Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2013

Ανησυχίες από την αύξηση των επιτοκίων της ΕΚΤ


17/4/2011

Η πολιτική του «ενός μεγέθους» που εφαρμόζει η ΕΚΤ στα επιτόκια της ζώνης του ευρώ, δηλαδή το ίδιο επιτόκιο για όλες τις χώρες, ενισχύει τις ανησυχίες για το μέλλον της ευρωζώνης αλλά και του ενιαίου νομίσματος. Αδιαφορώντας για το γεγονός ότι οι χώρες της ζώνης του ευρώ βρίσκονται σε διαφορετική φάση του οικονομικού κύκλου, η ευρωτράπεζα αύξησε την περασμένη εβδομάδα το επιτόκιο κατά 0,25% και, όπως όλα δείχνουν, θα προχωρήσει σε ακόμη δύο ή τρεις ισόποσες αυξήσεις, οδηγώντας το ως το τέλος του έτους από 1% σε 1,75% ή 2%.

Η άνοδος αυτή υπακούει στον πρωταρχικό στόχο της ΕΚΤ που είναι η διατήρηση του πληθωρισμού κοντά στο 2% (από 2,6% που είναι σήμερα) και εξυπηρετεί τις μεγάλες σε μέγεθος και ισχυρές οικονομίες της ευρωζώνης, όπως η Γερμανία, η Γαλλία, η Ολλανδία κ.ά. Ωστόσο μπορεί να αποδειχθεί καταστροφική για τις μικρότερες σε μέγεθος και αδύναμες οικονομίες χωρών της περιφέρειας που βρίσκονται σε ύφεση, όπως η Ελλάδα, ή σε στασιμότητα και αναιμικούς ρυθμούς ανάπτυξης, όπως η Πορτογαλία, η Ισπανία και η Ιρλανδία.

Εφαρμόζοντας σταθερά την αντιπληθωριστική αποστολή που έχει αναλάβει από την ίδρυσή της, η ΕΚΤ δείχνει να αγνοεί τις εκκλήσεις τόσο των πολιτικών όσο και των επιχειρηματιών για διατήρηση των χαμηλών επιτοκίων που θα βοηθήσουν τις χώρες της περιφέρειας να ανακτήσουν μέ ρος της χαμένης ανταγωνιστικότητάς τους.

Αυξάνοντας όμως το κόστος του χρήματος δεν δυσχεραίνει μόνο την προσπάθεια των χωρών αυτών να βγουν από την κρίση. Καθιστά ταυτόχρονα δυσκολότερη υπόθεση την αποπληρωμή των δανείων προς τις τράπεζες και ενισχύει τις ανησυχίες για μια νέα τραπεζική κρίση.

Η αύξηση των επιτοκίων σημαίνει νέες επιβαρύνσεις στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς και στις δαπάνες των επιχειρήσεων, σε μια περίοδο κατά την οποία έχουν ήδη πληγεί σκληρά από την οικονομική κρίση.

Μόνο στην Ελλάδα υπολογίζεται ότι κάθε αύξηση του επιτοκίου της ΕΚΤ κατά 0,25% επιβαρύνει ιδιώτες και επιχειρήσεις κατά περίπου 200 εκατ. ευρώ ετησίως. Υπό συνθήκες οικονομικής κρίσης και με την ανεργία στις χώρες του Νότου να σημειώνει ιστορικά ρεκόρ, είναι βέβαιο ότι τα «κακά» δάνεια θα αυξηθούν και οι επισφάλειες θα χτυπήσουν κόκκινο.

Σε χώρες μάλιστα όπως η Ισπανία, η Ιρλανδία και η Πορτογαλία, στις οποίες ο ιδιωτικός τομέας είναι ιδιαίτερα υπερχρεωμένος, ο κίνδυνος είναι μεγαλύτερος. Ειδικότερα στην Ισπανία, όπου το τραπεζικό σύστημα αντιμετωπίζει προβλήματα, τα δάνεια του ιδιωτικού τομέα ξεπερνούν το 200% του ΑΕΠ και η συντριπτική πλειονότητά τους έχει δοθεί με κυμαινόμενο επιτόκιο, η κατάσταση είναι άκρως ανησυχητική.

Πηγή

 Ακριβαίνουν και τα δάνεια, "γονατίζουν" τα νοικοκυριά

23/9/2012

Οι απώλειες που έχουν υποστεί τους τελευταίους δώδεκα μήνες, εξαιτίας της άγριας περικοπής των μισθών και της λαίλαπας των έμμεσων φόρων που τους επιφύλαξε η κυβέρνηση, γίνονται ακόμη μεγαλύτερες μετά τη διαφαινόμενη αύξηση των επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, οι κεντρικοί τραπεζίτες της ευρωζώνης θα αποφασίσουν την Πέμπτη την πρώτη αύξηση του βασικού επιτοκίου, το οποίο είχε παραμείνει παγωμένο στο 1% από τον Μάιο του 2009.

Ηδη ο πρόεδρος της ΕΚΤ Ζαν-Κλοντ Τρισέ έχει προετοιμάσει την αγορά, η οποία προεξοφλεί ότι η πρώτη αύξηση θα είναι της τάξης τού 0,25%. Ωστόσο οι περισσότεροι οικονομολόγοι προβλέπουν ότι μέχρι το τέλος του έτους η ΕΚΤ θα κλιμακώσει τις αυξήσεις της, με αποτέλεσμα το βασικό της επιτόκιο να φτάσει το 1,75%.

Η σπουδή αυτή της ΕΚΤ να μεταβάλει τη νομισματική πολιτική της έχει επικριθεί εντόνως, καθώς σε περιβάλλον υψηλότερων επιτοκίων η αντιμετώπιση της κρίσης του χρέους θα γίνει ακόμη πιο δύσκολη. Αλλωστε η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (FED) αναγκάστηκε να μειώσει περισσότερο τα επιτόκιά της και να προχωρήσει σε ακόμη πιο ρηξικέλευθες παρεμβάσεις προκειμένου να αποσοβήσει κατ'αρχάς την κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού συστήματος σε πρώτη φάση, αλλά και να συμβάλει στην ανάκαμψη της οικονομίας.

Στην Ευρώπη, παρ' όλο που η κατάσταση παραμένει έκρυθμη με τρία ανοιχτά μέτωπα -Ελλάδα, Ιρλανδία και Πορτογαλία- τα οποία απειλούν να «μολύνουν» ολόκληρη την ευρωζώνη, η ΕΚΤ θεωρεί ως προτεραιότητά της να διαφυλάξει τη σταθερότητα των τιμών.

Ετσι, μετά την αναζωπύρωση του πληθωρισμού, η Κεντρική Τράπεζα φαίνεται ότι είναι αποφασιμένη να ασκήσει μια πιο περιοριστική πολιτική, η οποία θα οδηγήσει σε περαιτέρω ανατίμηση του ευρώ, εξανεμίζοντας ταυτοχρόνως τα όποια οφέλη είχαν επιφέρει τα σταθεροποιητικά προγράμματα στο μέτωπο της ανταγωνιστικότητας.

Φρένο στην ανάκαμψη

Η πολιτική αυτή είναι πιθανόν να φρενάρει την ανάκαμψη της οικονομίας. Για τα νοικοκυριά τα υψηλότερα επιτόκια θα σηματοδοτήσουν μια αύξηση του κόστους εξυπηρέτησης του χρέους τους προς τις τράπεζες.

Υπολογίζεται ότι περίπου το 40% των στεγαστικών δανείων στην Ελλάδα είναι συνδεδεμένα με το επιτόκιο της ΕΚΤ. Τούτο συνεπάγεται αύξηση του τελικού επιτοκίου που βαρύνει το δανειολήπτη, η οποία αρχικά δεν θα είναι μάλλον ανεπαίσθητη, καθώς η αύξηση του επιτοκίου θα περιοριστεί στο 0,25%.

Προοδευτικά όμως, αν συνεχιστεί η αύξηση του βασικού επιτοκίου της ΕΚΤ, τότε η πίεση στους μηνιαίους προϋπολογισμούς των νοικοκυριών θα γίνει αισθητή.

Ενδεικτικά για ένα δάνειο 100.000 ευρώ με τελικό επιτόκιο σήμερα 4% (ΕΚΤ + περιθώριο 3%) η μηνιαία δόση αποπληρωμής ανέρχεται σε 605 ευρώ (με 20ετή αποπληρωμή περίοδο αποπληρωμής).

Η δόση θα γίνει ακριβότερη μόλις κατά 14 ευρώ στα 619 ευρώ, όταν το επιτόκιο της ΕΚΤ αυξηθεί κατά 0,25%. Θα γίνει όμως πολύ πιο «τσουχτερή» αγγίζοντας τα 750 ευρώ (+45 ευρώ το μήνα ή 540 ευρώ το χρόνο), όταν το επιτόκιο της ΕΚΤ φτάσει το 1,75%.

Πηγή 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου