1/4/2012
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέφρασε πρόσφατα και γραπτώς την απορία της προς την ελληνική κυβέρνηση για ένα θέμα που προκαλεί απορίες. Αφορά μεγάλες ελεγκτικές εταιρείες, οι οποίες, ενώ έχουν ως πελάτες τους πολυεθνικούς ομίλους, ταυτόχρονα είναι αυτές που αποφασίζουν αν θα τους δοθεί πιστοποιητικό φορολογικής ενημερότητας. Και διερωτάται η Κομισιόν: Πώς το κάνουν χωρίς να βρίσκονται σε δίλημμα να κοροϊδέψουν το Δημόσιο (conflict of interest);
Ετήσιο συνέδριο
Το παγκόσμιο ετήσιο συνέδριο του transfer pricing έγινε εφέτος στα μέσα Μαρτίου, με τη συμμετοχή πάνω από 200 πολυεθνικών εταιρειών, από τη Nestle ως την ΒΝP και από την Nissan ως τη Rolls Royce.
Το πιο εντυπωσιακό σε αυτή τη συνάντηση δεν ήταν η συμμετοχή των ελεγκτικών εταιρειών, που ούτως ή άλλως είναι αναπόσπαστο τμήμα μιας επιχείρησης, υπακούοντας στο μότο: «Μεγεθύνετε τα κέρδη, μειώστε τη φορολογία, μεταφέροντας μέσα στην πολυεθνική κόστος - φόρο, ανάλογα με το πού συμφέρει πιο πολύ τους μετόχους» (πρόκειται για τον ορισμό του transfer pricing). Στο ίδιο συνέδριο, όμως, το «παρών» έδωσαν και μεγάλοι εποπτικοί οργανισμοί, όπως του ΟΟΣΑ, που θέτουν τις κόκκινες γραμμές για να μη γίνεται κατάχρηση στην πρακτική του transfer pricing.
Kι αυτό γιατί οι μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες επιχειρούν να εμφανίζουν αριθμούς στις λογιστικές τους καταστάσεις που να τις καθιστούν υπεράνω υποψίας σε ό,τι αφορά τους κανονισμούς του ΟΟΣΑ. Εταιρείες όπως η Deloitte and Touche έχουν ήδη ξεκαθαρίσει από το 2007 ότι ανάμεσα στους σκοπούς τους είναι «να μειώσουν το κόστος των φόρων για τις πολυεθνικές σε ολόκληρο τον κόσμο».
Σύμφωνα με μία έρευνα του Πανεπιστημίου του Εσεξ για τις σκοτεινές πλευρές του transfer pricing (The dark side of transfer pricing: Its Role in Tax Avoidance and Wealth Retentiveness, Prem Sikka, Hugh Willmot Φεβρουάριος 2010), του κέντρου για την παγκόσμια λογοδοσία, 51 από τις 100 μεγαλύτερες οικονομικές οντότητες στον κόσμο είναι εταιρείες και όχι κράτη στις αρχές της τρέχουσας εκατονταετίας, ενώ από τις 100 μεγαλύτερες εταιρείες που ελέγχουν περιουσιακά στοιχεία 3,400 δισ. δολαρίων το 40% δραστηριοποιείται εκτός των χωρών - εδρών τους. Από αυτές, 20 ελέγχουν το εμπόριο του καφέ (οι 6 από αυτές το 70%), μία το 98% του εμπορίου του τσαγιού, 80% του εμπορίου σιταριού, ενώ το 90% των πατεντών παγκοσμίως ελέγχεται από πολυεθνικές εταιρείες.
Σύμφωνα με το γραφείο λογοδοσίας της αμερικανικής κυβέρνησης, «δύο τύποι δραστηριοτήτων βαρύνονται με κατάχρηση του transfer pricing – δραστηριότητες που το κόστος διανέμεται (π.χ. κέντρα μηχανογράφησης, χρηματοοικονομικό κόστος κ.ά.) και μεταβιβάσεις υπηρεσιών μέσα στο ίδιο γκρουπ».
Τέλος, περίπου το μισό του παγκόσμιου εμπορίου περνάει από εταιρείες υπεράκτιων φορολογικών παραδείσων. Η «Κ» απέκτησε τον τελευταίο μήνα πρόσβαση σε εσωτερικά εμπιστευτικά έγγραφα μιας γερμανικής εταιρείας ηλεκτρικών συσκευών και μιας βρετανικής εταιρείας φαρμάκων (πολυεθνικές) που και οι δύο έχουν τα υπολογιστικά τους κέντρα στην Ινδία, κάνοντας χρεώσεις στη χρήση υπολογιστικών κέντρων και λογισμικού, που είναι, για όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ίδιες. Έτσι, αν μια χώρα ανταλλάξει πληροφορίες με μία άλλη, δεν θα φανεί η διαφορά, «αν και σε πολλές περιπτώσεις οι χρεώσεις αυτές θα έπρεπε να είναι 3-4 φορές χαμηλότερες».
Ιδιαίτερα επιθετικές είναι οι φαρμακευτικές εταιρείες που υπερκοστολογούν την πρώτη ύλη (μεταβιβάσεις υπηρεσιών), συνήθως σε κυπριακές εταιρείες, με τις οποίες μοιράζονται τη διαφορά της τιμής.
Μεταφορές δικαιωμάτων
Μεγάλη ελβετική πολυεθνική με χιλιάδες κωδικούς και σε ελληνικά μαγαζιά, πλήρωσε από το 2000 έως το 2007, από τις αυστραλιανές θυγατρικές της 311 εκατ. δολάρια Αυστραλίας σε μία ελβετική εταιρεία στην οποία είχε μεταφέρει τα πνευματικά δικαιώματα (royalties) από τις αυστραλιανές εταιρείες. Φυσικά, η έδρα της εταιρείας που ενσωματώνει τα κέρδη από τα σήματα των προϊόντων ήταν σε ελβετικό καντόνι με χαμηλό φορολογικό συντελεστή.
Με την εταιρεία αυτή έγινε το ίδιο στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου δημιούργησε μια εταιρεία για ανάπτυξη και έρευνα, πληρώνοντάς της όλα τα έξοδα, αλλά όχι τους φόρους, κάτι που αμφισβητούν οι αμερικανικές φορολογικές αρχές. Η ίδια εταιρεία έκανε την περασμένη δεκαετία εξαγορά στην Ελλάδα με μεταφορά των περιουσιακών στοιχείων των σημάτων της εξαγορασθείσας εταιρείας στο εξωτερικό.
Υπερτιμολογήσεις και δάνεια σε μητρική
Στο παρελθόν οι υπηρεσίες του υπουργείου Οικονομικών είχαν εντοπίσει υπερτιμολογημένες υπηρεσίες προμήθειας προϊόντων σε μεγάλη ξένη αλυσίδα τροφίμων από θυγατρική της στην Ιταλία, αλλά και σε εταιρείες αντιπροσώπων που τροφοδοτούν ελληνικά δημόσια και ιδιωτικά νοσοκομεία με ιατροτεχνολογικά υλικά μέσω τριγωνικών συναλλαγών με κυπριακές εταιρείες. Αλλά τελευταία οι φορολογικές αρχές έχουν αρχίσει να εντοπίζουν και αποκλίσεις τιμών σε ελληνικές πολυεθνικές που παράγουν εκτός Ελλάδας. Πρώην στελέχη ελεγκτικών εταιρειών αναφέρουν ότι όλο και συχνότερα, ειδικά μετά το ξέσπασμα της κρίσης στην Ελλάδα, οι ελληνικές θυγατρικές πολυεθνικών εταιρειών εμφανίζονται να… δανείζουν τις μητρικές τους στο εξωτερικό με συμφωνίες δανείων που ισχύουν στην αλλοδαπή, με αποτέλεσμα το ελληνικό υπουργείο Οικονομικών να παρακολουθεί την κατάσταση με δεμένα τα χέρια. Στελέχη ελεγκτικών εταιρειών παραπέμπουν, με αφορμή την πρακτική αυτή, στη συστηματική «υπερτιμολόγηση» του κόστους του κεφαλαίου, ειδικά σε εταιρείες με δικές τους τράπεζες ή με δυνατότητα να καταθέτουν overnight χρήματα για να τα «τραβήξουν» αμέσως μετά. Σύμφωνα με στελέχη ελεγκτικών εταιρειών, το «πόστο» αυτό των ισολογισμών μαζί με τις υπηρεσίες που «μοιράζονται» όμιλοι είναι το πιο επιδεκτικό σε «αποκλίσεις», ώστε να δικαιολογούνται μεγαλύτερα έξοδα από τα πραγματικά.
Πηγή
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου