Τετάρτη, 5 Απριλίου 2017

Οι οργισμένοι ψηφοφόροι ψάχνουν ηγέτες, όχι δημοκρατία!


5/4/2017

Του Janan Ganesh

Όταν ο κόσμος φωνάζει υπέρ της ελευθερίας εννοεί το αντίθετο: νοσταλγεί τις ισχυρές ελίτ που επιβάλλουν τάξη στο χάος, θωρακίζουν τη δουλειά του και τον προφυλάσσουν από τη βάρβαρη αγορά.

Μεγαλωμένος την περίοδο της Μεγάλης Ύφεσης, ο μυθιστοριογράφος και νομπελίστας Σολ Μπέλοου δεν ξέχασε ποτέ το δέσιμο των εξαθλιωμένων Αμερικανών με τον χλιδάτο, σχεδόν ξένο και μανιακό με την εξουσία που είχαν για πρόεδρο. «Οι άνεργες μάζες, οι μεροκαματιάρηδες, μηχανικοί, απολυμένοι οδηγοί τρόλεϊ, κλητήρες, πωλητές παπουτσιών, σιδερωτές παντελονιών (…) Εμπιστεύονταν μόνο τον (Φραγκλίνο) Ρούσβελτ, γέννημα θρέμμα του Γκρότον, έναν αριστοκράτη του καταλόγου Social Register, έναν πλούσιο τζέντλμαν από το Χάρβαρντ και το Χάιντ Παρκ».

Οι ψηφοφόροι δεν έχουν πρόβλημα με τις ελίτ, αν αυτές εκπληρώνουν τους όρους με τους οποίους κέρδισαν τη θέση τους και οι οποίοι έχουν να κάνουν με την ενεργή χρήση της εξουσίας για τη βελτίωση της υλικής κατάστασης του κόσμου. Το πρόβλημα φαίνεται να αρχίζει όταν δεν συμπεριφέρονται καθόλου ως ελίτ, όταν δεν αναλαμβάνουν δράση και επικαλούνται ανικανότητα απέναντι στις παγκόσμιες δυνάμεις. Τότε είναι που οι μεροκαματιάρηδες αμφισβητούν το νόημα ύπαρξης των ανωτέρων τους, οι οποίοι ως απόντες φεουδάρχες, απολαμβάνουν τα πλεονεκτήματα της εξουσίας αλλά δεν τηρούν κανένα από τα καθήκοντα που αυτή συνεπάγεται.

Η Δύση δεν επαναστατεί κατά των ελίτ. Ο κόσμος που ψήφισε για να φύγει η Βρετανία από την ΕΕ και έφερε τον Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο, καθώς και ο κόσμος που μπορεί να εκλέξει τη Μαρίν Λεπέν ως πρόεδρο της Γαλλίας τον επόμενο μήνα, νοσταλγεί την εποχή που οι ελίτ ήταν περισσότερο, όχι λιγότερο ισχυρές.

Εδέμ τους τείνει να είναι τα μέσα του προηγούμενου αιώνα, όταν βαρόνοι στα ανώτατα κλιμάκια των κυβερνήσεων, των επιχειρήσεων και των οργανωμένων εργαζόμενων συνωμοτούσαν για να διατηρήσουν την πλήρη απασχόληση. Ο κορπορατισμός ήταν ελιτισμός σε μια πρακτική μορφή του. Οι ροές κεφαλαίου μεταξύ χωρών αστυνομεύονταν από ακόμη πιο μακρινές ελίτ, σε θεσμούς που δημιουργήθηκαν στο Μπρέτον Γουντς, το οποίο ήταν από μόνο του μια μάζωξη της ελίτ που ντρόπιαζε ακόμη και τις συναντήσεις της Λέσχης Μπίλντερμπεργκ. Τη μετανάστευση τη διαχειρίζονταν οι ελίτ.

Καθώς διαβάζεις για τους αρχιτέκτονες εκείνης της εποχής, βυθίζεσαι στον ξεδιάντροπο, αριστοκρατικό ελιτισμό. Ο οικονομολόγος Τζον Μέιναρντ Κέινς, οι διπλωμάτες Χένρι Κίσινγκερ και Τζορτζ Κέναν, ο Ρόμπερτ Σούμαν και άλλοι ιδρυτές του ευρωπαϊκού πρότζεκτ. Η απομόνωσή τους από τον απλό κόσμο ήταν ακραία. Κάποιων οι απόψεις άγγιζαν τα όρια της προ δημοκρατίας εποχής. Αυτή όμως ήταν η ουσία: ήταν η έμπειρη επιβολή τάξης στο χάος, που θεωρούνταν τόσο πολύτιμη και την οποία αποζητούσε ο κόσμος, όταν αυτή η τάξη μετατράπηκε σε μια ρευστή κατάσταση στη δεκαετία του 1980 και μετέπειτα.

Το γράφω αυτό με τη δυσφορία του φιλελεύθερου που το 2016 αποκάλυψε μια μεγάλη, ανικανοποίητη ζήτηση για πατερναλιστική διακυβέρνηση. Ένας καθοριστικός αριθμός ψηφοφόρων διψάει για τον πραγματικό ελιτισμό. Η διαφωνία τους είναι με τον ασήμαντο ελιτισμό της εποχής του Νταβός, κατά την οποία οι πολιτικοί εκλέγονται μόνο και μόνο για να επικαλεστούν το ότι είναι ανήμποροι απέναντι στην παγκόσμια δίνη κεφαλαίου και ανθρώπων, στην οποία οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις, του μεγέθους της Google, υποβαθμίζουν την ίδια τους τη δύναμη σε όφελος ενός «συνδεδεμένου» κόσμου.

Οι οργισμένοι ψηφοφόροι δεν θέλουν πραξικόπημα ενάντια στον ελιτισμό. Αν μη τι άλλο, επιθυμούν την αποκατάστασή του. Θέλουν την τάξη μέσα στην οποία μεγάλωσαν, όταν κεντρικές πολιτικές κρατούσαν ασφαλείς τις θέσεις εργασίας και οικείες τις γειτονιές. Βλέπουν τις μοντέρνες ελίτ ως υπερβολικά επιεικείς γονείς, όχι αυστηρούς, ασυνείδητα παθητικούς τις τελευταίες δεκαετίες του ξένου οικονομικού ανταγωνισμού και των ιλιγγιωδών κοινωνικών μεταβολών. Απαιτούν τις σωστές ελίτ, τις ελίτ που χρησιμοποιούν τη δύναμή τους.

Δεν ζητούν το φιλελεύθερο ονειρικό τοπίο του «Rebel: How to Overthrow the Emerging Oligarchy». Σε αυτό το νέο βιβλίο του, ο βουλευτής Ντάγκλας Κάρσγουελ επικαλείται το Brexit, την εκλογική επιτυχία του σε μια παραθαλάσσια πόλη και ουσιαστικά οτιδήποτε συμβαίνει σε πραγματικό χρόνο και χώρο, ως απόδειξη πως ο κόσμος προτιμά ένα μικρό κράτος, επάνω στο οποίο μπορεί να ασκήσει δημοκρατική κυριαρχία 24 ώρες το 24ωρο, μέσω κάποιου είδους ψηφιοποιημένης συλλογικής νοημοσύνης.

Το πρόβλημα είναι πως αυτή η «ολιγαρχία» είναι μια χρήσιμη περιγραφή του κοινωνικού συστήματος που νοσταλγούν οι οργισμένοι ψηφοφόροι. Ένα σύστημα μεγάλων εταιριών με έμμεσο πολιτικό καθήκον τη διατήρηση των θέσεων εργασίας εγχώρια, μιας κυβέρνησης-ασπίδας μεταξύ εργαζομένων και αγοράς, ενόπλων δυνάμεων που είναι μεγάλος εργοδότης και πηγή πολιτιστικών ηθών, επιπέδων μετανάστευσης που ορίζονται από αυστηρά διατάγματα αντί για την αλληλεπίδραση προσφοράς και ζήτησης, των ελεύθερων συναλλαγών ως κάτι περιορισμένο και υπό όρους.

Ο Μπέλοου ανέφερε ότι παρότι λιγότερο ικανοί πρόεδροι λειτούργησαν υπό πνευματικά δόγματα, ο Ρούσβελτ τα κατάφερε με μια λέξη του Ησαΐα: «Παρηγορήσου». Είπε στους ανασφαλείς ψηφοφόρους πως δεν ήταν μόνοι, ότι θα τους προστάτευε από τα σκαμπανεβάσματα της ζωής με όση δημοσιονομική απλοχεριά και τεχνοκρατική ευφυΐα γινόταν.

Αυτή η σύμβαση εξαπλώθηκε σε όλη τη μεταπολεμική Δύση. Οι μάζες αποδέχθηκαν τις ελίτ, αρκεί οι ελίτ να διαχειρίζονταν την έκθεση των μαζών στη βάρβαρη πραγματικότητα της αγοράς. Το ξέφτισμα αυτής της σύμβασης οδήγησε στην πικρία του σήμερα. Μακάρι ο κ. Κάρσγουελ να είχε δίκιο, αλλά δεν είναι για καλό να τους ακούς να φωνάζουν για την ελευθερία, όταν στην πραγματικότητα συμβαίνει το αντίθετο. Το 2016, οι ψηφοφόροι δεν ζήτησαν από τις ελίτ να αποποιηθούν την εξουσία τους. Τις τιμώρησαν επειδή την είχαν ήδη αποποιηθεί.

Πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου