22/4/2014
Στο Eurogroup της 5ης Μαΐου αναμένεται ο υπουργός Οικονομικών να ξεκινήσει να βάζει στο τραπέζι τα περί βιωσιμότητάς του χρέους, μετά την επικύρωση των στοιχείων για τα δημοσιονομικά από τη Eurostat που αναμένεται την επόμενη Τετάρτη 23 Απριλίου.
Οι διαπραγματεύσεις είναι εξαιρετικά κρίσιμες, καθώς υπάρχει το ζήτημα του χρηματοδοτικού κενού, 2015-2016, το οποίο, όπως έχει αναφέρει και ο Ευρωπαίος Επίτροπος Όλι Ρεν, είναι άμεσα συνδεδεμένο με τις διαπραγματεύσεις για τη ρύθμιση των χρεών, αλλά και το ύψος με το ενδεχόμενο λήψης νέου δανείου.
Θυμίζουμε ότι ο σκοπός του οικονομικού επιτελείου είναι να προστατευτεί το “μαξιλάρι” του ΤΧΣ για τις ελληνικές τράπεζες ύψους περίπου 11 δισ. ευρώ, ώστε να να χρησιμοποιηθεί για δημοσιονομικούς σκοπούς και να αποφευχθεί ένα τρίτο Μνημόνιο.
Οι Ευρωπαίοι εταίροι και η Ελλάδα πιστεύουν ότι το κενό μπορεί να καλυφθεί εσωτερικά και με εκδόσεις ομόλογων, ενώ η ανάπτυξη και οι καλές αξιολογήσεις των οίκων θα βελτιώσουν την κατάσταση και από πλευράς επενδύσεων, αλλά και αποκρατικοποιήσεων. Ωστόσο το ΔΝΤ ασκεί μία πίεση προς την υπογραφή ενός νέου δανείου, διότι θέλει να εξασφαλίσει ότι θα μπορεί η Ελλάδα να αποπληρώνει τα δάνεια της μέχρι το 2016 (τότε τελειώνει ο δανειακό πρόγραμμα του Ταμείου ενώ της ΕΕ νωρίτερα). Επίσης, θέλει να αποφύγει δημοσιονομική χαλάρωση, λόγω της ολοκλήρωσης του δεύτερου Μνημονίου. Ωστόσο, αυτό το σενάριο διαψεύδεται από μόνο του, αφού ήδη έχουν συμφωνηθεί οι κρίσιμες αλλαγές στα εργασιακά το 2015 και κάποια μέτρα εξυγίανσης που ονομάζονται “διαρθρωτικά “ και συμπεριελήφθησαν ήδη στο πολυνομοσχέδιο και θα αρχίσουν να κάνουν την εμφάνισή τους από Ιούνιο και φθινόπωρο. Μεταξύ άλλων είναι το νέο μισθολόγιο στο Δημόσιο, αλλαγές στο ασφαλιστικό, αλλά και νέες αλλαγές από τη λίστα του ΟΟΣΑ για την αγορά.
Το "εγγυημένο" και το "καθαρό" χρέος
Σχετικά με το χρέος έχουν γίνει προεργασίες με την ελληνική πλευρά να επιθυμεί επιμήκυνση με μετάθεση των λήξεων και μετατροπή των κυμαινόμενων επιτοκίων, σε σταθερά. Υπενθυμίζεται ότι η Ελλάδα στις μετρήσεις της για το προσδιορισμό του «καθαρού» χρέους έχει υπολογίσει το κομμάτι του χρέους που καλύπτεται από περιουσιακά στοιχεία του Δημοσίου (για παράδειγμα η αξία των 4 συστημικών τραπεζών που ανακεφαλαιοποιήθηκαν η οποία σήμερα ξεπερνά τα 25 δισ. ευρώ) και από μελλοντικές απαιτήσεις από την ΕΕ (επιστροφή κερδών από ΕΚΤ και εθνικές κεντρικές τράπεζες από ελληνικά ομόλογα ύψους 9 δισ. ευρώ).
Αν λοιπόν υπολογιστεί το «εγγυημένο» χρέος, που συνολικά ανέρχεται στα 59 δισ. ευρώ, τότε προκύπτει ότι το «καθαρό» χρέος της Ελλάδας διαμορφώνεται στο 141% του ΑΕΠ ή στα 255,5 δισ. ευρώ, τη στιγμή που το δημόσιο χρέος στα τέλη του 2013 διαμορφώθηκε στα 314,9 δισ. ευρώ ή στο 174% του ΑΕΠ.
Τι σημαίνει αυτό; Πρόκειται για ένας διαφορετικό τρόπο αποτύπωσης του χρέους και σύμφωνα με αναλυτές αυτό συμφέρει αυτό τη χώρα, καθώς οι επενδυτές ελληνικών κρατικών ομολόγων το λαμβάνουν υπόψιν.
Επίσης, συμφέρει τη χώρα για τις επικείμενες συζητήσεις για τη βιωσιμότητα του βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους, καθώς αν το χρέος υπολογιστεί στο 141% του ΑΕΠ, τότε θα είναι ένα από τα βασικά επιχειρήματα ότι θα υποχωρήσει πιο εύκολα στο επίπεδο - στόχος του 120% του ΑΕΠ το 2020 και χαμηλότερα του 110% του ΑΕΠ το 2022.
Η πλειονότητα του «καθαρού» χρέους βρίσκεται στις χώρες της Ευρωζώνης, στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης (EFSF) και στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), ύψους 214 δισ. ευρώ
Πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου