Τετάρτη, 8 Ιουνίου 2016

Wolf: To τέλος των ψευδαισθήσεων και οι επιλογές της Αθήνας


8/6/2016

Του Martin Wolf

Η Ελλάδα παραμένει αντιμέτωπη με επώδυνες επιλογές παρά την υπογραφή της νέας συμφωνίας. Ποιο είναι το θετικό σενάριο και γιατί δεν έχει εξαφανιστεί ο κίνδυνος επιστροφής του Grexit. Η κόντρα ΔΝΤ-Βερολίνου και το καθοριστικό ζήτημα του χρέους.

Υπάρχει κάποια πορεία που μπορεί να ακολουθήσει η Ελλάδα για να γίνει μια επιτυχημένη, αυτάρκης οικονομία εντός της ευρωζώνης; Τι χρειάζεται για να μπει σε αυτή την πορεία;

Αυτά είναι τα μεγάλα ερωτήματα για την οικονομική δοκιμασία της Ελλάδας και τις κάκιστες σχέσεις με τους εταίρους της. Κανένα από τα δύο δεν έχει σχέση με ό,τι συμβαίνει τώρα, που είναι το παιχνίδι της «παράτασης και προσποίησης» (extend and pretend):

Η ευρωζώνη προσποιείται ότι η Ελλάδα δεν έχει χρεοκοπήσει, η Ελλάδα προσποιείται ότι εφαρμόζει μεταρρυθμίσεις, και οι δύο μαζί χρονοτριβούν.

Πώς μπορεί να καταλήξει κανείς σε μια αντικειμενική αξιολόγηση της κατάστασης;

Το σημείο εκκίνησης πρέπει να είναι η τελευταία ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Μπορεί να τη συνοψίσει κανείς ως εξής: θα θέλαμε να ζητήσουμε συγγνώμη για το χάλι που προκαλέσαμε.

Το Ταμείο παραδέχεται ότι το πρόγραμμα που συμφωνήθηκε το 2010 ήταν ακραία μη ρεαλιστικό. Επιπλέον, ακόμα και η ελάφρυνση χρέους που επιβλήθηκε το 2011-12 ήταν ανεπαρκής, εκτός και αν κάποιος πίστευε στην πιθανότητα να επιβεβαιωθούν οι «πολύ φιλόδοξοι στόχοι για την ανάπτυξη, το δημοσιονομικό πλεόνασμα και τις ιδιωτικοποιήσεις» που πρότεινε η ελληνική κυβέρνηση, με τη στήριξη των εταίρων της ευρωζώνης.

Τα γεγονότα που ακολούθησαν ωστόσο, δείχνουν ότι οι στόχοι αυτοί ήταν πράγματι ανέφικτοι.

Το Ταμείο το αναγνωρίζει: «Σε όλους τους σημαντικούς τομείς άσκησης πολιτικής -δημόσια οικονομικά, χρηματοπιστωτική σταθερότητα, εργασιακά, αγοράς προϊόντων και υπηρεσιών-, τα τρέχοντα σχέδια των αρχών υπολείπονται κατά πολύ όσων θα έπρεπε να γίνουν για να επιτευχθούν οι φιλόδοξοι στόχοι για τα ελλείμματα και την ανάπτυξη».

Πρόκειται αναμφίβολα για μια προσπάθεια ρεαλισμού. Αναγνωρίζεται ορθά ότι η Ελλάδα δεν θα επιτύχει βιώσιμο πρωτογενές δημοσιονομικό πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ. Η επιπρόσθετη δημοσιονομική προσαρμογή του 4,5% του ΑΕΠ που απαιτείται για αυτό δεν θα εφαρμοστεί. Θα ήταν δύσκολο σε οποιαδήποτε χώρα. Σε μία με ένα δυσλειτουργικό φορολογικό σύστημα και διοίκηση, εν μέσω μιας γιγαντιαίας βουτιάς, είναι απίθανο.

Αντίθετα, το ΔΝΤ τάσσεται υπέρ ενός πλεονάσματος 1,5% του ΑΕΠ.

Επιπλέον, το ΔΝΤ έχει υποβαθμίσει τη μακροπρόθεσμη τάση για ανάπτυξη στο 1,25% ετησίως. Υποθέτει ακόμα πως τα επιτόκια στο χρέος της ευρωζώνης που αξιολογείται με «ΑΑΑ» θα αυξηθούν από τα σημερινά επίπεδα, οδηγώντας σε αύξηση στα επιτόκια που πληρώνει τώρα η Ελλάδα για το χρέος του επίσημου τομέα της ευρωζώνης (στο 1,2% κατά μέσο όρο).

Υποθέτει, τέλος, ότι η Ελλάδα θα πρέπει να πληρώσει ένα αρχικό επιτόκιο 6%, όταν επιστρέψει στις αγορές.

Το συμπέρασμα είναι πως το χρέος είναι μη βιώσιμο, όσον αφορά στο μέγεθος και στις «ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες» -τα χρήματα που απαιτούνται για την εξυπηρέτηση του χρέους.

Για να γίνει το χρέος βιώσιμο, χωρίς μείωση στην ονομαστική αξία -την οποία θέλουν να αποφύγουν τα μέλη της ευρωζώνης-, πρέπει να υπάρξει περαιτέρω ουσιαστική επιμήκυνση στις ωριμάνσεις και τις περιόδους χάριτος, καθώς και «κλείδωμα» των επιτοκίων ως το 1,5%.

Τα μέλη της ευρωζώνης θα πρέπει ουσιαστικά να αποζημιώσουν τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας, το ταμείο διάσωσης της Ε.Ε., για ζημίες που προκλήθηκαν από το κλείδωμα στα επιτόκια των δανείων προς την Ελλάδα. Αυτό θα είναι καταφανέστατα μια «ένωση αναδιανομής».

Η αξιολόγηση αυτή είναι απαισιόδοξη, αντί φαντασιόπληκτα αισιόδοξη. Αλλά είναι υπερβολικά απαισιόδοξη και απαιτεί την άμεση ανάληψη δράσης;

Το επιχείρημα πως είναι υπερβολικά απαισιόδοξη βασίζεται στο ότι με μερικές ήπιες βελτιώσεις και με νέα στήριξη από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η ελληνική οικονομία και το χρέος μπορεί να καταλήξουν σε πολύ καλύτερη κατάσταση από ό,τι αναμένεται.

Αν είναι όντως έτσι, οι όροι με τους οποίους μπορεί να δανειστεί η Αθήνα από τον ιδιωτικό τομέα ίσως να είναι πολύ καλύτεροι.

Το επιχείρημα ότι η ευρωζώνη μπορεί να περιμένει βασίζεται στο ότι οι όροι εξυπηρέτησης του χρέους είναι τόσο ευνοϊκοί που δεν χρειάζεται δράση τώρα. Η καλύτερη πολιτική είναι η αναμονή, όπως θα επιθυμούσε ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε.

Οπότε τι είναι αυτό που πρέπει να γίνει ενόψει αυτών των αβεβαιοτήτων; Υπάρχουν τρεις ρεαλιστικές επιλογές για την ευρωζώνη.

Η πρώτη είναι να συνεχίσει, όπως τώρα, πιθανότατα για δεκαετίες, να μοιράζει μόνο τα χρήματα που είναι αναγκαία για να κρατηθεί όρθια η χώρα, μαζί με την επιβολή στόχων που θα υπόσχονται σταθερότητα αλλά δεν θα επιτυγχάνονται ποτέ.

Εν τω μεταξύ, η ελληνική κυβέρνηση θα συνεχίσει να διαμαρτύρεται, όπως ένας μόνιμος έφηβος, για την τσιγκουνιά αυτών που παριστάνουν τους φύλακές της.

Μια δεύτερη επιλογή θα ήταν να σπάσει αυτό το μοτίβο συμπεριφοράς, αποδεχόμενη ότι οι προσδοκώμενοι στόχοι για τα πρωτογενή πλεονάσματα δεν είναι ρεαλιστικοί. Επιπρόσθετα, πρέπει να δώσει ως αντάλλαγμα για την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων μόνιμες μειώσεις στην παρούσα αξία του χρέους. Οι μεταρρυθμίσεις πρέπει να καλύπτουν τον διοικητικό μηχανισμό, το φορολογικό σύστημα και τη λειτουργία της αγοράς. Ακόμα και σχετικά ήπιες μεταρρυθμίσεις μπορούν να μετασχηματίσουν τη σημερινή κατάσταση προς το καλύτερο. Την ίδια στιγμή, πρέπει να αναγνωριστεί ότι η Ελλάδα αποτελεί εκτός από μια δημοσιονομική πρόκληση και μια πρόκληση που αφορά στο επίπεδο ανάπτυξης των θεσμών. Οι θεσμοί αλλάζουν με αργό ρυθμό.

Μια τρίτη επιλογή, που έχει απορριφθεί ως τώρα από τον ελληνικό λαό και την ευρωζώνη, είναι να γίνει αποδεκτό πως η χώρα απλώς δεν μπορεί να ευδοκιμήσει εντός της ευρωζώνης.

Η πιο ενοχλητική πτυχή της μακροοικονομικής κατάστασης της Ελλάδας είναι η εξωτερική της θέση, όχι η δημοσιονομική, στην οποία εστιάζει το ΔΝΤ. Παρά την τεράστια ύφεση, το εμπορικό ισοζύγιο δεν έχει καταγράψει ακόμα πλεόνασμα. Ακόμα χειρότερα, ο όγκος εξαγωγών παραμένει στάσιμος. Όλη η προσαρμογή έχει γίνει μέσω της συρρίκνωσης των εισαγωγών.

Για να ανακάμψει η εγχώρια ζήτηση, πρέπει να αυξηθεί ξανά το εξωτερικό έλλειμμα. Ποιος θα το χρηματοδοτήσει αυτό; Αν δεν το κάνει κανείς, η χρηματοδότηση του εξωτερικού ελλείμματος θα αποδειχθεί ο δεσμευτικός περιορισμός. Η Ελλάδα θα κολλήσει σε μια μόνιμη στασιμότητα. Υπάρχουν μόνο δύο πιθανές διέξοδοι: οι μόνιμες μεταφορές πλεονάσματος, ή μια τεράστια πραγματική υποτίμηση.

Η τελευταία απλά δεν μπορεί να γίνει αρκετά γρήγορα εντός της ευρωζώνης. Η επιλογή του Grexit θα επανερχόταν, όσο δύσκολο και αν είναι να πραγματοποιηθεί.

Εν τω μεταξύ, το ΔΝΤ πρέπει να αποφασίσει για τη δική του θέση. Προς το παρόν έχει πετάξει το γάντι στην ευρωζώνη.

Η Γερμανία θέλει το ΔΝΤ εντός, αλλά όχι τις απαιτήσεις του ΔΝΤ για το χρέος. Οπότε το Βερολίνο πρέπει να αποφασίσει.

Αν το ΔΝΤ δεν λάβει τις παραχωρήσεις που ζητάει, τότε έχει δεσμευτεί να αποχωρήσει από την Ελλάδα. Αυτό πρέπει να κάνει. Μπορεί να μην είναι σε θέση να σώσει την Ελλάδα.

Αλλά τουλάχιστον μπορεί να σωθεί αυτό.

Πηγή

Η πρωτότυπη δημοσίευση εδώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου