Τρίτη 28 Μαΐου 2013

FT: Γερμανικό μονοπώλιο στο φτηνό χρήμα


28/520/13

Του Chris Bryant

Για τους ευρωπαϊκούς βιομηχανικούς ομίλους που αναζητούν φθηνό τραπεζικό δάνειο ή φθηνή χρηματοδότηση μέσω της αγοράς ομολόγων, αυτή είναι η καλύτερη αλλά και η χειρότερη περίοδος. Για τις μικρές και τις μεσαίες επιχειρήσεις των οικονομιών της ευρωπαϊκής περιφέρειας, όπως η Ιταλία ή η Ισπανία, τα τραπεζικά δάνεια είναι ακριβά και σπάνια. Σε αντίθεση, οι μεγάλες εισηγμένες ευρωπαϊκές επιχειρήσεις έχουν τη δυνατότητα να δανειστούν με ιστορικά χαμηλά επιτόκια.

«Το περιβάλλον χρηματοδότησης για τις γερμανικές επιχειρήσεις είναι τόσο ισχυρό όσο ήταν πάντα» δηλώνει ο Martin Reitz, της Rothschild στη Γερμανία. Μεταξύ των επιχειρήσεων που ευνοούνται από αυτήν την τάση είναι η Siemens, ο γερμανικός βιομηχανικός όμιλος που τον προηγούμενο μήνα προχώρησε σε swap ομολόγων ύψους 3 δισ. για να εκμεταλλευθεί αυτό που περιέγραψε ως «ιστορικά φθηνό χρέος».

Ο Joe Kasser, οικονομικός διευθυντής, δηλώνει ότι η Siemens εκτέλεσε το σχέδιό της με «μεγαλειώδη τρόπο» εξασφαλίζοντας τα χαμηλότερα επιτόκια στην Ιστορία της για τέτοιου τύπου ομόλογα που εξέδωσε για να αντικαταστήσει παλαιότερους, πιο ακριβούς, τίτλους. Αυτά τα ευνοϊκά επιτόκια, που μειώνουν το βιομηχανικό κόστος και βοηθούν στη χρηματοδότηση των νέων επενδύσεων, οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η οποία χαλάρωσε τη νομισματική της πολιτική και παρείχε ρευστότητα στις τράπεζες.

Η ΕΚΤ, όμως, παραδέχεται ότι οι μικρές και οι μεσαίες επιχειρήσεις σε πολλές χώρες της ευρωζώνης αντιμετωπίζουν «σφιχτές πιστωτικές συνθήκες».

Πράγματι, πρόσφατη έρευνα από αναλυτές της Deutsche Bank καταλήγει στο ότι το μέσο επιτόκιο που χρεώνεται για τον δανεισμό σε μικρές επιχειρήσεις στην Ιταλία και την Ισπανία είναι υψηλότερο κατά 3 ή 4 ποσοστιαίες μονάδες από ό,τι ισχύει για αντίστοιχες επιχειρήσεις στη Γερμανία. Αυτό είναι κρίσιμο αφού οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αντιστοιχούν στην πλειονότητα των θέσεων απασχόλησης σε αυτές τις χώρες. Η Deutsche Bank προειδοποιεί ότι η στάση χαλαρής νομισματικής πολιτικής από την ΕΚΤ δεν γίνεται αισθητή «εκεί που χρειάζονται τα περισσότερα αναπτυξιακά κίνητρα».

Διψασμένες για κεφάλαια, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις δεν έχουν τη δυνατότητα να επενδύσουν επαρκώς σε έρευνα και ανάπτυξη ή να προσφύγουν στις αγορές εξαγωγών για να αντισταθμίσουν τη μείωση της εγχώριας ζήτησης. Ο Mauro Ferrero, διευθυντής πωλήσεων στην Pneumofore, μία ιταλική εταιρεία που κατασκευάζει αντλίες και αεροσυμπιεστές με εργατικό δυναμικό 50 ατόμων, δηλώνει: «Η απόκτηση πίστωσης από το τραπεζικό σύστημα είναι πολύ δύσκολη καθώς οι τράπεζες πραγματικά δεν θέλουν να ανοίξουν γραμμή πίστωσης σε καμία εταιρία, εκτός εάν αυτή έχει ήδη χρήματα. Εάν, όμως, έχει ήδη τα χρήματα, τότε δεν χρειάζεται την τράπεζα».

Ο Jose Moya, διευθυντής εξαγωγών της Tallere Alju, μιας ισπανικής εταιρείας μηχανημάτων επεξεργασίας επιφανειών με 42 εργαζομένους, δηλώνει: «Είναι πραγματικά πολύ δύσκολο να ζητήσεις από τις τράπεζες πίστωση για επενδύσεις. Εάν όμως δεν έχεις προηγμένη τεχνολογία, έρευνα και ανάπτυξη τότε δεν μπορείς να επιβιώσεις».

«Πρέπει να είσαι ανταγωνιστικός και εάν δεν έχεις τα χρήματα από την τράπεζα... είναι πρακτικά αδύνατον να βελτιώσεις την παραγωγή σου, τα μηχανήματά σου ή να αποκτήσεις ειδικευμένο προσωπικό», συμπληρώνει.

Και οι start up εταιρείες αντιμετωπίζουν προβλήματα χρηματοδότησης. Ενώ υπάρχουν επαρκή κεφάλαια «σποράς» και αρκετοί «angel» επενδυτές για τα πρώτα στάδια των τεχνολογικών start up εταιρειών σε αναδυόμενα τεχνολογικά κέντρα όπως το Βερολίνο και το Λονδίνο, οι ίδιες αυτές εταιρείες στη συνέχεια δυσκολεύονται να βρουν κεφάλαια τους επόμενους γύρους χρηματοδότησης.

Οι ευρωπαϊκές start up πιέζονται να γίνουν ταχύτερα κερδοφόρες, γεγονός που τους δημιουργεί σημαντικό μειονέκτημα σε σύγκριση με τις αντίστοιχες εταιρείες της Silicon Valley, που μπορούν να δημιουργήσουν κλίμακα ευκολότερα. Στις ΗΠΑ, οι επιχειρήσεις εύκολα μπορούν να αντλήσουν 35 εκατ. δολ. σε «Α ή Β γύρο χρηματοδότησης», επισημαίνει ο Jens Munk, γενικός διευθυντής και επικεφαλής των γερμανικών γραφείων της συμβουλευτικής Torch Partners. «Εάν όμως μία start up αντλήσει 2 ή 3 εκατ. δολ. στην Ευρώπη, τότε θεωρείται ότι πήρε μεγάλο ποσό».

Χρειάζεται να βρούμε έναν τρόπο ώστε αυτές οι ευρωπαϊκές τεχνολογικές εταιρείες να αποκτήσουν μεγαλύτερη πρόσβαση σε χρηματοδότηση ώστε να γίνουν μεγάλοι εξαγωγείς τεχνολογίας. Ακόμη και εταιρείες με επαρκή πρόσβαση σε χρηματοδότηση γνωρίζουν ότι δεν μπορούν να αγνοήσουν τους περιορισμούς που υφίστανται γενικά στην Ευρώπη.

Ο γερμανικός τεχνολογικός όμιλος Bosch παρακολουθεί στενά τους προμηθευτές του ώστε να αποφύγει τυχόν προβλήματα στην αλυσίδα προσφοράς. Η Bosch έχει τη δυνατότητα να βοηθήσει αυτές τις εταιρείες με εμπροσθοβαρείς πληρωμές και με την άμεση αποτίμηση του κόστους των πρώτων υλών. «Παρακολουθούμε στενά τους προμηθευτές μας ώστε να γνωρίζουμε εκ των προτέρων πού θα μπορούσαν να υπάρξουν περιορισμοί ρευστότητας», δηλώνει ο οικονομικός διευθυντής Stefan Asenkerschbaumer.

Η Standard & Poor's προειδοποίησε σε πρόσφατη έκθεσή της ότι παρά την υγιή κατάσταση στις αγορές ομολόγων υπάρχουν ελάχιστες ενδείξεις ότι οι εταιρείες που παρακολουθεί ενισχύουν τον δανεισμό τους για να χρηματοδοτήσουν επενδύσεις. «Παραμένουμε δύσπιστοι στην προθυμία των εταιρειών μεγάλης κεφαλαιοποίησης στην Ευρώπη να συμβάλουν στην επανεκκίνηση της ευρωπαϊκής οικονομίας», σημειώνει.

Η αυτοκινητοβιομηχανία Volkswagen, όμως, δεν ανήκει σε αυτήν την κατηγορία. Το χαμηλό κόστος δανεισμού τη βοήθησε να ξεκινήσει ένα τεράστιο επενδυτικό πρόγραμμα 39,2 δισ. ευρώ σε ακίνητα, εγκαταστάσεις και κεφαλαιουχικές επενδύσεις μέσα στα επόμενα τρία χρόνια, εκ των οποίων το 60% αφορά τη Γερμανία.
Το φθηνό κόστος δανεισμού συνεπάγεται ότι μπορεί να προσφέρει και στους πελάτες της δυνατότητες χρηματοδότησης χαμηλού κόστους, κάτι που η γαλλική PSA Peugeot Citroen δεν μπορεί να ανταγωνιστεί.

Οι αποδόσεις των πενταετών ομολόγων της VW βρίσκονται στο 1,9%, ενώ της Peugeot στο 8%, όπως αναφέρει η Commerzbank σε πρόσφατη αναφορά της. «Σε ό,τι αφορά τον τομέα χρηματοοικονομικών υπηρεσιών και τη σημασία του κόστους του κεφαλαίου στο συνολικό κόστος απόκτησης ενός αυτοκινήτου, υπάρχει σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα», αναφέρει η Commerzbank.

Πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου