάριο Ντράγκι, για τη σταθεροποίηση του νομισματικού συστήματος της Ευρωζώνης. Το κόστος εργασίας στον ευρωπαϊκό Νότο παραμένει πολύ υψηλό. Η ισχυροποίηση του ευρώ θα εξανεμίσει τις ελπίδες για μελλοντική αναγέννηση της ανάπτυξης.

Οι επιπτώσεις μιας τέτοιας αποτυχίας θα είναι σίγουρα επώδυνες. Ο ευρωπαϊκός Νότος χρειάζεται πάνω απ’ όλα ανάπτυξη για να μπορέσει να βελτιώσει τη δημοσιονομική του θέση. Χωρίς ανάπτυξη, αυτή η δημοσιονομική θέση θα επιδεινωθεί. Ακόμη και με την προσφορά βοήθειας από την ΕΚΤ με την αγορά ομολόγων, οι αυξήσεις στα κρατικά χρέη αναπόφευκτα θα πυροδοτήσουν κρίση πολιτική και οικονομική. Πόσο θα αντέξουν οι πιστώτριες χώρες του ευρωπαϊκού Βορρά να στηρίζουν τις ανεξέλεγκτες τροχιές των χρεών του Νότου; Και όταν αυτή η στήριξη αναπόφευκτα εξασθενήσει, θα βρεθεί η οικονομία της Ευρωζώνης για μία φορά ακόμη στο χείλος της υφεσιακής αβύσσου;

Ο κίνδυνος αυτός αποκαλύπτει μια κρυφή αλήθεια για τον οικονομικό εθνικισμό. Συχνά μπορεί να καταλήξει όχι σε ταχύτερη ανάπτυξη, αλλά, αντίθετα, σε παγκόσμια αναδιανομή του οικονομικού πόνου. Αυτό που βλέπουμε να εξελίσσεται είναι μια μάχη ανάμεσα στα συμφέροντα των πιστωτών και των χρεωμένων διεθνώς. Καθώς τα επίπεδα της παγκόσμιας παραγωγής είναι πολύ χαμηλότερα απ’ όσο θα περίμενε κανείς λίγα χρόνια πριν, οι πιστωτές έχουν κίνητρο να μεταθέσουν το βάρος της προσαρμογής στους δανειολήπτες, απαιτώντας επίπονη λιτότητα από τους «αμαρτωλούς». Οι χρεωμένοι, εν τω μεταξύ, έχουν κίνητρα να περάσουν το βάρος της προσαρμογής στους πιστωτές μέσω νομισματικών υποτιμήσεων, χρεοστασίων και διασώσεων.

Αντιμέτωποι με αυτά τα ανταγωνιστικά κίνητρα, δεν είναι να απορεί κανείς που δεν μπορούμε να επιστρέψουμε στους αναπτυξιακούς ρυθμούς του παρελθόντος. Ο οικονομικός εθνικισμός μπορεί να προσφέρει βραχυπρόθεσμη ανακούφιση, αλλά, ως πολιτική απάντηση σε μια οικονομική αποτυχία, απλώς κινδυνεύει να μας κλειδώσει στην οικονομική αποτυχία για το μακροπρόθεσμο μέλλον.

* Ο Σ. Κινγκ είναι οικονομολόγος του ομίλου HSBC

Πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου