Πέμπτη, 9 Ιουνίου 2016

Ανταγωνιστικότητα και Ελληνική Οικονομία


20/5/2015


Αναστασάτος Μαλλιαρόπουλος

Η υπερκατανάλωση του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και η παράλληλη απώλεια της ανταγωνιστικότητάς της ελληνικής οικονομίας, οδήγησαν σε τεράστια ελλείμματα του Ισοζυγίου Τρεχουσών Συναλλαγών (ΙΤΣ).

Ορισμός της Ανταγωνιστικότητας

Παρά τη μείζονα σημασία της εθνικής ανταγωνιστικότητας για την οικονομία και τις αποφάσεις της οικονομικής πολιτικής, δεν υπάρχει ακόμη κοινά αποδεκτός ορισμός της έννοιας. Πολλοί συγγραφείς1 αντιτίθενται στην ύπαρξη του όρου σε εθνικό επίπεδο, μη θεωρώντας το παγκόσμιο εμπόριο παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος2, αλλά βασιζόμενοι στην έννοια του “συγκριτικού πλεονεκτήματος”* του David Ricardo3, απορρίπτουν τις έννοιες “απόλυτο” και “ανταγωνιστικό” πλεονέκτημα. Έτσι, έχουν διαμορφωθεί τέσσερις κύριες απόψεις σχετικά με την έννοια της ανταγωνιστικότητας, δηλαδή, α) η ικανότητα προσέλκυσης επενδύσεων, β) η ικανότητα προσαρμογής, γ) η ικανότητα κέρδους, δ) η ικανότητα πώλησης.4

Άρα, η ανταγωνιστικότητα είναι όρος ευρύς και πολυεπίπεδος και η έννοια που του αποδίδεται μπορεί να διαφέρει κατά περίπτωση, δημιουργώντας προβλήματα στη μέθοδο μέτρησης, λόγω του ασαφούς θεωρητικού υποβάθρου. Έτσι, απλοί δείκτες, όπως της τιμολογιακής ανταγωνιστικότητας, δεν επαρκούν για την μέτρηση ενός τόσο πολυδιάστατου όρου. Κατά συνέπεια, πλέον χρησιμοποιούνται σύνθετες μέθοδοι μέτρησης με γνωστότερες αυτές των IMD και WEF. Για τη συνέχεια, με τη χρήση του όρου ανταγωνιστικότητα εννοείται: “Πλέγμα παραγόντων, πολιτικών και θεσμών που προσδιορίζουν το επίπεδο της παραγωγικότητας μιας χώρας, που με τη σειρά του προσδιορίζει το διατηρήσιμο επίπεδο ευημερίας που μπορεί να απολαμβάνει μια οικονομία και την απόδοση των επενδύσεων.”.5

Ανταγωνιστικότητα της Ελληνικής Οικονομίας και Κρίση

Η υπερκατανάλωση του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και η παράλληλη απώλεια της ανταγωνιστικότητάς της ελληνικής οικονομίας, οδήγησαν σε τεράστια ελλείμματα του Ισοζυγίου Τρεχουσών Συναλλαγών (ΙΤΣ)**, ιδιαίτερα μετά το 2000, τα οποία προκειμένου να εξυπηρετηθούν οδήγησαν σε αύξηση του εξωτερικού χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ από 40% το 2001 σε περίπου 85% το 2009. Σε συνδυασμό με την ταυτόχρονη αύξηση των πληρωμών τόκων επί του εξωτερικού χρέους η χώρα έφτασε στα πρόθυρα της χρεοκοπίας το 20106. Η κρίση των τελευταίων ετών ανάγκασε τη χώρα σε αναδιάρθρωση τόσο του δημόσιου, όσο και του ιδιωτικού τομέα, τα αποτελέσματα των οποίων αντικατοπτρίζονται τόσο στο πρωτογενές πλεόνασμα, όσο και στο ΙΤΣ, αφού για πρώτη φορά από το 1948 παρουσιάζει πλεόνασμα της τάξεως του 0,7% (1,2 δις €)7. (Διάγραμμα 1)

Ωστόσο, με βαθύτερη ανάλυση του ΙΤΣ προκύπτει ότι τα θετικά αποτελέσματα προέρχονται κυρίως μέσω μείωσης των εισαγωγών, λόγω μείωσης του εισοδήματος, παρά αύξησης των εξαγωγών. Ως εκ τούτου, το πρόβλημα της ανταγωνιστικότητας παραμένει και η μη αντιμετώπισή του άμεσα, διακυβεύει το μέλλον της ελληνικής οικονομίας, αφού μία αύξηση της κατανάλωσης, πιθανότατα, θα οδηγήσει σε μεγαλύτερο εμπορικό έλλειμμα, το οποίο θα επηρεάσει αρνητικά το ΙΤΣ και κατ'επέκταση τη μελλοντική πορεία του συνόλου της οικονομίας. (Διάγραμμα 2)

Τα αίτια της μειωμένης ανταγωνιστικότητας στην ελληνική οικονομία

Η απώλεια της ανταγωνιστικότητας της Ελλάδας ξεκίνησε σταδιακά και κορυφώθηκε μετά την  είσοδο της χώρας στην Ευρωζώνη. Αρχικά, η υιοθέτηση του ενιαίου νομίσματος και η ανατίμηση  του, ιδιαίτερα στα πρώτα χρόνια, οδήγησαν σε αδιάκοπη αύξηση του πληθωρισμού και του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος, σε επίπεδο υψηλότερο του μέσου επιπέδου των αντίστοιχων μεγεθών των χωρών της νομισματικής ένωσης. Επίσης, η χαμηλή προσαρμοστικότητα  και διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, λόγω χαμηλού τεχνολογικού περιεχομένου και χαμηλής ανταγωνιστικής ποιότητας των εξαγωγών, κατέστησαν τα ελληνικά προϊόντα μη ανταγωνιστικά στο διεθνές εμπόριο. Η αύξηση των τιμών των μη εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών σε σχέση με τα εμπορεύσιμα αγαθά -η οποία υπήρξε αιτία, αποτέλεσμα και ανατροφοδότηση του προβλήματος- μετατόπισε παραγωγικές δραστηριότητες και πόρους, από κλάδους υψηλής εξωστρέφειας σε κλάδους υπηρεσιών εγχώριας κατανάλωσης. Ακόμη, οι υπέρογκες αυξήσεις των μισθών στους τομείς των μη εμπορεύσιμων αγαθών, λειτούργησαν πληθωριστικά, αναγκάζοντας σε αυξήσεις τιμών και μισθών τους τομείς των εμπορεύσιμων και εξαγώγιμων αγαθών, μεγαλύτερες από τις αυξήσεις της παραγωγικότητας.8910

Αντιμετώπιση

Η δομή της ελληνικής οικονομίας, με τον εξαιρετικά μεγάλο βαθμό μικρομεσαίων επιχειρήσεων και αυτοαπασχολούμενων, οδηγεί σε αδυναμία δημιουργίας οικονομιών κλίμακας. Παρά την εσωτερική υποτίμηση και την εξίσωση του κόστους εργασίας με την συγκριτική παραγωγικότητα, η ανταγωνιστικότητα της χώρας παραμένει εξαιρετικά χαμηλή11, ενώ μια περαιτέρω μείωση των μισθών θα υπονόμευε την κοινωνική συνοχή και ευημερία, ιδιαίτερα συνυπολογίζοντας τα εξαιρετικά υψηλά επίπεδα ανεργίας1213. Ταυτόχρονα, όσο και να μειωθεί το κατά μονάδα κόστος εργασίας -στα όρια των αναπτυγμένων κρατών- δεν μπορεί να ανταγωνιστεί το αντίστοιχο των αναπτυσσομένων χωρών, άρα, η στροφή σε κλάδους εντάσεως εργασίας θα ήταν αναποτελεσματική ή ανεπιθύμητη*.

Με την είσοδο της χώρας στην ευρωζώνη, η δυνατότητα υποτίμησης της συναλλαγματικής ισοτιμίας ως μέσω αύξησης της τιμολογιακής ανταγωνιστικότητας, αφαιρέθηκε. Ταυτόχρονα ως μέλος της ΕΕ, η Ελλάδα δεν μπορεί να ασκήσει προστατευτισμό στην αγορά της. Δηλαδή, ενώ πολλές χώρες κατάφεραν να επιτύχουν εθνική ανταγωνιστικότητα μέσω της δημιουργίας “εθνικών πρωταθλητών”, στην ελληνική περίπτωση, αυτό είναι αδύνατο, καθώς, αφενός η ΕΕ θεσμικά απορρίπτει κάθε προστασία ή επιδότηση, αφετέρου τα οφέλη θα ήταν βραχυπρόθεσμα και μη διατηρήσιμα, αφού επιχειρήσεις που δεν μπορούν να αναπτυχθούν εγχώρια είναι σχεδόν απίθανο να το καταφέρουν διεθνώς. Έτσι, στην Ελλάδα η ανάπτυξη της ανταγωνιστικότητας χρειάζεται να επιτευχθεί μέσω εντατικού εγχώριου ανταγωνισμού, ο οποίος θα επιτρέψει διεθνείς επενδύσεις και θα οδηγήσει σε μεγαλύτερη εξωστρέφεια και βιωσιμότητα των επιχειρήσεων. Ακόμη, οι σύγχρονες διεθνείς εμπορικές σχέσεις διέπονται από αυξημένο ενδοκλαδικό εμπόριο, το οποίο απορρέει από την υψηλή διαφοροποίηση των προϊόντων, το οποίο δίνει τη δυνατότητα αναζήτησης προϊόντων συνυπολογίζοντας εκτός της τιμής και άλλους παράγοντες, όπως η ποιότητα, η επωνυμία κλπ1415. Έτσι, αποτελεί μονόδρομο για την Ελλάδα η θέσπιση μιας ανταγωνιστικής στρατηγικής βασισμένης σε τομείς υψηλής προστιθέμενης αξίας, οι οποίοι θα παράγουν προϊόντα και υπηρεσίες διαφοροποιημένα, καινοτόμα, ελκυστικά και ταυτόχρονα με υψηλή σχέση ποιότητας-τιμής. Αυτό μπορεί να καταστεί εφικτό μέσω της επένδυσης της χώρας σε νέες τεχνολογίες, αλλά και σε κλάδους αιχμής.

Επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες

Τα σύγχρονα υποδείγματα μακροοικονομικής μεγέθυνσης θεωρούν την τεχνολογική εξέλιξη ως το αποτέλεσμα των επενδύσεων σε φυσικό και ανθρώπινο κεφάλαιο για αποδοτικότερες μεθόδους παραγωγής (ενδογενής μεγέθυνση1617, εξελικτική οικονομική18) και προσδιοριστικό παράγοντα της αύξησης του ΑΕΠ, ενώ θέτουν τις επιχειρήσεις ως κινητήρια δύναμη της οικονομίας, αναδεικνύοντας τη σημαντικότητα της τεχνολογίας και της υιοθέτησής της. Άλλωστε, οι οικονομικές επαναστάσεις, η βιομηχανική και της πληροφορίας, που επέφεραν ριζοσπαστικές αλλαγές στην παραγωγή και καθημερινότητα, ήταν αποτελέσματα τεχνολογικής εξέλιξης. Η σημαντικότητα της υιοθέτησης και δημιουργίας νέων τεχνολογιών για την ανταγωνιστικότητα αντικατοπτρίζεται σε πολιτικό επίπεδο στην αναπτυξιακή στρατηγική της ΕΕ “Europe 2020”, που στοχεύει στη δημιουργία μιας έξυπνης, διατηρήσιμης και συνεκτικής οικονομίας, ενώ σε εταιρικό τα ποσά που δαπανούν εταιρείες κολοσσοί σε έρευνα και ανάπτυξη (Ε&Α), η βιωσιμότητα των οποίων συχνά εξαρτάται από αυτές.1920

Στην περίπτωση της Ελλάδας, η χώρα μπορεί να επωφεληθεί σημαντικά από την ενσωμάτωση νέων τεχνολογιών στην παραγωγή, αλλά και την επένδυση σε Ε&Α για την δημιουργία νέων. Όπως προέκυψε από μελέτη του ΙΟΒΕ, για κάθε 1% στον ρυθμό μεταβολής των δαπανών έρευνας των επιχειρήσεων (περίπου 4 εκ.€) των δυο προηγούμενων ετών, το ΑΕΠ μεταβάλλεται κατά 0,07% (περίπου 140 εκ.€), γεγονός που αποδεικνύει την πολύ μεγάλη σημασία των συγκεκριμένων δαπανών των επιχειρήσεων στην οικονομία της χώρας.21

Αρχικά, υπάρχει ήδη ο ακρογωνιαίος λίθος για την υιοθέτηση νέων τεχνολογιών, αλλά και μέχρι ένα βαθμό για την παραγωγή τους, δηλαδή το κατάλληλο ανθρώπινο δυναμικό22. Σε αντίθετη περίπτωση, η δημιουργία του κατάλληλου εργατικού δυναμικού θα ήταν ιδιαίτερα χρονοβόρα και πολυδάπανη διαδικασία, ενώ η παρούσα κατάσταση “brain drain”, οδηγεί σε μεγάλη διαρροή προς το εξωτερικό ενός από τους πολυτιμότερους παραγωγικούς συντελεστές, του καταρτισμένου ανθρώπινου δυναμικού, ο οποίος είναι αποτέλεσμα μακροχρόνιων δημοσίων επενδύσεων.23

Τα οφέλη από επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες, θα ήταν τόσο οικονομικά, όσο και κοινωνικά, μέσω σημαντικών θετικών εξωτερικοτήτων, όπως για παράδειγμα η ικανοποίηση λανθάνουσας ζήτησης24*. Στο οικονομικό κομμάτι, οι επιχειρήσεις με την υιοθέτηση ήδη αναπτυγμένων τεχνολογιών παραγωγής, θα γίνονταν περισσότερο ανταγωνιστικές, αφού η χρήση τους θα μείωνε το κόστος παραγωγής και να βελτιώσει τη διαχείριση των πόρων, ενώ με την επένδυση σε Ε&Α θα δημιουργούνταν καινοτόμα και διαφοροποιημένα προϊόντα, ήτοι ανταγωνιστικά25. Επίσης, δεδομένου του πλέον χαμηλού κόστους εργασίας καταρτισμένου και επιστημονικού προσωπικού στη χώρα μας26, τα προϊόντα αυτά αν και διαφοροποιημένα/καινοτόμα, θα ήταν ταυτόχρονα προσιτά, άρα θα ανταπεξέρχονταν στην πρόκληση της σχέσης ποιότητας-τιμής27.

Ακόμη, η ανάπτυξη της κοινωνίας της πληροφορίας και η μεγάλη εξάπλωσή της μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως γέφυρα σύνδεσης με νέες αγορές. Τα σύγχρονα μέσα δίνουν τη δυνατότητα στην ελληνική οικονομία, η οποία αποτελείται κατά 79% των εσόδων από υπηρεσίες, να διεισδύσει σε νέες αγορές, όπως αυτή του παγκόσμιου outsourcing υπηρεσιών, αλλά και να επωφεληθεί από αυτές για μείωση κόστους, καθώς και να προσελκύσει νέο καταναλωτικό κοινό, μέσω των νέων εργαλείων marketing που διατίθενται με την ανάπτυξη του WEB 2.028. Τέλος, μέσω των σύγχρονων τεχνολογιών είναι εφικτή η εκπαίδευση του προσωπικού γρήγορα και οικονομικά βελτιώνοντας και αναπροσαρμόζοντας εύκολα το ήδη υπάρχον εργατικό δυναμικό29. Συμπερασματικά, οι νέες τεχνολογίες μπορούν να μετασχηματίσουν την ελληνική οικονομία και να ανοίξουν νέους ορίζοντες στις ελληνικές επιχειρήσεις καθιστώντας τες περισσότερο εξωστρεφείς. Το κόστος υιοθέτησης και παραγωγής διαφέρει κατά περίπτωση, αλλά τα οφέλη σε όλες τις περιπτώσεις είναι πολλαπλά.

Επενδύσεις σε κλάδους αιχμής

Όπως προαναφέρθηκε, ο δεύτερος πυλώνας για την ανάκαμψη της εθνικής ανταγωνιστικότητας είναι οι κλάδοι αιχμής. Η διατηρήσιμη οικονομική μεγέθυνση, πρέπει να επιτευχθεί μέσω ισόρροπης ανάπτυξης, δηλαδή, με την ταυτόχρονη ανάπτυξη αρκετών κλάδων, ώστε η αύξηση της παραγωγής και του μεγέθους της αγοράς να είναι βιώσιμη30. Η ελληνική οικονομία, έχει τη δυνατότητα να υποστηρίξει αυτό το μοντέλο, αφού υπάρχουν αρκετοί τομείς, τόσο παραδοσιακής ισχύος (ναυτιλία, τουρισμός), όσο και πρόσφατων επιτυχιών (ενέργεια, αγροτική παραγωγή, μεταποίηση τροφίμων, τεχνολογίες πληροφορικής και επικοινωνίας, φαρμακευτικά προϊόντα)31, αλλά και υποσχόμενοι αναδυόμενοι αστέρες (ιατρικός τουρισμός, διαχείριση αποβλήτων, ιχθυοκαλλιέργειες, περιφερειακοί διαμετακομιστικοί κόμβοι)32, οι οποίοι αποτελούν τομείς με υψηλό ανταποδοτικό όφελος, υψηλή ακαθάριστη προστιθέμενη αξία και πολλαπλασιαστικές επιδράσεις, ικανοί να προσφέρουν ισχυρή ώθηση στην οικονομία και προοπτικές απασχόλησης33.

Παρά τις προοπτικές των εν λόγω τομέων, οι επιδόσεις τους είναι χαμηλότερες των δυνητικών, κυρίως λόγω θεσμικών προβλημάτων που επιδρούν αρνητικά στην ανάπτυξη των κλάδων, αλλά και προβλημάτων χρηματοδότησης34, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο, αφού οι δύο παράγοντες αλληλοεξαρτώνται. Προκειμένου να αντιμετωπιστεί η υφιστάμενη κατάσταση, χρειάζεται η προώθηση θεσμικών αλλαγών, ώστε η χρηματοδότηση της οικονομίας να περάσει από το δημόσιο χρέος στα ιδιωτικά και μετοχικά κεφάλαια, προσελκύοντας εγχώριες και ξένες επενδύσεις, μέσω της δημιουργίας ενός περιβάλλοντος φιλικού προς την επιχειρηματικότητα. Για την επίτευξη αυτού κρίνεται απαραίτητη η βελτίωση των πιο προβληματικών παραγόντων για την επιχειρηματική δραστηριότητα. Η πολιτική αστάθεια μπορεί να θεωρηθεί συγκυριακή, αλλά η κυβερνητική γραφειοκρατία μπορεί να αντιμετωπιστεί, κύριως μέσω εκσυγχρονισμού και απλούστευσης των διαδικασιών, ενώ θεσμικό πρόβλημα αποτελούν και οι φορολογικές ρυθμίσεις, αφού επικρατεί σύγχυση, αβεβαιότητα και αναξιοπιστία, λόγω συνεχών τροποποιήσεων του φορολογικού συστήματος.35 Άρα, απαιτούνται υπεύθυνες, μακρόπνοες, δομικές αλλαγές και πολιτικές αποφάσεις, ώστε οι θεσμοί να μην λειτουργούν πλέον ως αντικίνητρο για επενδύσεις, αλλά ακόμη και ως κίνητρο.

Η πρόσβαση στη χρηματοδότηση είναι πιο σύνθετη περίπτωση, καθώς από τη μία η παρούσα οικονομική συγκυρία και ο αποδεκατισμένος τραπεζικός τομέας μειώνουν τις ευκαιρίες χρηματοδότησης, ενώ από την άλλη η ελληνική κοινωνία, όπως και το ευρύτερο ευρωπαϊκό, δεν έχει αφομοιώσει σύγχρονες μεθόδους χρηματοδότησης, όπως Venture Capitals, Private Equities, Crowdfunding, Business Angels, οι οποίες είναι προσανατολισμένες σε καινοτόμες και εξωστρεφείς επιχειρήσεις, δηλαδή στις επιχειρήσεις που θα καταστήσουν την ελληνική οικονομία ανταγωνιστική.

Η μέχρι πρότινος επιχειρηματική κουλτούρα αποστροφής ρίσκου, η κρατική χρηματοδότηση, η επικέντρωση σε έργα υποδομής αντί καινοτομίας και οι μακροσκελείς γραφειοκρατικές διαδικασίες λειτουργούσαν ως τροχοπέδη στην υιοθέτηση καινοτόμων χρηματοδοτικών εργαλείων36. Ωστόσο, οι τελευταίες νομοθετικές πράξεις δείχνουν να κατανοούν την επιτακτική ανάγκη για νέους τρόπους χρηματοδότησης, αφαιρώντας τα θεσμικά εμπόδια, αλλά το πρόβλημα της επιχειρηματικής κουλτούρας και η έλλειψη εμπειρίας παραμένουν. Πιθανώς να ήταν ευεργετικές, στοχευμένες δράσεις όπως σεμινάρια, κίνητρα για επενδύσεις των συγκεκριμένων μορφών κλπ. Ακόμη, η γεωγραφική συγκέντρωση και οι διασυνδέσεις των κλάδων δημιουργούν ιδιαίτερα θετικές εξωτερικότητες, οι οποίες σε συνδυασμό με Ε&Α μπορούν να αναδείξουν άκρως ανταγωνιστικές επιχειρήσεις, ιδιαίτερα σε κλάδους και υποκλάδους αιχμής, όπως η φαρμακοβιομηχανία, η μεταποίηση και συσκευασία τροφίμων, η νανοτεχνολογία κλπ, δημιουργώντας κίνητρα για νέες επενδύσεις37. Έτσι, κρίνονται αναγκαίες πρωτοβουλίες δημιουργίας και προώθησης ερευνητικών κέντρων και clusters.

Συμπέρασμα

Εν κατακλείδι, η εθνική ανταγωνιστικότητα είναι μεγίστης σημασίας τόσο για την έξοδο από την κρίση, όσο και για την αποφυγή μελλοντικών προβλημάτων του ΙΤΣ. Προκειμένου η οικονομία να καταστεί ανταγωνιστική μακροχρόνια-και-πραγματικά αντί βραχυχρόνια-και-λογιστικά, έπειτα από την ήδη εσωτερική υποτίμηση χρειάζεται μια στρατηγική ανταγωνισμού προσανατολισμένη σε καινοτόμες και εξωστρεφείς επιχειρήσεις, ικανές να αντεπεξέλθουν διεθνώς. Η δημιουργία αυτών των επιχειρήσεων προαπαιτεί υιοθέτηση νέων τεχνολογιών και επενδύσεις σε κλάδους αιχμής, τα οποία όμως προϋποθέτουν θεσμικό μετασχηματισμό, αλλαγή της επιχειρηματικής κουλτούρας και χρηματοδότηση της επιχειρηματικότητας και της καινοτομίας από ιδιωτικά κεφάλαια. Η σημερινή κατάσταση της κρίσης και των ριζικών αλλαγών της οικονομίας, μπορεί με τους κατάλληλους χειρισμούς πολιτικών, επιχειρηματικών και κοινωνικών παραγόντων να χρησιμοποιηθεί ως ευκαιρία αναπροσδιορισμού και αναδόμησης της εθνικής ανταγωνιστικότητας, δημιουργώντας ένα νέο βιώσιμο μοντέλο, το οποίο θα αποτελέσει το όχημα της χώρας προς την ανάπτυξη38.

1 McFetridge, D., 1995, Krugman, P.R. 1994.
2 Krugman, P.R. 1994.
* Το πλεονέκτημα στην παραγωγή ενός αγαθού έναντι ενός άλλου σε μια οικονομία.
3 Ricardo, D. 1817
4 Cho, D.S., Moon, H.C., Kim, M.Y. 2008,
5 World Economic Forum 2008
** Το Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών αποτελείται από το Ισοζύγιο Υπηρεσιών, το Ισοζύγιο Αγαθών, το Ισοζύγιο Εισοδημάτων και το Ισοζύγιο μεταβιβάσεων. Η ανταγωνιστικότητα επηρεάζει όλα τα ισοζύγια αλλά πιο άμεσα το εμπορικό.
6 Οικονόμου, Γ., Σαμπεθάι, Ι., Συμιγιάννης, Γ. 2010
αφού για πρώτη φορά από το 1948 παρουσιάζει πλεόνασμα της τάξεως του 0,7% (1,2 δισ. €)7.
(Διάγραμμα 1)
7 Υπουργείο Οικονομικών 2014
8 Μαλλιαρόπουλος, Δ., Αναστασάτος, Τ. 2011
9 Οικονόμου Γ. 2012
10 IOBE 2010
11 World Economic Forum 2013
12 Γαβρόγλου, Π.Σ. 2012
13 Πετράκης, Π.Ε. 2011.
* Οι κλασικές εταιρικές στρατηγικές για την επίτευξη ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος είναι αυτή του
πλεονεκτήματος κόστους και αυτή του πλεονεκτήματος διαφοροποίησης. (Porter 1980, 1998)
14 Λιούκας, Σ. 2010
15 Μαλλιαρόπουλος, Δ., Αναστασάτος, Τ. 2011
16 Lucas, R.E. 1988
17 Romer, P. 1990
18 Schumpeter, J. 1950
19 Ξανθάκης, Μ., Τσιπούρη, Λ. 2001
20 Laursen, K., Salter, A. 2006
21 Κριμιζής, Σ. 2013
22 World Economic Forum 2013
23 The Economist 14.1.2012
24 Ξανθάκης, Μ., Τσιπούρη, Λ. 2001

* Επιθυμία ή προτίμηση που ο καταναλωτής δεν είναι σε θέση να ικανοποιήσει λόγω έλλειψης προϊόντων, ή πληροφοριών σχετικά με τη διαθεσιμότητα ή έλλειψης χρημάτων. Στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για την απουσία αγαθών (πχ ηλεκτρονικό τσιγάρο, a/c) πριν τη δυνατότητα παραγωγή τους, μέσω νέων τεχνολογιών.
25 Porter, M.E. 1998
26 World Economic Forum 2013
27 Λιούκας, Σ. 2010
28 IBM 2008
29 Castillo-Merino, D. 2008
30 Nurkse, R. 1959
31 Κριμιζής, Σ. 2013
32 McKinsey&Company 2011
33 Invest in Greece. http://www.investingreece.gov.gr/
34 McKinsey&Company 2011
35 World Economic Forum 2013
36 Ξανθάκης, Μ., Τσιπούρη, Λ. 2001
37 McCann, P. 2002
38 Λιούκας, Σ. 2010

Πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου