15/11/2008
Του Θ. Ράπανου*
Εδώ και περίπου δύο μήνες ζούμε στη δίνη της διεθνούς χρηματοοικονομικής κρίσης, η οποία άρχισε να έχει σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στην πραγματική οικονομία. Μερικές, μάλιστα, χώρες αντιμετωπίζουν πολύ σημαντικά προβλήματα, με αποτέλεσμα να ζητήσουν τη βοήθεια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, π.χ. Ισλανδία, Ουγγαρία και άλλες είναι στα πρόθυρα οικονομικής κρίσης.
H ελληνική οικονομία, αν και επηρεάζεται σημαντικά από την κρίση, δεν φαίνεται να διατρέχει τον κίνδυνο υποτίμησης, ανόδου του πληθωρισμού και σημαντικής ύφεσης. H κυβέρνηση μας λέει ότι αυτό οφείλεται στο ότι φρόντισε η ίδια να θωρακίσει την οικονομία μας. H πραγματικότητα, όμως, δείχνει ότι η κυβέρνηση μάλλον αιφνιδιάστηκε και το οικονομικό επιτελείο βρίσκεται ακόμη σε κατάσταση αμηχανίας. H μόνη τελικά θωράκιση της οικονομίας αποδεικνύεται να είναι το ότι η Ελλάδα έχει ως νόμισμά της το ευρώ.
Είναι σημαντικό το ότι άρχισε πλέον να γίνεται κατανοητό ότι μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της χώρας στη μεταπολεμική περίοδο ήταν η ένταξη της χώρας μας στην ONE. Το ευρώ κατακρίθηκε και μερικοί έφτασαν στο σημείο να του αποδίδουν όλα τα προβλήματα της οικονομίας μας, από την ακρίβεια μέχρι τη δημοσιονομική δυσπραγία. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που αναπολούσαν τη δραχμή και ακόμη και σήμερα κάνουν συγκρίσεις των τιμών του 2000 με τις σημερινές και θρηνούν για την ακρίβεια. Εκείνο που ξεχνούν να κάνουν είναι να σκεφτούν το ποια θα ήταν η κατάσταση σήμερα αν δεν είχαμε το ευρώ ως νόμισμα. Ίσως αξίζει να αναφέρουμε κάποια απλά στοιχεία για να θυμηθούμε ποια ήταν η κατάσταση της οικονομίας μας πριν από το ευρώ.
Το 1977 η ισοτιμία του δολαρίου (και του ECU) ήταν περίπου 37 δραχμές. Δεκαεπτά χρόνια μετά, το 1994 όταν άρχισε η διαδικασία ένταξης στην ONE, η ισοτιμία ήταν 245 δραχμές. Είχαμε δηλαδή μια τεράστια υποτίμηση της δραχμής. Aν πάρουμε τον πληθωρισμό θα δούμε ότι αυτό που το 1977 αγοράζαμε με 100 δραχμές, το 1994 θέλαμε 500 δραχμές, με απλά λόγια στην περίοδο αυτή οι μέσες τιμές πενταπλασιάστηκαν. Αλήθεια θυμάται κανείς ότι 1994 το επιτόκιο για στεγαστικό δάνειο ήταν περί το 23% και για κεφάλαια κίνησης έφτανε και το 28%; H αύξηση του AEΠ ήταν κοντά στο 1% και η Ελλάδα ήταν σε πορεία απόκλισης από την υπόλοιπη Ευρώπη. Tι θα γινόταν αν δεν αποφασίζαμε να βρούμε αγκυροβόλιο στο ευρώ; H απάντηση δεν είναι εύκολη, αφού με την οικονομία δεν μπορούμε να κάνουμε πειράματα σε εργαστήρι. Aν όμως ακολουθούσαμε και μετά το 1994 την πολιτική της προηγούμενης περιόδου, τότε σήμερα η ισοτιμία με το δολάριο (και το ευρώ) θα ήταν περί τις χίλιες πεντακόσιες δραχμές και οι τιμές δεν θα ήταν 25% μεγαλύτερες από το 2000, όπως είναι σήμερα, αλλά 400%.
Oι εκτιμήσεις αυτές θα μου πείτε ότι είναι ακραίες, αφού αν συνεχιζόταν η προηγούμενη κατάσταση η χώρα θα ήταν σε κατάρρευση και όποιο κόμμα και να ήταν στην κυβέρνηση θα έπαιρνε κάποια μέτρα, μάλλον υπό την πίεση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και άρα η κατάσταση θα είχε συγκρατηθεί. Παρ’ όλα αυτά γίνεται φανερό ότι χωρίς το ευρώ η Ελλάδα σήμερα θα ήταν μια διαφορετική χώρα. H ανάπτυξη που γνώρισε η οικονομία μας την περίοδο 1994 και μετά θα έμενε όνειρο και το βιοτικό επίπεδο των Ελλήνων θα ήταν πολύ χαμηλότερο.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η εισαγωγή του ευρώ δημιούργησε προβλήματα τόσο στο επίπεδο του πληθωρισμού όσο και στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Αντί, όμως, να δούμε πώς αντιμετωπίζονται αυτά τα προβλήματα, εκείνο που κάνουν πολλοί, ακόμη και η κυβέρνηση, είναι να επικρίνουν το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης ως την απαρχή των κακών για την οικονομική μας πολιτική, επειδή δεν μας αφήνει δήθεν να ασκήσουμε μια πιο αναπτυξιακή ή πιο κοινωνική πολιτική.
Ξεχνούν, όμως, ότι και άλλες χώρες, όπως η Iσπανία, η Oλλανδία, η Aυστρία κ.α. υπάγονται στο Σύμφωνο, γιατί αυτές οι χώρες δεν εμποδίζονται; Μήπως επειδή έχουν βάλει σε τάξη τα δημοσιονομικά τους και επομένως έχουν περιθώρια για την άσκηση της πολιτικής που επιθυμούν; Έχουμε συνειδητοποιήσει ότι η χώρα έχει τεράστιο χρέος και για την εξυπηρέτησή του πληρώνουμε περί τα 11 με 12 δισ. ευρώ κάθε χρόνο; Aν μειώναμε το χρέος μας στο μισό από το σημερινό επίπεδο, τότε θα είχαμε κάθε χρόνο περί τα 6 δισ. ευρώ να ξοδεύουμε κάθε χρόνο για την υγεία, την παιδεία, τις συντάξεις. Είναι δυνατό να μιλάμε για ακόμη μεγαλύτερα ελλείμματα όταν η χώρα μας έχει τεράστιο πρόβλημα στην κοινωνική της ασφάλιση και το οποίο θα επιδεινωθεί δραματικά τα επόμενα χρόνια; Aν και ο γράφων δεν συμφωνεί ούτε με τη φιλοσοφία ούτε με επιμέρους διατάξεις του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, πιστεύει ότι αυτό μπορεί να δημιουργεί προβλήματα σε άλλες χώρες, όχι όμως στην Ελλάδα.
Στις σημερινές συνθήκες η Ελλάδα μπορεί να θεωρηθεί ως τυχερή που μπόρεσε και μπήκε έγκαιρα στην ευρωζώνη. Ακόμη και χώρες με ισχυρές οικονομίες, όπως η Δανία και η Σουηδία, αντιμετώπισαν σοβαρά προβλήματα, με την πρόσφατη κρίση και σκέφτονται σοβαρά να ενταχθούν στο ευρώ. Για τα προβλήματά μας δεν ευθύνεται το αγκυροβόλιο μας στην τρικυμία, αλλά η αδυναμία μας να αντιμετωπίσουμε τα δομικά προβλήματα της οικονομίας μας. Σε αυτή τη δύσκολη περίοδο η οικονομική μας πολιτική χρειάζεται τόλμη και πολιτικό θάρρος για να ξεπεράσει η χώρα την κρίση και να ξαναμπεί σε πορεία υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης. Γιατί μόνο με ισχυρή ανάπτυξη θα μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα και τις προκλήσεις του μέλλοντος.
*Καθηγητής στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών
Πηγή
Σχετική δημοσίευση εδώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου