5/7/2013
Η μη έγκαιρη και ορθή αντιμετώπιση των κρίσεων σε Ελλάδα και Πορτογαλία γενίκευσε το πρόβλημα με αποτέλεσμα να απειλείται η «καρδιά» της ευρωζώνης
Αυστηρή κριτική στην πολιτική λιτότητας και στη μη ορθή και έγκαιρη αντιμετώπιση των οικονομικών κρίσεων σε Ελλάδα και Πορτογαλία από τα όργανα της ΕΕ, με αποτέλεσμα να απειλείται πλέον και η καρδιά της ευρωζώνης ,δηλαδή η Γαλλία και η Γερμανία, άσκησε ο Πέτερ Μπόφινγκερ, ο καθηγητής Οικονομίας και μέλος της λεγόμενης Επιτροπής Σοφών που συμβουλεύει την γερμανική κυβέρνηση.
Ο Γερμανός «σοφός» εκτίμησε μάλιστα πως το τέλος της κρίσης στην ευρωζώνη δε διαφαίνεται στον ορίζοντα, κυρίως λόγων των πολιτικών λιτότητας, μιλώντας σε εκδήλωση του Κέντρου Ευρωπαϊκής Πολιτικής, στις Βρυξέλλες.
Ο Π. Μπόφινγκερ τόνισε ότι η αντιμετώπιση της κρίσης μέσω της επιβολής δημοσιονομικής λιτότητας στις χώρες που αντιμετωπίζουν δημοσιονομικές δυσκολίες και διογκωμένο δημόσιο χρέος έχει στην πραγματικότητα τα αντίθετα από τα προσδοκώμενα αποτελέσματα, καθώς δημιουργεί ύφεση που εντείνει περαιτέρω το πρόβλημα.
Ο Γερμανός αξιωματούχος επεσήμανε ότι η τρέχουσα κρίση μακροοικονομικών μεγεθών αποτελεί κατ’ ουσία τη συνισταμένη της τραπεζικής κρίσης που αντιμετώπισαν ορισμένα μέλη της ευρωζώνης (Ιρλανδία, Ισπανία, Κύπρος) και της κρίσης χρέους που εκδηλώθηκε σε χώρες όπως η Ελλάδα και η Πορτογαλία.
Η μη έγκαιρη και ορθή αντιμετώπιση των δύο αυτών ξεχωριστών κρίσεων από τα ευρωπαϊκά όργανα, οδήγησε, κατά την άποψή του, στη γενίκευση του προβλήματος, με αποτέλεσμα να απειλείται σταδιακά η καρδιά της ευρωζώνης, δηλαδή η Γαλλία και η Γερμανία.
Επέκρινε έντονα τις πολιτικές λιτότητας που εφαρμόζονται σήμερα, αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι έχουν αποτύχει πλήρως, όπως αποδεικνύει περίτρανα η διαρκής αύξηση του ποσοστού του δημόσιου χρέους ως προς το ΑΕΠ στις χώρες που αντιμετωπίζουν δημοσιονομικές δυσκολίες.
Το αποτέλεσμα των πολιτικών λιτότητας είναι ως εκ τούτου το βάθεμα της ύφεσης, η έλλειψη ρευστότητας στην αγορά, η αδυναμία των επιχειρήσεων να προσφύγουν σε τραπεζικό δανεισμό, η συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητας και φυσικά, η ανεργία.
Κατά τον κ. Μπόφινγκερ, η λαθεμένη αυτή αντιμετώπιση της κρίσης οφείλεται στην υπεραισιοδοξία σχετικά με την αποτελεσματικότητα των προγραμμάτων δημοσιονομικής προσαρμογής και στην υπερβολική «δόση» λιτότητας την οποία αυτά επέβαλαν.
Ο κ. Μπόφινγκερ τόνισε επίσης ότι η εφαρμογή της λιτότητας που επιβλήθηκε στα κράτη μέλη της ευρωζώνης με δημοσιονομικά προβλήματα έγινε με τρόπο ιδιαίτερα έντονο και γρήγορο, όπως τελικά παραδέχτηκε και το ίδιο το ΔΝΤ, ειδικά στην περίπτωση της Ελλάδας.
Αυτή την ασύμμετρη, όπως τη χαρακτήρισε, προσαρμογή, προσπαθεί τώρα να διορθώσει ανεπιτυχώς η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, δίνοντας στις χώρες περισσότερο χρόνο προκειμένου να μειώσουν τα ελλείμματά τους.
Εντούτοις, το μέτρο αυτό είναι ανεπαρκές, καθώς, όπως τόνισε, κανείς δεν τολμά να προτείνει το αυτονόητο, ότι δηλαδή δεν είναι ο χρόνος προσαρμογής το πρόβλημα αλλά η «συνταγή» που ακολουθείται. Ως εκ τούτου, ο ίδιος υπογράμμισε ότι εφόσον δεν αλλάξει ριζικά η αντιμετώπιση της κρίσης, «μόνο με ένα θαύμα θα βγούμε από αυτό το χάος».
Ως προς τη στάση της Γερμανίας, ο ομιλητής δήλωσε ότι η κοινή γνώμη στη Γερμανία αδυνατεί να κατανοήσει ότι η κρίση στην ευρωζώνη δεν αποτελεί «πρόβλημα των άλλων», αλλά ότι απειλεί άμεσα τη γερμανική οικονομία, η οποία βασίζεται στις εξαγωγές και υπογράμμισε ότι απαιτείται αλλαγή νοοτροπίας των Γερμανών ώστε να αντιληφθούν ότι η αντιμετώπιση της κρίσης αποτελεί κοινή ευθύνη του συνόλου της ευρωζώνης.
Ως προς τις μεταρρυθμίσεις που επιβάλλονται στα κράτη μέλη με δημοσιονομικά προβλήματα, υποστήριξε ότι η επίδρασή τους στη μείωση του χρέους είναι ανύπαρκτη, παρά το μεγάλο βαθμό προσαρμοστικότητας στις μεταρρυθμίσεις τον οποίο έχουν επιδείξει τα εν λόγω κράτη.
Σημείωσε επίσης ότι η μετακύλιση του βάρους αξιολόγησης της αξιοπιστίας του τραπεζικού συστήματος από τις κρατικές αρχές στον πολίτη είναι, εκτός από παράλογη, εντελώς άδικη και ανεδαφική.
Ως προς την πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου να διατεθούν 6 δις ευρώ για την αντιμετώπιση της ανεργίας των νέων, ο ίδιος επεσήμανε ότι το ύψος του ποσού, η διασπορά του στις χώρες που χρειάζονται ενίσχυση και το βάθος χρόνου στο οποίο θα πραγματοποιηθεί η συγκεκριμένη δράση, καθιστούν την απόφαση «προσβλητική για τη νοημοσύνη» και απολύτως ανεπαρκή ως μέτρο.
Ο ομιλητής πρότεινε, σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, τη στροφή της ευρωζώνης προς μια πολιτική υποστήριξης της ζήτησης, μέσω δημοσίων επενδύσεων και επιδοτήσεων, ιδίως στον τομέα της ενέργειας και των διευρωπαϊκών δικτύων.
Σε μακροπρόθεσμη βάση, πρότεινε την πολιτική ολοκλήρωση της ευρωζώνης με Ευρωπαίο Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος θα έχει άμεση εποπτεία επί των εθνικών προϋπολογισμών, την καθιέρωση των ευρωομολόγων ή τη σύναψη συμφωνίας αμοιβαιότητας χρέους, ολοκληρωμένο σύστημα εποπτείας των τραπεζών και έξοδο από την ευρωζώνη των κρατών που επιμένουν να ακολουθούν αποσταθεροποιητική οικονομική πολιτική.
Στις ερωτήσεις που ακολούθησαν, ο ομιλητής ανέφερε ότι, κατά την άποψή του, η μόνη περίπτωση να υποχωρήσει η Γερμανίδα καγκελάριος στις θέσεις της περί λιτότητας, είναι η κρίση να επεκταθεί και στην ίδια τη Γερμανία.
Επίσης, ανέφερε ότι ενδέχεται μικρή αλλαγή της γερμανικής πολιτικής μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου, ανάλογα βεβαίως με τα αποτελέσματα.
Στο θέμα των μεταρρυθμίσεων, δήλωσε ότι χώρες της ευρωζώνης με δημοσιονομικές δυσκολίες πρέπει να έχουν τον απαιτούμενο χρόνο και περιθώριο χειρισμών για να διορθώσουν τα κακώς κείμενα του οίκου τους και ότι η διαρκής περιστολή των εργασιακών δικαιωμάτων, σε συνδυασμό με την περικοπή μισθών και συντάξεων, δεν αποτελούν στην πραγματικότητα μεταρρυθμίσεις.
Αντίθετα, δημιουργούν συνθήκες εργασιακής ανασφάλειας που ωθούν τους νέους στη μετανάστευση και στο φαινόμενο της φυγής εγκεφάλων (brain-drain), δηλαδή της μαζικής μετακίνησης εργαζομένων υψηλής ειδίκευσης, γεγονός που σαφώς δεν πρόκειται να βοηθήσει στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας των οικονομιών στην περιφέρεια της ευρωζώνης.
Υπογράμμισε επίσης ότι απαιτείται η λήψη συγκεκριμένων μέτρων κατά της φοροδιαφυγής σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, καθώς και αμοιβαιοποίηση, αφενός του χρέους μεταξύ των κρατών μέσω των ευρωομολόγων, αφετέρου των οικονομικών βαρών μεταξύ των πολιτών, μέσω μιας δίκαιης και αναλογικής φορολογικής πολιτικής.
Πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου