Κυριακή 31 Μαρτίου 2013

Κύπρος: Ιστορικό της ένταξης στην ΕΕ


30/3/2013

Όταν τίθεται εκ των πραγμάτων στο τραπέζι των συζητήσεων η ευρωπαϊκή πορεία της Κύπρου το ιστορικό της υπόθεσης αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Μέσα στη δίνη των τελευταίων εξελίξεων -αρκετοί και για διαφορετικούς λόγους- εμφανίζονται να παρακάμπτουν έναν καθοριστικό παράγοντα.

Δηλαδή, ότι μετά την εισβολή της Τουρκίας και τη διχοτόμηση το 1974 η πολιτική πλευρά της ένταξης της Κύπρου ήταν το κυριότερο στοιχείο που σφράγιζε την ευρωπαϊκή πορεία της.

Το αίτημα για ένταξη στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα αποτελούσε στρατηγική επιλογή, με πυρήνα την επίλυση του κυπριακού προβλήματος. Είχε χαρακτήρα εθνικό και πολιτικό. Δευτερευόντως οικονομικό. Μόνο στη βάση αυτή είναι κατανοητή και εξηγήσιμη καθ' όλα η ένταξη της Κύπρου. Η Κύπρος δεν προσχώρησε και δεν εγκατέλειψε την κυπριακή λίρα για οικονομικούς λόγους. Αυτή η ιστορική παράμετρος είναι προϋπόθεση για κάθε σοβαρό προβληματισμό σε σχέση με το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της ευρωπαϊκής Κύπρου.


Τα νέα δεδομένα

Με την εισβολή και κατοχή ήταν, φυσικά, αδύνατον να εφαρμοστούν οι όροι της αρχικής συμφωνίας τελωνειακής σύνδεσης ΕΟΚ ? Κύπρου το 1973. Ύστερα από επαφές και παρατάσεις το πρώτο στάδιο (θα έληγε κανονικά το 1977), μετατέθηκε κατά μια δεκαετία. Υπογράφηκε νέο πρωτόκολλο με τα νέα δεδομένα. Τούτο πρόβλεπε τους όρους και τα χρονοδιαγράμματα εφαρμογής του δεύτερου σταδίου σύνδεσης και θα μπει σε εφαρμογή τις αρχές του 1988. Σύμφωνα με τη βασική του πρόβλεψη η τελωνειακή ένωση θα ολοκληρωνόταν έως το 2002. Το πιο σημαντικό, όμως, ήταν πως όλοι οι στόχοι, που είχαν τεθεί έως τότε, επιτεύχθηκαν στο μεταξύ από την Κυπριακή Δημοκρατία.

Στο μεταξύ από τις αρχές της δεκαετίας του '80, με τα τετελεσμένα της τουρκικής κατοχής, αλλά κυρίως μετά την ανακήρυξη του κράτους Ντενκτάς (1983), το ζήτημα της ένταξης τίθεται πια σε άλλη βάση από την κυπριακή πλευρά.

Διαμορφώνεται στους Ελληνοκύπριους, τον ελληνισμό γενικότερα, αλλά και στην Αθήνα η αντίληψη ότι η ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ ήταν ο πολιτικός δρόμος για διέξοδο από τα αδιέξοδα. Ο κόσμος, βεβαίως, ήταν ακόμη διπολικός και διακυβευόταν η απώλεια της κυπριακής «ουδετερότητας» και των διεθνών στηριγμάτων της εντεύθεν και εκείθεν («Ανατολή» και «Ουδέτεροι»), όπως είχαν διαμορφωθεί από τον Μακάριο.

Η χρονιά-ορόσημο

Το 1990, μετά την εντυπωσιακή πορεία της κυπριακής οικονομίας ?«οικονομικό θαύμα» χαρακτηρίστηκε- είναι η χρονιά ορόσημο απ' όλες τις απόψεις. Το κυπριακό πρόβλημα μπήκε στην ημερήσια διάταξη σε όλη την έκτασή του και στην ευρωπαϊκή του προοπτική. Ολες οι πτυχές του συζητούνται στον πολιτικό και τον δημόσιο διάλογο στο νησί - κι όχι μόνο.

Η αίτηση της ένταξης υποβλήθηκε (4 Ιουλίου) κατά την περίοδο της ιταλικής Προεδρίας. Από τότε η Λευκωσία εισέρχεται στην προ-ενταξιακή διαδικασία.Τρία χρόνια μετά (Ιούνιος 1993) η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έκρινε την Κύπρο επιλέξιμη για ένταξη. Εν αναμονή προόδου στο Κυπριακό Πρόβλημα το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο επιβεβαίωσε σε συνέχεια ότι η ένωση ήταν έτοιμη να αρχίσει τις σχετικές διαδικασίες, που θα οδηγούσαν, τελικά, στην κυπριακή ένταξη.

Ιστορικό συμπέρασμα

Στο ιστορικό συμπέρασμα της γνωμοδοτικής ευρωπαϊκής επιτροπής για τη σύνδεση αναφερόταν χαρακτηριστικά: «Η γεωγραφική θέση της Κύπρου, οι βαθιοί δεσμοί οι οποίοι, για δυο χιλιάδες χρόνια, τοποθετούν το νησί στην ίδια πηγή της ευρωπαϊκής κουλτούρας και πολιτισμού, η έντονη ευρωπαϊκή επίδραση που είναι εμφανής στις αξίες που έχει ο λαός της Κύπρου και στην πολιτιστική, πολιτική, οικονομική και κοινωνική ζωή των πολιτών της, ο πλούτος των ποικίλων επαφών της με την Κοινότητα, όλα αυτά προσδίδουν στην Κύπρο, πέραν πάσης αμφιβολίας, την ευρωπαϊκή της ταυτότητα και χαρακτήρα και επιβεβαιώνουν τον ευρωπαϊκό της προσανατολισμό».

Η εισήγησή της στο Συμβούλιο ήταν η έναρξη ουσιαστικών συνομιλιών και η επανεξέταση της αίτησης για ένταξη να γίνουν στις αρχές του 1995. Οπως κι έγινε στα τέλη της ίδιας χρονιάς. Η προσχώρηση επικεντρωνόταν τώρα στο «πολιτικό πρόβλημα». Προϋπέθετε «ότι θα υπάρξει ειρηνική, ισόρροπη και βιώσιμη διευθέτηση του Κυπριακού».


ΒΗΜΑ ΒΗΜΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΚΕΚΤΗΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ

Το μεγάλο εμπόδιο και οι μάχες για να καμφθούν οι αντιστάσεις των εταίρων

Η Κύπρος ήταν ουσιαστικά καθ' όλα έτοιμη στα μέσα της δεκαετίας του 1990 να ενταχθεί. Το εμπόδιο ήταν η σύνδεση της προσχώρησης με τη λύση του Κυπριακού. Στη φάση αυτή η ουσιαστική «μάχη» δόθηκε στη Σύνοδο Κορυφής της Κέρκυρας (Ιούνιος 1994), επί ελληνικής προεδρίας. Η κυβέρνηση Α. Παπανδρέου έπρεπε να κάμψει την απροθυμία των εταίρων να δεσμευτούν για τη διεύρυνση των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Έτσι έγινε καταρχήν δυνατό να αποδεσμευτεί, σε επίπεδο αρχηγών, η ένταξη από τη λύση του Κυπριακού.

Στην πολυσυζητημένη Σύνοδο των Βρυξελλών (Μάρτιος 1995) το Συμβούλιο υπουργών της ΕΕ, επιβεβαιώνοντας τον ενταξιακό προορισμό της Κύπρου, εκτιμούσε ότι «οι διαπραγματεύσεις ένταξης θα αρχίσουν με βάση τις προτάσεις της Επιτροπής, έξι μήνες μετά την πραγματοποίηση της Διακυβερνητικής Διάσκεψης του 1996 και λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματά της». Πρόκειται για την απόφαση, η οποία συνδέθηκε με την άρση του ελληνικού «βέτο» και την έγκριση της Τελωνειακής Ενωσης ΕΕ-Τουρκίας.

Ξεκινά ο λεγόμενος «διαρθρωμένος διάλογος» ΕΕ-Κύπρου (στοιχεία στρατηγικής για την προετοιμασία της ένταξης), ενώ ο Πρόεδρος της Κύπρου ενημερώνεται στο περιθώριο των Διασκέψεων Κορυφής.

«Ατζέντα 2000»
Το καλοκαίρι του 1997 (μετά τη σύνοδο Κορυφής του Αμστερνταμ) κυκλοφορεί η γνωστή έκθεση «Ατζέντα 2000» - το έγγραφο για τις μελλοντικές εξελίξεις στην ΕΕ. Εκεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η Κύπρος πληροί τα κριτήρια της ένταξης. Επιβεβαιώνει ότι μόνη αρμόδια για τις συνομιλίες είναι η κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας και τονίζει ότι οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις θα αρχίσουν έστω και αν δεν υπάρχει λύση του κυπριακού πολιτικού προβλήματος.

Από τον Απρίλιο του 1998, άρχιζε η αναλυτική εξέταση του αποκαλούμενου «κοινοτικού κεκτημένου». Στη διαδικασία αυτή η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίαζε το κεκτημένο της Ενωσης ανά τομέα, η κυπριακή πλευρά τη δική της πολιτική στο συγκεκριμένο θέμα, συγκρίνονταν τα δύο, έτσι ώστε να εξακριβωθούν οι αλλαγές για επίτευξη εναρμόνισης.

Η θέση αυτή θα υιοθετηθεί στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Ελσίνκι (Δεκέμβριος 1999). Τότε στη σχετική δήλωση αναφερόταν: «Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο υπογραμμίζει ότι μια πολιτική διευθέτηση θα διευκόλυνε την ένταξη της Κύπρου. Αν μέχρι τη συμπλήρωση των ενταξιακών διαπραγματεύσεων, δεν υπάρξει τέτοια, η απόφαση του Συμβουλίου για την ένταξη θα παρθεί χωρίς να θέσει ως προϋπόθεση τη διευθέτηση του (πολιτικού) προβλήματος...».


ΟΙ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΦΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΛΙΡΑΣ

Μέχρι την υιοθέτηση του ευρώ το νόμισμα της Κύπρου πέρασε από τέσσερις βασικές φάσεις: α) 1960-1972: Η κυπριακή λίρα (νόμισμα από την περίοδο της αγγλικής κατοχής το 1878) ήταν ισότιμο με τη βρετανική λίρα, β) 1972-1992: Πρόσδεση σε διάφορα «καλάθια» με τα νομίσματα των κυριότερων εμπορικών εταίρων της Κύπρου, γ) 1992-1999: Σύνδεση της λίρας με την ευρωπαϊκή νομισματική μονάδα (ECU) , δ) 1997-2007: η Κύπρος πρόσδεσε τη λίρα στο ευρώ αρχικά σε στενά κι αργότερα σε ευρύτερα περιθώρια διακύμανσης εφόσον σκόπευε να ενταχθεί στην ΕΈ και να ικανοποιήσει τα αντίστοιχα κριτήρια (συμπεριλάμβαναν την κατάργηση όλων των συναλλαγματικών περιορισμών).

Η παρένθεση με το σχέδιο Ανάν

Η τελευταία απόπειρα για την ένταξη μιας επανενωμένης Κύπρου στην ΕΕ (εν όψει της επίσημης ένταξης από την 1η Μαΐου 2004) θα ναυαγήσει μαζί με το περίφημο σχέδιο Ανάν (είχε διαμορφωθεί από τον γ.γ. του ΟΗΕ). Απορρίφθηκε από τους Ελληνοκύπριους με δημοψήφισμα (Απρίλιος 2004), ενώ εγκρίθηκε από τους Τουρκοκύπριους. Οι βασικοί λόγοι της απόρριψης, όπως τους περιέγραψε ο Κύπριος Πρόεδρος Παπαδόπουλος, ήταν ότι δεν προέβλεπε μείωση του αριθμού των εποίκων στο νησί και αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων. Επιπλέον ενισχυόταν η διζωνικότητα και διαιωνιζόταν ο εθνικός διαχωρισμός, ενώ υπήρχαν μόνιμες παρεκκλίσεις από το κοινοτικό κεκτημένο.

BAΣΙΚΟΙ ΣΤΑΘΜΟΙ

Η πορεία ένταξης της Κύπρου οικοδομήθηκε μέσα σε τρεις δεκαετίες. Κυριότεροι σταθμοί στην πορεία αυτή ήταν:
  • Συμφωνία Σύνδεσης το 1973
  • Τελωνειακή Ενωση το 1987
  • Υποβολή αίτησης ένταξης το 1990
  • Γνωμοδότηση της Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Κοινότητας το 1993
  • Απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Κέρκυρας το 1994
  • Απόφαση των Βρυξελλών της 6ης Μαρτίου 1995
  • Εναρξη των διαπραγματεύσεων ένταξης τον Μάρτιο του 1998
  • Απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Ελσίνκι το Δεκέμβριο του 1999
  • Απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Κοπεγχάγης τον Δεκέμβριο του 2002
  • Εγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ (507 ψήφοι υπέρ, 29 εναντίον και 26 αποχές) τον Απριλίου του 2003
  • Υπογραφή της Συνθήκης Προσχώρησης της Κύπρου στην ΕΕ τον Απρίλιο του 2003
  • Επίσημη ένταξη στην ΕΕ την 1η Μαΐου 2004 ? Υιοθέτηση του ευρώ ως εθνικού νομίσματος από 1 Ιανουαρίου 2008
1960-1973: Εκκίνηση με τελωνειακή ένωση ΕΟΚ - Λευκωσίας

Δύο χρόνια μετά την ανακήρυξη της κυπριακής ανεξαρτησίας (1960) η Λευκωσία εκδηλώνει το ενδιαφέρον της για σύνδεση με την ΕΟΚ. Το 1962 μετείχαν σ' αυτή έξι κράτη (Γαλλία, Δυτική -τότε ακόμη- Γερμανία, Ιταλία, Ολλανδία, Βέλγιο, Λουξεμβούργο).

Η εκδήλωση του ενδιαφέροντος δεν ήταν προϊόν κάποιας στρατηγικής επιλογής. Τα ελατήρια ήταν, μάλλον, συγκυριακά στενά οικονομικά.

Αν η Βρετανία (η Κύπρος ήταν ήδη μέλος της Βρετανικής Κοινοπολιτείας) προσχωρούσε στην ΕΟΚ (έχει υποβάλει το 1961 αίτηση για ένταξη), οι κυπριακές εξαγωγές, κυρίως τα αγροτικά προϊόντα, θα δέχονταν πλήγμα. Θα χανόταν το προτιμησιακό καθεστώς, που απολάμβανε, αφού κατά τις κοινοτικές συνθήκες, θα προτιμούνταν οι εισαγωγές στην Αγγλία από τα κράτη-μέλη της ΕΟΚ.

Το «βέτο», όμως, της Γαλλίας για τη βρετανική εισδοχή και η περίφημη δήλωση του Ντε Γκολ ότι «Το Ηνωμένο Βασίλειο δεν είναι έτοιμο» (1963), παγώνει και το κυπριακό ενδιαφέρον. Αυτό θα αναθερμανθεί εφτά χρόνια αργότερα, εν όψει της δεδομένης, πλέον, βρετανικής εισδοχής στο άμεσο μέλλον. Το ενδιαφέρον τώρα είναι πιο σύνθετο και δεν εξαντλείται στα γεωργικά κυπριακά προϊόντα. Συσχετίζεται με την ανάπτυξη, τον εκσυγχρονισμό και τον ανταγωνισμό ευρύτερα. Πάντως, πάλι, οι λόγοι δεν είναι κυρίως πολιτικοί. Άλλωστε το κυπριακό πρόβλημα με τη μορφή, που το γνωρίζουμε έως σήμερα, δεν υφίσταται ακόμη.

Έτσι, ξεκινά ένας κύκλος επαφών ΕΟΚ-Κύπρου για συμφωνία σύνδεσης. Αυτή τέθηκε σε εφαρμογή από τις αρχές του 1973, όταν πια είχε προκύψει η ΕΟΚ των οκτώ (με την προσθήκη Αγγλίας, Δανίας και Ιρλανδίας).

Η συμφωνία στόχευε στην τελωνειακή ένωση του νησιού, η οποία θα πραγματοποιούνταν σε δύο πεντάχρονες περιόδους (η πρώτη θα ολοκληρωνόταν το 1977, ενώ νωρίτερα θα άρχιζαν διαπραγματεύσεις για τη δεύτερη). Περιείχε διευθετήσεις για εμπορική, οικονομική και τεχνική συνεργασία, οι οποίες, φυσικά, αφορούσαν αδιακρίτως Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους.

Η τουρκική εισβολή και η κατοχή του 37% της Κύπρου από το 1974 και η κυπριακή τραγωδία άλλαξαν ριζικά το σκηνικό και όλα τα δεδομένα.

2003-2008: «Πάντα πιο μπροστά από τις άλλες υποψήφιες χώρες»

Στις 16 Απριλίου 2003 υπογράφηκε η Συνθήκη Προσχώρησης της Κύπρου στην ΕΕ. Η υπογραφή που πραγματοποιήθηκε σε ειδική τελετή στην Αθήνα αντιπροσώπευε τον ακρογωνιαίο λίθο της πορείας της Κύπρου προς την ένταξη και αποτέλεσε ορόσημο στη σύγχρονη ιστορία της. Ταυτόχρονα, αποτέλεσε το επιστέγασμα της μακράς προσπάθειας της Κύπρου να γίνει μέλος της ευρωπαϊκής οικογένειας στην οποία πάντοτε ανήκε.

Σε δήλωση κατά την υπογραφή ο Πρόεδρος Τ. Παπαδόπουλος δήλωνε: «Η υπογραφή της Συνθήκης Προσχώρησης αποτελεί μεγάλη και ιστορική στιγμή που σφραγίζει ανεξίτηλα τη μελλοντική πορεία της Κύπρου? Το ιστορικό αυτό επίτευγμα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν εξεταστεί μέσα από το πρίσμα των ειδικών συνθηκών της Κύπρου, την τραγωδία της εισβολής και τη συνεχιζόμενη τουρκική κατοχή μέρους της χώρας μας και τις σοβαρές συνέπειές της».

Η Κύπρος όχι μόνο αντιμετώπισε τις κατακλυσμιαίες συνέπειες της κατοχής, αλλά παρά τις τεράστιες δυσκολίες και τα εμπόδια κατάφερε το στόχο της ένταξης. Φιλοδοξώντας να δημιουργήσει τις συνθήκες, οι οποίες θα ανατρέψουν τα δεδομένα της εισβολής, ώστε να λειτουργήσει ως καταλύτης για την επίτευξη ειρηνικής, διαρκούς, βιώσιμης, λειτουργικής και δίκαιης λύσης του κυπριακού προβλήματος. Η Κύπρος ήταν πάντοτε μπροστά από όλες τις υποψήφιες χώρες με τις καλύτερες επιδόσεις και επανειλημμένα έλαβε συγχαρητήρια από αξιωματούχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τον υποδειγματικό τρόπο που διεξήγε τις διαπραγματεύσεις.

Το οικονομικό μοντέλο της, που σήμερα βρίσκεται στο στόχαστρο, διαμορφώθηκε στο ευρωπαϊκό πλαίσιο μετά πολλών επαίνων μάλιστα. Η ανάδειξή της σε διεθνές χρηματοπιστωτικό κέντρο είχε και την άδεια και τις επιδοκιμασίες των εταίρων της από την επίσημη ένταξή της (2004) και την υιοθέτηση του ευρώ (2008) ως πολύ πρόσφατα ακόμη, όταν ασκούσε την προεδρία στην ΕΕ (2012).

Η «οικονομία?καζίνο», ο «φορολογικός παράδεισος», ο «διογκωμένος τραπεζικός τομέας», το «ξέπλυμα παράνομου χρήματος» και όλα τα συναφή είχαν την άδεια αν όχι τις επιδοκιμασίες των ευρωπαϊκών οργάνων. Πλην όμως πέραν τούτου, είναι αστείο να κατηγορείται, όπως κάνει σήμερα η ηγεσία της ΕΕ, ένα κράτος, διχοτομημένο και με ξένα στρατεύματα στο έδαφός ότι έχει ένα ανώμαλο χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου