Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2016

Το σκληρό Brexit θα κάνει τη Βρετανία φτωχότερη


21/10/2016

Του Philip Stephens

Η κυβέρνηση των Τόρις οδεύει σε ρήξη με την Ε.Ε., χωρίς σχέδιο για την οικονομία. Ποια είναι η απλή αλήθεια της παγκοσμιοποίησης, που αγνοεί η Μέι. Γιατί ο στόχος πρέπει να είναι ένα ήπιο Brexit και η προσέλκυση ξένων εργαζομένων.

Το αναπάντεχο στοιχείο στην πτώση της αξίας της στερλίνας είναι πως δεν συνέβη νωρίτερα. Η Βρετανία οδεύει προς μια απευθείας ρήξη με την Ε.Ε. και σε μια καταστολή της μετανάστευσης που θα αποδυναμώσει τις σχέσεις της με τον υπόλοιπο κόσμο.

Η κυβέρνηση δεν έχει ακόμα κατανοήσει μια απλή αλήθεια της παγκοσμιοποίησης: τα έθνη δεν μπορούν να διακηρύξουν ότι είναι ανοιχτά για τις επιχειρήσεις και στη συνέχεια να κλείσουν την πόρτα στους ξένους.

Η Βρετανία θα είναι πιο φτωχή μετά το Brexit, η υποτίμηση της στερλίνας λειτουργεί ως ένας μηχανισμός μετάδοσης για τη μείωση του επιπέδου διαβίωσης. Το πόσο πιο φτωχή θα εξαρτηθεί από την ποιότητα της σχέσης που θα διατηρήσει η Βρετανία με τον μεγαλύτερο εμπορικό της εταίρο και από το αν μπορεί να αντισταθμίσει την απώλεια των ευρωπαϊκών ευκαιριών με το να μετατραπεί σε έναν πιο ελκυστικό προορισμό για άλλους.

Ο στόχος πρέπει να είναι ένα «ήπιο» Brexit και μια «ανοιχτή» οικονομία. Η ενασχόληση, κάποιοι θα έλεγαν η εμμονή, με τη μετανάστευση δείχνει προς την αντίθετη κατεύθυνση, αυτήν μιας βίαιης αποχώρησης από την Ε.Ε. και ενός λιγότερο φιλόξενου περιβάλλοντος για κράτη που βρίσκονται ακόμα πιο μακριά.

Στο ντεμπούτο της αυτή την εβδομάδα στη Σύνοδο της Ε.Ε. στις Βρυξέλλες, η Βρετανίδα πρωθυπουργός Τερέζα Μέι θα δει τους Ευρωπαίους ομολόγους της να την πιέζουν για μια ξεκάθαρη στάση σχετικά με την κατεύθυνση που θα ακολουθήσει η Βρετανία. Θα απογοητευτούν. Η κυβέρνηση δεν έχει συγκροτήσει ακόμα μια συνεκτική στρατηγική για την αποχώρησή της. Αντί για ένα σχέδιο βλέπουμε μια σειρά από σπασμωδικές αντιδράσεις και έναν αγώνα για εξουσία στο υπουργικό συμβούλιο ανάμεσα στους πραγματιστές και τους φανατικούς αντι-ευρωπαϊστές.

Στο συνέδριο του κόμματος των Τόρις, η κα Μέι ένιωσε πως πρέπει να στραφεί προς την πλευρά του φανατισμού. Οι κόκκινες γραμμές της Βρετανίας, σημείωσε, περιλαμβάνουν τον έλεγχο των συνόρων και το τέλος της δικαιοδοσίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου.

Τώρα αρχίζει να αξιολογεί το πιθανό οικονομικό κόστος αυτής της στάσης. Μετά από συνομιλία με την κα Μέι στην Κοπεγχάγη, ο Λαρς Λόκε Ράσμουσεν, ο πρωθυπουργός της Δανίας, σημείωσε: «Πρέπει να γίνει ακόμα πολλή δουλειά στο Ηνωμένο Βασίλειο, προτού υπάρξει μια ξεκάθαρη άποψη για το τι θέλουν οι Βρετανοί».

Αυτή είναι μια κολακευτική ερμηνεία της εσωτερικής μάχης στους κόλπους της κυβέρνησης. Από τη μία πλευρά, το ερώτημα είναι αν θα επιλεγεί μια καθαρή έξοδος από την Ε.Ε., ή θα επιδιωχθεί μια στενή σύνδεση που θα διατηρεί την προνομιακή πρόσβαση στην ενιαία αγορά. Από την άλλη πλευρά, η συζήτηση αφορά το αν μπορεί η Βρετανία μετά το Βrexit να γίνει ένας φάρος ελεύθερου εμπορίου και ένας ελκυστικός προορισμός για τις πολυεθνικές.

Ορισμένοι από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές του Brexit αρέσκονται να λένε πως μια άνευ όρων ρήξη, που θα απελευθέρωνε τη Βρετανία από όλα τα ευρωπαϊκά βαρίδια, θα αποτελούσε το πρελούδιο ενός ανοίγματος στον υπόλοιπο κόσμο. Η Βρετανία θα αντάλλαζε τους δεσμούς της με την αρτηριοσκληρωτική Ευρώπη για ένα μερίδιο στον δυναμισμό των ανερχόμενων οικονομιών όπως η Κίνα και η Ινδία. Ο Λίαμ Φοξ, ο υπουργός Εμπορίου, φαντάζεται αυτήν τη δυναμική Βρετανία ως ένα παγκόσμιο πρωταθλητή του ελεύθερου εμπορίου και του οικονομικού φιλελευθερισμού, μια Σιγκαπούρη μεγάλων διαστάσεων.

Το σφάλμα έγκειται στο ότι αυτό δεν είναι εκείνο για το οποίο πίστευαν ότι ψήφιζαν οι άνθρωποι στο στρατόπεδο του «Leave» στο δημοψήφισμα του Ιουνίου. Οι υποστηρικτές του Brexit υποσχέθηκαν να ελέγξουν τους πλουτοκράτες και πρόσφεραν ένα μετρημένο εθνικιστικό μήνυμα για αντιστροφή του κύματος της μετανάστευσης. Οι Βρυξέλλες παρουσιάστηκαν ως ο εκπρόσωπος του παγκόσμιου καπιταλισμού που οδήγησαν σε αγαστή συνεργασία την Goldman Sachs και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος ήταν μια ψήφος υπέρ του οικονομικού εθνικισμού και όχι του laissez faire.

Η κα Μέι έχει λάβει πολύ σοβαρά υπόψη το μήνυμα αυτό, εν μέρει γιατί απηχεί στα προσωπικά της πολιτικά ένστικτα. Έχει επικρίνει τα καλοπληρωμένα εταιρικά στελέχη, έχει ζητήσει την εκπροσώπηση των εργαζομένων στα εταιρικά συμβούλια, επέβαλε πιο αυστηρούς ελέγχους στις ξένες επενδύσεις σε στρατηγικούς τομείς της οικονομίας και έδωσε έμφαση στον ρόλο της κυβέρνησης στη διαμόρφωση του οικονομικού τοπίου.

Αυτό που αναζητάει η πρωθυπουργός είναι ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο, στο οποίο οι μεγάλες επιχειρήσεις αναλαμβάνουν περισσότερες ευθύνες.

Η πρωθυπουργός έχει ένα δίκιο σε αυτό το σημείο. Αλλά έχει επίσης ξαναβάλει στο τραπέζι την υπόσχεση να μειώσει την καθαρή μετανάστευση κατά περισσότερο από δύο τρίτα: από τα σημερινά επίπεδα των 320.000 τον χρόνο σε λιγότερο από 100.000. Για να έχουμε μια καλύτερη εικόνα του στόχου: ακόμα και αν τα σύνορα έκλειναν ολοσχερώς για τους μετανάστες από την Ε.Ε. -κάτι που δεν απαιτούν ακόμα και οι πιο σκληροί ευρωσκεπτικιστές-, οι αριθμοί όσων καταφθάνουν από χώρες όπως η Ινδία, η Κίνα, οι ΗΠΑ και η Αυστραλία θα έπρεπε να πέσουν στο μισό.

Τον επόμενο μήνα η κα Μέι σχεδιάζει να επισκεφτεί την Ινδία για να προωθήσει τις επενδυτικές ευκαιρίες. Οι οικοδεσπότες της θα της υπενθυμίσουν πως για να ακμάσουν οι ξένες εταιρείες στη Βρετανία χρειάζονται ένα μεταναστευτικό καθεστώς που θα τους επιτρέπει να προσελκύουν τους καλύτερους και τους πιο έξυπνους, όχι μόνο από την Ινδία αλλά από όλη την υπόλοιπη Ευρώπη.

Είτε πρόκειται για αυτοκίνητα, είτε για την τεχνολογία, την τραπεζική, τις φαρμακευτικές ή την επεξεργασία τροφίμων, οι πολυεθνικές αλυσίδες ανεφοδιασμού βασίζονται σε ένα πολυεθνικό εργατικό δυναμικό. Η ελεύθερη μετακίνηση ανθρώπων είναι κάτι περισσότερο από ένας πυλώνας της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς. Είναι η περιγραφή της φύσης των σύγχρονων επιχειρήσεων. Αυτός είναι ο λόγος που οι διμερείς εμπορικές συμφωνίες σχεδόν καθολικά περιλαμβάνουν την πρόβλεψη για απελευθέρωση των θεωρήσεων εισόδου.

Οπότε, εκτός από το ότι οδηγεί τη Βρετανία προς ένα σκληρό Brexit, η προτεινόμενη καταστολή της μετανάστευσης μετατρέπει τη Βρετανία σε έναν λιγότερο ελκυστικό προορισμό για τον υπόλοιπο κόσμο, ένα καθόλου μικρό πρόβλημα για μια χώρα που έχει έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών πάνω από το 5% του ΑΕΠ της.

Η αντίδραση των διεθνών επενδυτών να υποτιμήσουν την αξία της στερλίνας είναι απολύτως λογική. Δεν είναι κάτι παραπάνω από μια ψυχρή αποτίμηση των μελλοντικών οικονομικών προοπτικών της Βρετανίας, αν συνεχίσει αυτή την πορεία.

Πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου