Παρασκευή, 5 Φεβρουαρίου 2016

Αθήνα και Ρώμη αποκαλύπτουν τα μεγαλύτερα ρήγματα της Ευρώπης


5/2/2016

Του Wolfgang Münchau

Η παραμονή, μακροπρόθεσμα, της Ιταλίας στην ευρωζώνη είναι τόσο αβέβαιη όσο και αυτή της Ελλάδας, σχολιάζει ο αρθρογράφος των FT. Το προσφυγικό, τα "κόκκινα" δάνεια και ο ευρωπαϊκός τρόπος "διαχείρισης" κρίσεων.

Πώς θα πρέπει να σκεφτόμαστε το συστημικό ρίσκο στην Ευρώπη του σήμερα; Η ΕΕ υπήρξε μετρίως επιτυχημένη στη διαχείριση κρίσεων. Όμως η ικανότητά της να τα «κουτσοκαταφέρνει» αγγίζει τα όριά της όταν, όπως συμβαίνει τώρα, διασταυρώνονται αρκετές κρίσεις ταυτόχρονα.

Το πρόβλημα φαίνεται πιο ξεκάθαρα στην Ελλάδα –μια χώρα που μάχεται ταυτόχρονα με την οικονομική κατάρρευση και την προσφυγική κρίση- χωρίς ιδιαίτερη βοήθεια από την υπόλοιπη ΕΕ. Την περασμένη εβδομάδα όταν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε έκθεση με την οποία επέκρινε την Αθήνα για την αποτυχία της να ελέγξει τα σύνορά της, η ΠΓΔΜ έλαβε τη μονομερή απόφαση να κλείσει τα νότια σύνορά της με την Ελλάδα –αφήνοντας χιλιάδες πρόσφυγες «στον αέρα» στην ελληνική πλευρά των συνόρων. Εν τω μεταξύ, στην Αθήνα, η Βουλή συζήτησε την συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση η οποία της επιβλήθηκε από τους πιστωτές ως αντάλλαγμα για τη συνέχιση της οικονομικής στήριξης.

Η Ελλάδα μπορεί να είναι το πιο τρανό παράδειγμα, όμως δεν είναι η μόνη χώρα που αντιμετωπίζει αλληλοεπικαλυπτόμενες κρίσεις. Δεν είναι καν η σημαντικότερη που αντιμετωπίζει αυτό το δίλημμα. Η σημαντικότερη χώρα είναι η Ιταλία. Αν και τα προβλήματα της Ρώμης είναι διαφορετικά από αυτά της Ελλάδας, η μακροπρόθεσμη παραμονή της χώρας στην ευρωζώνη είναι εξίσου αβέβαιη, εκτός και αν πιστέψει κανείς πως οι οικονομικές επιδόσεις της ως εκ θαύματος θα βελτιωθούν, αν και δεν υπάρχει λόγος.

Η Ιταλία καταβλήθηκε από την αύξηση του αριθμού των προσφύγων από τη Βόρεια Αφρική πέρυσι. Και σαν να μην έφτανε αυτό, αντιμετωπίζει άλυτα οικονομικά προβλήματα: καμία αύξηση της παραγωγικότητας τα τελευταία 15 χρόνια, ένα μεγάλο δημόσιο χρέος που δεν αφήνει στην κυβέρνηση δημοσιονομικό περιθώριο ελιγμών, και ένα τραπεζικό σύστημα με μη εξυπηρετούμενα δάνεια ύψους 200 δισ. ευρώ, συν άλλα 150 δισ. σε δάνεια που έχουν χαρακτηριστεί «προβληματικά». Επίσης, τα τρία κύρια κόμματα της αντιπολίτευσης της χώρας, κάποια στιγμή, έχουν αμφισβητήσει την παραμονή της χώρας στην ευρωζώνη. Ακόμα και αν κανένα από αυτά δεν αναμένεται να αναλάβουν την εξουσία της χώρας στο κοντινό μέλλον, ωστόσο είναι ξεκάθαρο πως η Ιταλία έχει περιορισμένο χρόνο για να διορθώσει πολλαπλά προβλήματα.

Η μάχη για να διορθωθεί το τραπεζικό σύστημα είναι ένα καλό παράδειγμα για το πόσο μεγάλο είναι το έργο αυτό. Την περασμένη εβδομάδα, η ιταλική κυβέρνηση και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συμφώνησαν σε ένα περίπλοκο σχέδιο για να απαλλαγεί το ιταλικό τραπεζικό σύστημα από ορισμένα τοξικά στοιχεία ενεργητικού. Χρησιμοποιεί όλα τα «βρώμικα κόλπα» της σύγχρονης χρηματοοικονομικής, περιλαμβανομένου του διαβόητου credit default swap, ένα χρηματοοικονομικό προϊόν που μιμείται την ασφάλιση έναντι χρεοστασίου ενός ομολόγου, που ήταν ιδιαίτερα δημοφιλές την περίοδο πριν την πιστωτική φούσκα του 2007. Τα εργαλεία αυτά δίνουν τη δυνατότητα στους επενδυτές να προστατευθούν έναντι του κινδύνου χρεοκοπίας. Όμως, τις περισσότερες φορές, ο πραγματικός σκοπός τους είναι να αποκρύψουν πληροφορίες, να κοροϊδέψουν τους επενδυτές ή να παρακάμψουν τους ρυθμιστικούς περιορισμούς.

Δεν υπάρχουν τέτοια «σατανικά» κίνητρα πίσω από αυτή τη δομή στην περίπτωση της Ιταλίας, όμως η ιδέα ότι η κρίση φερεγγυότητας της χώρας μπορεί να διορθωθεί μέσω χρηματοοικονομικών «κόλπων» είναι, φυσικά, παράλογη. Για μένα το σχέδιο είναι λιγότερο ένα σύμβολο διαβολικού financial engineering και περισσότερο ένδειξη απόγνωσης. Δεν υπήρχαν και πολλά που θα μπορούσαν να κάνουν οι Ιταλοί, στο πλαίσιο των αυστηρών κανόνων της ΕΕ για τις κρατικές ενισχύσεις.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε προηγουμένως μπλοκάρει μια πρόταση για δημιουργία μιας κλασικής «bad bank», μιας κρατικής εταιρείας που θα αγόραζε το τοξικό χρέος απ' ευθείας από τις εμπορικές τράπεζες, δίνοντάς τους έτσι άμεση βοήθεια. Αν το έκανε αυτό, θα θεωρούνταν παράνομη κρατική ενίσχυση υπό την ευρωπαϊκή νομοθεσία. Ο στόχος του σχεδίου για τα CDS είναι πιο περιορισμένος. Δεν θα φέρει άμεση ανακούφιση, όμως θα βοηθήσει ώστε να δημιουργηθεί μια αποτελεσματική αγορά για την πώληση –συν τω χρόνω- μέρους αυτού του τοξικού χρέους. Θα πρέπει, ως εκ τούτου, να περιμένουμε ότι το ιταλικό τραπεζικό σύστημα, όπως και η ευρύτερη οικονομία, θα συνεχίσουν να δυσκολεύονται.

Τρέμω στην σκέψη του πώς η Ιταλία θα αντιμετωπίσει ένα επιπλέον σοκ σαν και αυτό που βιώνει η Ελλάδα μετά την απόφαση της ΠΓΔΜ –μια ξαφνική εισροή μεταναστών/προσφύγων από τη Συρία. αυτό μπορεί να συμβεί, για παράδειγμα, μέσω επιπλέον κλεισίματος συνόρων στην βαλκανική μεταναστευτική οδό, που αποτελεί την προτιμώμενη πύλη εισόδου των προσφύγων της Συρίας που οδεύουν προς τη Γερμανία. Μια τέτοια αλλαγή θα μπορούσε να δει τους πρόσφυγες να εκτρέπουν την πορεία τους και να εισέρχονται μέσω της Αδριατικής στην Ιταλία.

Υπάρχουν ενδείξεις πως η υπομονή της Ιταλίας με την ΕΕ και τη Γερμανία ιδιαίτερα έχει αρχίσει να εξαντλείται. Ο πρωθυπουργός Ματέο Ρέντσι βάλλει ξεκάθαρα κατά των πολιτικών της ΕΕ για την ενέργεια, τη Ρωσία, τα δημοσιονομικά ελλείμματα, αλλά και την γερμανική κυριαρχία σε ολόκληρο τον ευρωπαϊκό μηχανισμό.

Δεν είναι μόνο η κρίση της ευρωζώνης που έχει φέρει την Ιταλία στο χείλος της αμφισβήτησης της θέσης της στην ευρωζώνη. Είναι ένας συνδυασμός πολλών κρίσεων και είναι πιθανό η δυναμική της να αυξηθεί από την συζήτηση περί Brexit.

Σ' όλο αυτό, υπάρχει και ένα στοιχείο κακοτυχίας. Η πολιτική του «τα κουτσοκαταφέρνων» που ακολουθεί η Ευρώπη, η πολιτική του να κάνει το ελάχιστο απαιτούμενο και να ελπίζει πως θα συμμαζέψει τα «σπασμένα» αργότερα, μπορεί και να ήταν αποτελεσματική αν οι πρόσφυγες είχαν μείνει σπίτια τους. Το λάθος της ΕΕ δεν ήταν ότι επέλεξε έναν δρόμο που θα οδηγούσε αναπόφευκτα σε καταστροφή, αλλά ότι κατέστη ανυπεράσπιστη έναντι του επόμενου απρόβλεπτου σοκ.

Πηγή

Η πρωτότυπη δημοσίευση εδώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου