Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εσωτερική υποτίμηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εσωτερική υποτίμηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 25 Νοεμβρίου 2023

ΟΟΣΑ: Οι Έλληνες εργάζονται περισσότερο, αλλά αμείβονται λιγότερο


22/11/2023

Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) δημοσίευσε την ετήσια έκδοση για το εργατικό δυναμικό, την απασχόληση και την ανεργία. Η Ελλάδα, σύμφωνα με τα στοιχεία του 2022, καταγράφει τον 7ο υψηλότερο μέσο χρόνο εργασίας μεταξύ των 38 χωρών του Οργανισμού, ενώ είναι 3η από το τέλος στον μέσο μισθό.

Σε μια προσπάθεια να αναδείξει τις ανισότητες μεταξύ των μελών του Οργανισμού, ο Truman Du από την Genuine Impact οπτικοποίησε διάγραμμα τις μέσες εβδομαδιαίες ώρες εργασίας και τους μισθούς σε όλες τις χώρες του ΟΟΣΑ το 2022.

Αναφέρεται ότι για την Κολομβία, την Κόστα Ρίκα και την Τουρκία λείπουν τα στοιχεία και δεν έχουν συμπεριληφθεί. Το διάγραμμα αφορά λοιπόν 35 χώρες και όχι 38 που μετράει ο ΟΟΣΑ.

Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, η Ελλάδα βρίσκεται στην 34η (στις 35 χώρες) θέση ο μέσος εβδομαδιαίος μισθός στην Ελλάδα υπολογίζεται στα 499,60 δολάρια (456,31 ευρώ), με μέσο εβδομαδιαίο χρόνο εργασίας τις 36,27 ώρες. Το μέσο ωρομίσθιο στην Ελλάδα ανέρχεται στα 13,77 δολάρια (12,58 ευρώ).

Η μόνη χώρα του ΟΟΣΑ με χαμηλότερο ωρομίσθιο είναι το Μεξικό, με 7,49 δολάρια.


Σχετικά με τις ώρες εργασίας, συγκριτικά με τα στοιχεία για την Ελλάδα, μόνο σε 4 από τις 35 χώρες που απεικονίζονται στο διάγραμμα εργάζονται περισσότερο την εβδομάδα: στο Ισραήλ (36,38 ώρες), τη Νότια Κορέα (36,56 ώρες), τη Χιλή (37,75 ώρες) και το Μεξικό (42,81 ώρες).

Ο υψηλότερος εβδομαδιαίος μισθός καταγράφεται στην Ισλανδία, με 1.528 δολάρια, πολύ υψηλότερο και από τους τέσσερις σκανδιναβικούς γείτονές της. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι Ισλανδοί εργαζόμενοι, κατά μέσο όρο, να κερδίζουν σχεδόν 55 δολάρια την ώρα.

Το Λουξεμβούργο, που κατατάσσεται στη δεύτερη θέση, είναι η μόνη άλλη χώρα με μέσο εβδομαδιαίο μισθό άνω των 1.500 δολαρίων.

Οι ΗΠΑ (1.490 δολάρια), η Ελβετία (1.404 δολάρια) και το Βέλγιο (1.247 δολάρια) συμπληρώνουν την πρώτη πεντάδα των χωρών με τον υψηλότερο εβδομαδιαίο μισθό στον ΟΟΣΑ.

Από την άλλη πλευρά, οι εργαζόμενοι στο Μεξικό κερδίζουν περίπου 321 δολάρια την εβδομάδα, το χαμηλότερο μεταξύ των 35 χωρών του διαγράμματος.
Μέσο ωρομίσθιο και κόστος ζωής

Παρά το γεγονός ότι τα μισθολογικά δεδομένα χρησιμοποιούν μετρήσεις προσαρμοσμένες σε Ισοτιμία Αγοραστικής Δύναμης (PPP), εξακολουθούν να μην λαμβάνουν πλήρως υπόψη τις αποκλίσεις στις τοπικές τιμές, οι οποίες επηρεάζονται από πολύπλοκους παράγοντες όπως οι δασμοί και το κόστος καυσίμων για τα εισαγόμενα αγαθά, η επίδραση των μονοπωλίων και των καρτέλ, η τιμή των μη εμπορεύσιμων αγαθών (ενέργεια, κόστος στέγασης) και οι κρατικοί φόροι.

Ενώ οι διαφορές στους μισθούς φαίνονται τεράστιες, το να πληρώνονται οι εργαζόμενοι αρκετά ώστε να καλύπτουν το κόστος διαβίωσής τους παίζει επίσης ρόλο. Οι χώρες με υψηλότερους εβδομαδιαίους μισθούς συσχετίζονται επίσης με πολύ υψηλότερο κόστος ζωής και το αντίστροφο.

Η Ελβετία, η Δανία και η Ισλανδία, για παράδειγμα, βρίσκονται στις 10 πρώτες χώρες με το υψηλότερο κόστος διαβίωσης σε σύγκριση με το Μεξικό, το οποίο είναι πολύ πιο χαμηλά.

Πηγή


Πόσο πληρώνονται και πόσες ώρες εργάζονται εβδομαδιαία σε κάθε χώρα του ΟΟΣΑ

22/11/2023

Ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) θεωρείται γενικά ως μια ομάδα χωρών με υψηλό εισόδημα και υψηλή ανάπτυξη. Ωστόσο, με 38 κράτη μέλη από όλον τον κόσμο, η οικονομική ευημερία εξακολουθεί να διαφέρει σημαντικά μεταξύ τους.

Για να το καταδείξει αυτό, ο Truman Du από την Genuine Impact οπτικοποίησε στο ακόλουθο διάγραμμα τις μέσες εβδομαδιαίες ώρες εργασίας και τους μισθούς σε όλες τις χώρες του ΟΟΣΑ το 2022*.


*Για τους μισθούς, ο ΟΟΣΑ διαιρεί το συνολικό μισθολογικό κόστος μιας χώρας με τον μέσο αριθμό εργαζομένων. Λαμβάνει υπόψη τον πληθωρισμό χρησιμοποιώντας σταθερές τιμές σε δολάρια ΗΠΑ με έτος βάσης το 2016. Είναι σημαντικό ότι προσαρμόζονται επίσης χρησιμοποιώντας την ισοτιμία αγοραστικής δύναμης (PPP) για την ιδιωτική κατανάλωση του ίδιου έτους. – Τα στοιχεία για το 2022 για τα μέλη του ΟΟΣΑ Κολομβία, Κόστα Ρίκα και Τουρκία λείπουν και δεν έχουν συμπεριληφθεί.

Ο μέσος εβδομαδιαίος μισθός για τη χώρα μας υπολογίζεται στα 499,60 δολάρια (456,31 ευρώ), με μέσο εβδομαδιαίο χρόνο εργασίας τις 36,27 ώρες, κάτι που τοποθετεί τo μέσo ωρομίσθιο στην Ελλάδα στα 13,77 δολάρια (12,58 ευρώ). Η μόνη χώρα του ΟΟΣΑ με χαμηλότερο ωρομίσθιο είναι το Μεξικό, με 7,49 δολάρια, ενώ περισσότερο χρόνο την εβδομάδα, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, εργάζονται μόνο σε 4 από τις 35 χώρες** που απεικονίζονται στο διάγραμμα: στο Ισραήλ (36.38 ώρες), τη Νότια Κορέα (36,56 ώρες), τη Χιλή (37,75 ώρες) και το Μεξικό (42,81 ώρες).

Η Ισλανδία έχει τον υψηλότερο εβδομαδιαίο μισθό με 1.528 δολάρια στο μπλοκ του ΟΟΣΑ, πολύ υψηλότερο και από τους τέσσερις σκανδιναβικούς γείτονές της. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι Ισλανδοί εργαζόμενοι, κατά μέσο όρο, να κερδίζουν σχεδόν 55 δολάρια την ώρα.

Το Λουξεμβούργο, που κατατάσσεται στη δεύτερη θέση, είναι η μόνη άλλη χώρα με μέσο εβδομαδιαίο μισθό άνω των 1.500 δολαρίων.

Οι ΗΠΑ (1.490 δολάρια), η Ελβετία (1.404 δολάρια) και το Βέλγιο (1.247 δολάρια) συμπληρώνουν την πρώτη πεντάδα των χωρών με τον υψηλότερο εβδομαδιαίο μισθό στον ΟΟΣΑ.

Από την άλλη πλευρά, οι Μεξικανοί εργαζόμενοι κερδίζουν περίπου 321 δολάρια την εβδομάδα, το χαμηλότερο σε αυτό το σύνολο δεδομένων.
Ωρομίσθιο και κόστος ζωής

Παρά το γεγονός ότι τα μισθολογικά δεδομένα χρησιμοποιούν μετρήσεις προσαρμοσμένες σε Ισοτιμία Αγοραστικής Δύναμης (PPP), εξακολουθούν να μην λαμβάνουν πλήρως υπόψη τις αποκλίσεις στις τοπικές τιμές, οι οποίες επηρεάζονται από πολύπλοκους παράγοντες όπως οι δασμοί και το κόστος καυσίμων για τα εισαγόμενα αγαθά, η επίδραση των μονοπωλίων και των καρτέλ, η τιμή των μη εμπορεύσιμων αγαθών (ενέργεια, κόστος στέγασης) και οι κρατικοί φόροι.

Και ενώ οι διαφορές στους μισθούς φαίνονται τεράστιες, το να πληρώνονται οι εργαζόμενοι αρκετά ώστε να καλύπτουν το κόστος διαβίωσής τους παίζει επίσης ρόλο. Οι χώρες με υψηλότερους εβδομαδιαίους μισθούς συσχετίζονται επίσης με πολύ υψηλότερο κόστος ζωής και το αντίστροφο.

Η Ελβετία, η Δανία και η Ισλανδία, για παράδειγμα, βρίσκονται στις 10 πρώτες χώρες με το υψηλότερο κόστος διαβίωσης σε σύγκριση με το Μεξικό, το οποίο είναι πολύ πιο προσιτό.

Πηγή


 

Διαβάστε περισσότερα »

Σάββατο 29 Μαΐου 2021

Γάτσιος: Η "εσωτερική υποτίμηση" οφείλεται στην "εσωτερική ανατίμηση" της 10ετίας της ΟΝΕ


15/3/2014

«Η ‘εσωτερική υποτίμηση’ θα συνέβαινε ούτως ή άλλως. Το μόνο ερώτημα ήταν αν θα εφαρμοζόταν ελεγχόμενα ή καταστροφικά μέσω μιας άτακτης χρεοκοπίας», αναφέρει χαρακτηριστικά ο πρύτανης του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών Κωνσταντίνος Γάτσιος, από το βήμα διαλόγου του naftemporiki.gr για τα δομικά χαρακτηριστικά της ελληνικής οικονομίας.

Ο κ. Γάτσιος κάνει λόγο για «ανεύθυνη ‘εσωτερική ανατίμηση’ της δεκαετίας της ΟΝΕ, ανεύθυνη γιατί δεν προκλήθηκε από μια αύξηση της παραγωγικότητας αλλά από την προσπάθεια να ‘συλληφθεί’ ο πληθωρισμός και να διαφυλαχθεί το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων, ανεξαρτήτως παραγωγικότητας». Υποστηρίζει δε ότι το να επιτίθεται κανείς και να καταδικάζει τη λιτότητα, «η οποία ασφαλώς κρύβει πόνο και ανασφάλεια, είναι σαν να καταδικάζει τον νόμο της βαρύτητας επειδή, αποφασίζοντας να πηδήξει από το μπαλκόνι του, έσπασε το πόδι του». Σύμφωνα με τον πρύτανη του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, στη δεκαετία 2000-2010 δεν υπήρξε ανάπτυξη αλλά αύξηση του ΑΕΠ κυρίως μέσα από την αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης.

Ερώτηση: Παραγωγικό πρόβλημα και ελλείμματα στο εμπορικό ισοζύγιο υπήρχαν πάντοτε στη χώρα. Ποια διαφορά υπάρχει σήμερα; Ένα μεγάλο μέρος των αναλύσεων αποδίδει τη διάσταση της σημερινής κρίσης στην παρατεταμένη ύφεση των τελευταίων ετών.

Για μια κοινωνικο-οικονομική ανάλυση της μεταπολεμικής περιόδου σας παραπέμπω στην εργασία μου με τον Δημήτρη Ιωάννου «Η Παθογένεια της Ελληνικής Οικονομίας», Διεθνής και Ευρωπαϊκή Πολιτική, Τεύχος 29, Ιούλιος-Οκτώβριος 2013. Γιατί, πράγματι, το παραγωγικό πρόβλημα, η δημιουργία του, έχει βάθος χρόνου. Εξάλλου, τέτοιου είδους προβλήματα δεν δημιουργούνται από τη μια μέρα στην άλλη. Ούτε διορθώνονται από την μια μέρα στην άλλη, θα πρόσθετα. Και τα ελλείμματα, όπως λέτε, δεν είναι κάτι καινούργιο. Όμως, ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και στο εμπορικό ισοζύγιο ύψους, κατά μέσο όρο, 10% του ΑΕΠ καθ’ όλη τη διάρκεια της συμμετοχής μας στην ευρωζώνη, με το πρώτο μάλιστα να φτάνει στο θηριώδες 15% του ΑΕΠ το 2009, και ταυτόχρονη εκτίναξη του χρέους στα 140% του ΑΕΠ το 2010, μας υποδεικνύουν ότι κάτι θεμελιωδώς διαφορετικό συνέβη κατά τη δεκαετία της ΟΝΕ. Αλλά, ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.

Κατ’ αρχάς, ο όρος «ύφεση» δεν είναι ακριβής. Αυτό, δεν είναι ένα απλό ζήτημα «ορισμού», ένα «ακαδημαϊκό» ζήτημα. Είναι ένα ζήτημα κεντρικό για την κατανόηση τού πού βρισκόμαστε, για τη συλλογική μας αυτογνωσία. Η αλήθεια είναι ότι δεν αντιμετωπίζουμε μια τυπική ύφεση, αλλά μια διαρθρωτική κατάρρευση του παραγωγικού μας ιστού, ιδιαίτερα, μάλιστα, του τομέα των «διεθνώς εμπορευσίμων», όπως προείπα. Ο όρος «ύφεση» υπονοεί ότι προηγήθηκε «ανάπτυξη». Όμως στη δεκαετία της ΟΝΕ, 2000-2010, ούτε ανάπτυξη υπήρξε, ούτε σύγκλιση με τις χώρες της ευρωζώνης. Υπήρξε αύξηση του ΑΕΠ μέσα, κυρίως, από την αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης, κάτι που είναι εντελώς διαφορετικό. Γιατί ναι μεν το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 30% μεταξύ 2003 και 2010, όμως την ίδια χρονική περίοδο το δημόσιο χρέος αυξήθηκε κατά 90%, σκαρφαλώνοντας στο 140% του ΑΕΠ από 96% του ΑΕΠ το 2003. Η αύξηση του ΑΕΠ αντανακλά την αλόγιστη αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης, μέσου ετήσιου ύψους 75% του ΑΕΠ, έναντι 56% της υπόλοιπης ευρωζώνης. Η δε αύξηση του δημόσιου χρέους οφείλεται πρωτίστως στην ανάγκη να καλυφθεί το τεράστιο εμπορικό έλλειμμα, το μεγαλύτερο στην ευρωζώνη, που η κατανάλωση αυτή δημιουργούσε.

Η ανωτέρω σκιαγραφείσα διαδικασία υπερδανεισμού είχε, όμως, και ένα επιπλέον αποτέλεσμα, πολύ βαθύτερο, πάνω στην ήδη ισχνή παραγωγική δομή τής χώρας. Η έντονη υπερθέρμανση της οικονομίας που προκαλούσε ο υπερβολικός δανεισμός, οδηγούσε σε αύξηση των ονομαστικών τιμών στη χώρα μας πάνω από τον μέσο πληθωρισμό της ευρωζώνης. Αυτό, σε συνδυασμό με την ύπαρξη ενιαίου νομίσματος και την αδυναμία συναλλαγματικής υποτίμησης, οδηγούσε σταθερά σε επιδείνωση των περιθωρίων κέρδους τού τομέα των «διεθνώς εμπορευσίμων» και σε παράλληλη βελτίωση αυτών των «διεθνώς μη εμπορευσίμων», οικοδομή, εμπόριο κλπ.. Ως αποτέλεσμα, η κατανομή πόρων στην οικονομία, καθοδηγούμενη από τα υπαρκτά περιθώρια κέρδους, γιγάντωνε τον τομέα των «διεθνώς μη εμπορευσίμων» και αποδυνάμωνε αυτόν των «διεθνώς εμπορευσίμων». Ταυτόχρονα, η οριζόντια αύξηση των ονομαστικών μισθών για να «συλλάβουν» την άνοδο των ονομαστικών τιμών επέτεινε έτι περαιτέρω το πρόβλημα ανταγωνιστικότητας του κρίσιμου τομέα των «διεθνώς εμπορευσίμων», οδηγώντας τον στην κατάρρευση. Αυτή η αποδιάρθρωση του παραγωγικού ιστού τής χώρας είναι η γενεσιουργός αιτία των τεράστιων ελλειμμάτων στο εμπορικό ισοζύγιο και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών καθ’ όλη τη δεκαετία τής ΟΝΕ.

Την ίδια χρονική περίοδο, την άφρονα και τυχοδιωκτική πολιτική του υπερδανεισμού που δημιουργούσε, μέσω της ανεξέλεγκτης κατανάλωσης, μια παραίσθηση ευημερίας, «ανάπτυξης» και «σύγκλισης», όταν στην πραγματικότητα η χώρα φτώχαινε και απέκλινε από τους εταίρους της, οι πολιτικές «ελίτ» της χώρας νομιμοποιούσαν με δεκάδες χιλιάδες προσλήψεις στο ευρύτερο δημόσιο, τις περισσότερες φορές χωρίς πραγματικό αντικείμενο εργασίας και, συνήθως, εκτός διαδικασιών ΑΣΕΠ, με σημειώματα πολιτευτών του στυλ «βάλε τον κάπου κάτι να κάνει –είναι καλό παιδί». Είναι μια δουλειά που, πράγματι, ξέρουν να κάνουν καλά. Πέραν της πολιτικής νομιμοποίησης, συγκάλυπταν με τον τρόπο αυτό και το γεγονός ότι ο παραγωγικός τομέας δεν μπορούσε να δημιουργήσει θέσεις εργασίας, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, ενώ, βεβαίως, βοηθούσαν και στην ενδυνάμωση των κομματικών τους στρατών. Δεν ξέρω τώρα πού βρίσκονται αυτοί οι κομματικοί στρατοί, όλοι όμως γνωρίζουμε πού βρίσκεται το χρέος και η ανεργία.

Το αναπόδραστο συμπέρασμα που προκύπτει από όλα αυτά είναι ότι η κρίση που διανύουμε είναι ενδογενής, έχει εγχώρια προέλευση. Θα συνέβαινε ανεξάρτητα από την παγκόσμια κρίση, αν και, ασφαλώς, η διαχείρισή της θα ήταν ευκολότερη χωρίς την τελευταία. Τα στοιχεία τής ελληνικής κρίσης προϋπήρχαν της διεθνούς, ήταν «εκεί», συσσωρεύονταν επί σειρά ετών, «φώναζαν» αλλά εμείς δεν ακούγαμε. Για χρόνια τώρα, «η χώρα γλιστράει μέσα από τα χέρια μας». Αν θέλουμε να αποκτήσουμε τον έλεγχό της, να «την πάρουμε στα χέρια μας», απαιτείται αλήθεια και αυτογνωσία για τους λόγους που μας έφεραν σε αυτή τη δεινή θέση. Κάτι που επεσήμανα και στην αρχή της συνέντευξης. Γιατί, όπως ακριβώς η προέλευση της κρίσης είναι ενδογενής, έτσι και το «κλειδί» τής λύσης, της «εξόδου», βρίσκεται στο εσωτερικό της χώρας, όχι έξω. Το πιστεύω βαθειά αυτό.

Ερώτηση: Μιλώντας για την ανάγκη παραγωγικής ανασυγκρότησης, πώς προσεγγίζετε το θέμα σε σχέση με το δίλημμα «γερμανικό ή αμερικανικό» μοντέλο διαχείρισης της κρίσης, που σε γενικές γραμμές σημαίνει «λιτότητα ή τόνωση της ζήτησης», με σημείο αναφοράς την Ελλάδα;

Υπάρχουν αρκετοί και, μάλιστα, πανεπιστημιακοί στη χώρα μας που ισχυρίζονται ότι υπάρχει τρόπος εξόδου από την κρίση μέσω μιας πολιτικής τόνωσης της εγχώριας ζήτησης. Επικαλούνται, μάλιστα, προς ενίσχυση του επιχειρήματός τους τον Κέυνς. Δύο παρατηρήσεις ως προς αυτό.

Η πρώτη είναι ότι οι Κευνσιανές πολιτικές τόνωσης της ζήτησης, μέσω μια επεκτατικής νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής, είναι πολιτικές αντιμετώπισης κρίσεων υποκατανάλωσης και, μάλιστα, υποκατανάλωσης προϊόντων τού παραγωγικού τομέα της οικονομίας, που έχουν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ανεργίας και την πτώση του συνολικού εισοδήματος. Σκοπός τους είναι να επαναφέρουν το υφιστάμενο παραγωγικό δυναμικό στο προηγούμενο επίπεδο δραστηριότητας, ώστε να αυξηθεί πάλι η απασχόληση και να ανακάμψει το συνολικό εισόδημα.

Η δεύτερη παρατήρηση είναι ότι, όταν ανέπτυσσε τα παραπάνω ο Κέυνς στη «Γενική Θεωρία» το 1936, είχε στο νου του μιαν οικονομία που δεν ακολουθεί τον «κανόνα χρυσού» –η Μεγάλη Βρετανία τον είχε εγκαταλείψει από το 1931–, που έχει δικό της νόμισμα και νομισματική πολιτική, δική της δημοσιονομική πολιτική και η οποία, φυσικά, δεν είναι χρεοκοπημένη.

Τίποτε από τα ανωτέρω δεν θα μπορούσαν να έχουν λιγότερη σχέση με την περίπτωση της κρίσης που βιώνουμε ως χώρα. Κατ’ αρχάς, εδώ έχουμε μιαν οικονομία που έχει ως νόμισμα συναλλαγών το ευρώ, το οποίο δεν ελέγχει και, επομένως, δεν μπορεί να υποτιμήσει. Είναι, δηλαδή, σε έναν «οιονεί κανόνα χρυσού». Επίσης, καθότι χρεοκοπημένη, δεν έχει τη δυνατότητα κατά βούληση άσκησης δημοσιονομικής πολιτικής. Οι αυτοαποκαλούμενοι Κεϋνσιανοί αγνοούν, ή επιλέγουν να αγνοούν, ότι ο Κέυνς το 1925, σε μια γνωστή εργασία του με αφορμή την τότε πρόσδεση της στερλίνας στον «κανόνα χρυσού», εξηγούσε ότι, υπό τις δεδομένες συνθήκες, η μόνη δυνατότητα ισορροπίας της οικονομίας ήταν μέσα από την μείωση των πραγματικών μισθών. Πρόσθετε δε, ότι αυτό εγκυμονούσε τον κίνδυνο κοινωνικών συγκρούσεων.

Υπ’ αυτήν την έννοια, η Ελλάδα σήμερα είναι πλησιέστερα στη Μεγάλη Βρετανία τού 1925 παρά του 1936, με την όχι άνευ σημασίας διαφορά ότι η Ελλάδα είναι δημοσιονομικά χρεοκοπημένη. Η μόνη υπαρκτή γι’ αυτήν διέξοδος είναι μεν Κεϋνσιανών προδιαγραφών, αλλά εκείνων του 1925, όχι του 1936. Πρόκειται για την αναγκαία «εσωτερική υποτίμηση», που θα επαναφέρει τη μισθολογική δαπάνη ανά μονάδα προϊόντος σε επίπεδα συμβατά με την παραγωγικότητα της οικονομίας της, καθιστώντας την διεθνώς ανταγωνιστική και οδηγώντας σταδιακά τους παραγωγικούς της συντελεστές από τον προστατευμένο τομέα των «διεθνώς μη εμπορευσίμων» στον ανταγωνιστικό τομέα των «διεθνώς εμπορευσίμων».

Η «εσωτερική υποτίμηση», αυτό που αποκαλείτε στην ερώτησή σας «λιτότητα», ήταν αναπόφευκτη. Θα συνέβαινε ούτως ή άλλως, το μόνο ερώτημα ήταν αν θα εφαρμοζόταν ελεγχόμενα ή καταστροφικά μέσω μιας άτακτης χρεοκοπίας. Τα σταθεροποιητικά προγράμματα απέτρεψαν το δεύτερο. Η «εσωτερική υποτίμηση» δεν έχει ως αιτία της τα σταθεροποιητικά προγράμματα. Αιτία της είναι η ανεύθυνη «εσωτερική ανατίμηση» της δεκαετίας τής ΟΝΕ. Ανεύθυνη, γιατί δεν προκλήθηκε από μια αύξηση της παραγωγικότητας –αυτή θα ήταν μια υγιής ανατίμηση–, αλλά από την προσπάθεια να «συλληφθεί» ο πληθωρισμός και να διαφυλαχθεί το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων, ανεξαρτήτως παραγωγικότητας. Όπως, όμως, ανέλυσα σε προηγούμενη ερώτησή σας, με τον τρόπο αυτό και ο πληθωρισμός ενισχυόταν και η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας μας κατέρρεε. Ασφαλώς ισχύει ότι η «εσωτερική υποτίμηση» κρύβει πόνο και ανασφάλεια. Όμως, το να της επιτίθεται κανείς και να την καταδικάζει είναι σαν να καταδικάζει τον νόμο της βαρύτητας επειδή, αποφασίζοντας να πηδήξει από το μπαλκόνι του, έσπασε το πόδι του.

Ο σημαντικότερος λόγος, όμως, που οι πολιτικές «τόνωσης της ζήτησης» είναι όχι απλά ατελέσφορες, αλλά και καταστροφικές αν εφαρμοστούν σήμερα, είναι ότι η κρίση που αντιμετωπίζει η χώρα μας δεν είναι μια κρίση υποκατανάλωσης. Είναι, αντιθέτως, μια κρίση υπερσυσσώρευσης παραγωγικών πόρων σε προστατευμένους κλάδους της οικονομίας με χαμηλή παραγωγικότητα, των οποίων η ανάπτυξη όφειλε να έπεται και όχι να προηγείται της ανάπτυξης ανταγωνιστικών κλάδων με την υψηλή μέση παραγωγικότητα. Να το πω σχηματικά. Αν σε μια οικονομία που ανακυκλώνει το εισόδημά της μεταξύ καταστημάτων ρουχισμού εισαγωγής, παπουτσιών εισαγωγής, σουβλατζίδικων και καφετεριών «έπεφταν λεφτά από τον ουρανό» γενικώς και αδιακρίτως, το αποτέλεσμα θα ήταν η διεύρυνση του παρασιτισμού, με τη χώρα να μην παράγει τίποτε, να εισάγει τα πάντα και να οδηγεί το χρέος της στην στρατόσφαιρα. Μια τέτοιου τύπου επεκτατική πολιτική, αντιγραφή των πολιτικών που μας οδήγησαν στην καταστροφή, δεν θα άφηνε τίποτε όρθιο, βαθαίνοντας την εξάρτηση της χώρας μας από την ξένη βοήθεια, εάν αυτή ήταν τότε διαθέσιμη. Είναι μια πολιτική που «δουλεύει» για νέα μνημόνια, που διαιωνίζει τις συνθήκες αναίρεσης της ανεξαρτησία μας ως κράτους και της αξιοπρέπειάς μας ως λαού και έθνους.

Η κρίση που αντιμετωπίζουμε δεν είναι μια «κρίση ζήτησης». Μια αύξηση της ανταγωνιστικής παραγωγής σε «διεθνώς εμπορεύσιμα» μιας «μικρής ανοικτής οικονομίας», όπως είναι η ελληνική, μπορεί εύκολα να απορροφηθεί από τον ωκεανό της παγκόσμιας ζήτησης. Η κρίση που αντιμετωπίζουμε είναι μια «κρίση προσφοράς». Οφείλεται στο σοβαρότατο διαρθρωτικό πρόβλημα της παραγωγικής μας δομής που απέκρυβε η πλημμυρίδα δανείων και η συναφής υπερκατανάλωση. Συνεπώς, εάν πράγματι ενδιαφερόμαστε για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας και δεν θέλουμε ο όρος αυτός να έχει την τύχη άλλων, αντίστοιχης σημασίας, εξαγγελιών πολιτικής τού παρελθόντος, όπως «εκσυγχρονισμός» και «επανίδρυση του κράτους», θα πρέπει να κάνουμε τα ακριβώς αντίθετα απ’ ό,τι κάναμε τα πολλά προηγούμενα χρόνια. Να στραφούμε στην παραγωγή, τις επενδύσεις και τις εξαγωγές και όχι στον παρασιτισμό και τις εισαγωγές. Απαιτείται, ιδιαίτερα, μια πολιτική που θα αυξάνει το μέγεθος και το σφρίγος του τομέα των «διεθνώς εμπορευσίμων». Με μια κουβέντα, οι όποιοι διαθέσιμοι πόροι και οι έστω περιορισμένες πιστώσεις πρέπει να κατευθύνονται προς την ενίσχυση δυναμικών, εξωστρεφών επιχειρήσεων. Όχι προς χρεοκοπημένες επιχειρήσεις, οι οποίες λόγω των σχέσεών τους με το πολιτικό σύστημα απαιτούν και, ενίοτε, εκβιάζουν την τροφοδότησή τους με δανειακά κεφάλαια.

Ένα τελευταίο σχόλιο. Όσα προανέφερα εστιάζονται στα του οίκου μας, όπως άλλωστε και η ερώτησή σας. Και έτσι πρέπει, γιατί αυτό είναι το μείζον. Αξίζει, όμως, να πούμε δυο λόγια για τον προβληματικό χαρακτήρα τής ευρωπαϊκής δημοσιονομικής απάντησης στην κρίση. Χώρες, όπως η Ελλάδα, οι οποίες δεν είναι σε θέση να ακολουθήσουν επεκτατική αντικυκλική δημοσιονομική πολιτική, είναι λογικό να περιμένουν να ευεργετηθούν από τις έστω δευτερογενείς επιπτώσεις μιας τέτοιας πολιτικής από τους εταίρους τους που δεν αντιμετωπίζουν αντίστοιχα προβλήματα. Όμως κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Τόσο η Γερμανία, η ισχυρότερη ευρωπαϊκή οικονομία, όσο και οι υπόλοιπες χώρες τού Βορρά, με ελεγχόμενα δημοσιονομικά και περιορισμένο δημόσιο χρέος, ακολουθούν μια άτολμη δημοσιονομική πολιτική, φοβούμενες μήπως μια τόνωση της ζήτησης διογκώσει μελλοντικά το δημόσιο χρέος τους. Περιμένουν τη λύση έξωθεν. Από τις αντοχές τής Κίνας και την επεκτατική πολιτική των ΗΠΑ. Αυτή η προσέγγιση, ωστόσο, δεν βοηθά όχι μόνο τους εταίρους τους που βρίσκονται σε κατάσταση ανάγκης, αλλά ούτε και τις ίδιες καθώς ο κίνδυνος η οικονομική κάμψη να παρασύρει και τις ίδιες είναι υπαρκτός. Αναδεικνύει, βέβαια, τα σοβαρά προβλήματα αρχιτεκτονικής τής ευρωζώνης καθώς και την έλλειψη σαφούς προσανατολισμού στον τρόπο αντιμετώπισης της κρίσης.
    
Ερώτηση: Ποιες διαρθρωτικού τύπου επιλογές και παρεμβάσεις θεωρείτε ότι θα βοηθούσαν σε αυτήν τη φάση την ελληνική οικονομία σε τομείς όπως το Δημόσιο, η Φορολόγηση η Επιχειρηματικότητα, η Αγορά το Κοινωνικό κράτος ή η Παραγωγή;

Έχουμε ήδη θίξει παρεμβάσεις που απαιτούνται στους επί μέρους τομείς που αναφέρεστε. Αντί να επεκταθούμε σε πιο λεπτομερειακές αναφορές που θα απαιτούσαν η κάθε μία και μια ξεχωριστή συνέντευξη, θεωρώ χρησιμότερο να εστιαστούμε στις βασικές αρχές οι οποίες, κατά τη γνώμη μου, θα πρέπει να διαπερνούν ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Η στόχευση πρέπει να είναι η θεραπεία βασικών παθογενειών της οικονομικής πολιτικής από το 1949 έως το 2009, οι οποίες διαμόρφωσαν μια μεταπρατική οικονομία και μια κοινωνία φοβική έναντι της παραγωγής.

Η πρώτη αρχή είναι ότι προτεραιότητα θα πρέπει να δίδεται στον πολίτη ως δυνητική παραγωγική μονάδα, στον εφοδιασμό του με τις κατάλληλες δεξιότητες και γνώσεις ώστε να μπορεί, μέσα σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο και εξελισσόμενο περιβάλλον, να αξιοποιεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τις δυνατότητές του. Η αρχή αυτή βρίσκεται στον αντίποδα μιας αντίληψης καταστροφικής για τον πολίτη και αυτοκτονικής για την κοινωνία, σύμφωνα με την οποία θα έπρεπε να προστατεύεται όχι ο πολίτης, αλλά η θέση την οποία κάλυπτε, ασχέτως παραγωγικής συμβολής. Αρχή η οποία, στην μεν μετεμφυλιακή περίοδο πήρε τη μορφή θεσμοθέτησης δεκάδων «κλειστών επαγγελμάτων» –αναχρονισμός που παραμένει ζωντανός μέχρι σήμερα–,  στη δε περίοδο μετά το 1981 πήρε την μορφή μαζικής εισόδου στο ευρύτερο Δημόσιο.

Η δεύτερη αρχή, απόρροια και της πρώτης, είναι ότι η οικονομική πολιτική οφείλει να υποστηρίζει τα δικαιώματα των πολιτών ως καταναλωτών δημόσιων και ιδιωτικών αγαθών, και όχι να διασφαλίζει τα συμφέροντα των «παραγωγών» αυτών των αγαθών. Το τελευταίο, είναι η γενεσιουργός αιτία για την ανάπτυξη και κυριαρχία των κρατικοδίαιτων «επιχειρηματιών», αυτό που ο Καββαδίας δεκαετίες πριν αποκάλεσε «ιδιωτικο-δημόσιο», καθώς και για την χαμηλή παραγωγικότητα των υπηρεσιών τού Δημοσίου. Κύριο μέλημα της κοινωνίας πρέπει να είναι η μόρφωση και η υγεία των πολιτών της και όχι η εντοπιότητα του δασκάλου ή το ποσοστό κέρδους τού φαρμακοποιού. Όπως καταδεικνύει η παγκόσμια εμπειρία, με προεξάρχουσα εκείνης της Σοβιετικής Ένωσης, οι οικονομίες που αναπτύσσονται είναι εκείνες στις οποίες οι παραγωγοί προσαρμόζονται στις ανάγκες και απαιτήσεις των καταναλωτών, όχι το αντίστροφο.

Τέλος, η τρίτη αρχή, που προκύπτει από τις δύο προηγούμενες, είναι ότι θα πρέπει να επιτραπεί στις δυνάμεις του ανταγωνισμού να διαμορφώσουν τον παραγωγικό ιστό της χώρας, προσδίδοντάς του δυναμισμό, με τις ρυθμιστικές αρχές να θεραπεύουν τις στρεβλώσεις των αγορών. Η αντίληψη αυτή είναι στον αντίποδα εκείνης που θέλει να θεωρεί ότι τα παραπάνω μπορούν να γίνουν, κατά τρόπο ισοδύναμο, μέσω μιας πολιτικής υποστήριξης της παραγωγής και των «επιχειρηματιών» με «κατάλληλη διευθέτηση της ζήτησης». Η αντίληψη αυτή, στην μεν μετεμφυλιακή περίοδο πήρε την μορφή τού πολλαπλού προστατευτισμού, στη δε περίοδο μετά την είσοδο στην ΟΝΕ την μορφή του εκτεταμένου δανεισμού και του τρόπου διαχείρισης των κοινοτικών κονδυλίων, όπως έχω ήδη αναφέρει. Το αποτέλεσμα, βεβαίως, είναι ότι πλέον η χώρα δεν διαθέτει επαρκή παραγωγική βάση και κινδυνεύει με συνολική κατάρρευση.

Η αναγκαιότητα διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στη βάση των παραπάνω αρχών είναι, κατά τη γνώμη μου, μεγάλη για το μέλλον της χώρας μας, ως οικονομίας και κοινωνίας. Κινούνται στον αντίποδα θεμελιωδών σφαλμάτων της προηγούμενης ιστορικής εμπειρίας, εμπεδώνοντας νοοτροπίες, συμπεριφορές και κοινωνικές πρακτικές που είναι κρίσιμης σημασίας, αν είναι να βγούμε από το λάκκο που με δική μας ευθύνη έχουμε βρεθεί. Γιατί όταν ένα κράτος επιδιώκει να καθορίζει τα πάντα, όπως το δικό μας, τότε εξελίσσεται σε ένα γραφειοκρατικό τέρας που, όχι μόνο στραγγαλίζει την ανάπτυξη αντί να την υποβοηθά, αλλά που δεν μπορεί επιπλέον να κάνει τα κύρια και σημαντικά, όπως το εθνικό κτηματολόγιο και την εισαγωγή διπλογραφικού συστήματος στα δημόσια νοσοκομεία. Γιατί όταν, όπως συμβαίνει σήμερα, το μεγαλύτερο μέρος των εισοδημάτων περνά μέσα από το Δημόσιο, τότε είναι αναπόφευκτο αυτό να μετατραπεί σε κέντρο διαφθοράς και φαυλοκρατίας. Γιατί όταν ο πολίτης έχει διαπαιδαγωγηθεί να εκλαμβάνει το εισόδημά του ως πρόσοδο από το κράτος παρά ως επιβράβευση της προσπάθειάς του, τότε είναι επόμενο να προσαρμόζει αντίστοιχα την πολιτική του συμπεριφορά. Γιατί η μόνη πραγματική ζήτηση, ειδικά για μια «μικρή ανοιχτή οικονομία», όπως είναι η ελληνική, είναι εκείνη της παγκόσμιας αγοράς, μέρος της οποίας είναι η ελληνική. Η ουσιαστική ανάπτυξη μπορεί να προέλθει μόνο εάν «σκεφτόμαστε εγχωρίως και δρούμε παγκοσμίως», και όχι μέσα από πολιτικές «τόνωσης» ή «διαχείρισης της ζήτησης», που οδηγούν σε σπατάλη πολύτιμων πόρων κατευθύνοντάς τους σε αδιέξοδες ή και επιλήψιμες χρήσεις.  

 *Ο Κ.Γάτσιος είναι πρύτανης του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών

Πηγή


Διαβάστε περισσότερα »

Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2019

Η ΕΚΤ πρέπει να προσέχει τι εύχεται


15/11/2019

Του Neil Unimack

Η Κριστίν Λαγκάρντ, η νέα επικεφαλής της ΕΚΤ, ενδέχεται να μετανιώσει για τις επιθυμίες που έχει εκφράσει. Θέλει η Γερμανία και η Ολλανδία να αυξήσουν τις δαπάνες τους. Ακόμη και αν εκπληρωθεί η επιθυμία της, τα οικονομικά οφέλη για τις υπόλοιπες οικονομίες της Ευρωζώνης ενδέχεται να είναι περιορισμένα. Ιδιαιτέρως, αν μια ανάκαμψη της οικονομίας στη Βόρεια Ευρώπη οδηγήσει σε επανεξέταση της χαλαρής νομισματικής πολιτικής. Σύμφωνα με τις τελευταίες προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η Γερμανία και η Ολλανδία θα έχουν σχεδόν ισοσκελισμένο προϋπολογισμό του χρόνου. Αν αυξήσουν τις δαπάνες τους, αυτό θα μπορούσε να ενισχύσει τη συνολική ανάπτυξη στην Ευρωζώνη, η οποία σύμφωνα με την Κομισιόν θα είναι μόλις 1,2% το 2020. Ισχυρότερη εσωτερική ζήτηση στη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης θα δημιουργήσει αυξημένη ζήτηση για εισαγωγές από άλλες χώρες.

Και, καθώς θα αυξάνονται οι μισθοί στη Γερμανία, οι εργαζόμενοι σε άλλες χώρες θα γίνουν πιο ανταγωνιστικοί.

Παρ’ όλα αυτά, τα οικονομικά οφέλη για τις υπόλοιπες χώρες ενδέχεται να μην είναι τόσο μεγάλα. Σύμφωνα με μελέτη της ΕΚΤ, που είχε δημοσιευτεί νωρίτερα εφέτος, λιγότερο από το ένα δέκατο της αύξησης της ανάπτυξης που θα προκύψει στη Γερμανία, αν ενισχυθούν οι επενδύσεις της κατά 1% του ΑΕΠ, θα μετακυλισθεί στις υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης. Τούτου λεχθέντος, αν βελτιωθούν οι οικονομικές προοπτικές της Γερμανίας ενδέχεται να ενισχυθεί το ευρώ, κάτι το οποίο θα έπληττε τις εξαγωγές σε ολόκληρη την Ευρωζώνη. Επίσης, είναι πιθανό να αυξηθούν οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων της Ευρωζώνης από τα σημερινά χαμηλά επίπεδα, χάρη στα οποία η Ιταλία έχει τη δυνατότητα να δανείζεται με 1% για δέκα έτη. Οι επενδυτές είναι ακόμη πιθανό να απαιτήσουν υψηλότερο επιτόκιο για να δανείζουν σε χώρες με μεγαλύτερο ρίσκο, οι οποίες θα βρεθούν αντιμέτωπες με υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης, χωρίς να έχουν τα οφέλη μιας μεγαλύτερης ανάπτυξης.

Μια ισχυρή οικονομική ανάκαμψη στη Γερμανία ενδέχεται ακόμη να αυξήσει την πίεση προς την ΕΚΤ για επανεξέταση της πολύ χαλαρής νομισματικής πολιτικής, δεδομένου πως η γερμανική οικονομία συνεισφέρει περισσότερο από το ένα πέμπτο του ΑΕΠ της ευρωζώνης. Ο αντίκτυπος της δημοσιονομικής επέκτασης θα ήταν πολύ ισχυρότερος αν η ΕΚΤ διατηρούσε χαλαρή τη νομισματική της πολιτική, ωστόσο οι ψηφοφόροι στον Βορρά είναι πιθανό να εξοργιστούν ακόμη περισσότερο για τα χαμηλά επιτόκια δανεισμού που τους προσφέρονται και την ενίσχυση των πληθωριστικών πιέσεων. Προτιμότερο θα ήταν τότε να επικεντρωθεί η ευρωζώνη στη δημιουργία κοινού δημοσιονομικού ταμείου, όπως έχει προτείνει ο Πάμπλο Ερνάντες ντε Κος, κεντρικός τραπεζίτης της Ισπανίας. Ένα τέτοιο ταμείο, στο οποίο θα συνεισφέρουν όλες οι χώρες της ευρωζώνης, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ώστε να διασφαλιστεί ότι οι πιο αδύναμες χώρες θα ωφελούνταν από μέτρα ενίσχυσης της οικονομίας, τα οποία διαφορετικά δεν θα μπορούν να χρηματοδοτήσουν.

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα »

Τετάρτη 24 Αυγούστου 2016

Μισθοί «πείνας» 412,05 ευρώ για 524.533 εργαζόμενους


24/8/2016

Αύξηση κατά 9,90% του αριθμού των χαμηλόμισθων εργαζομένων με καθεστώς μερικής απασχόλησης καθώς και των αμοιβών τους κατά 3,41%, κατέγραψε το ΙΚΑ στο διάστημα Δεκεμβρίου ‘14 - Δεκεμβρίου ‘15.

Με βάση τα επίσημα συγκριτικά στοιχεία, σε διάστημα ενός χρόνου, αυξήθηκε ο αριθμός των ασφαλισμένων στο ΙΚΑ, αλλά, μειώθηκαν οι αμοιβές ανεξαρτήτως του είδους της απασχόλησης:

• Οι μερικώς απασχολούμενοι έφτασαν τους 524.533 και ο μέσος μισθός τους στα 412,05 ευρώ από 426,61 ευρώ ενώ οι εργαζόμενοι με πλήρη απασχόληση αυξήθηκαν κατά 5,08% (σε 1.315.387 άτομα) και ο μέσος μισθός τους μειώθηκε στα 1.204,70 ευρώ από 1.244,05 ευρώ που ήταν το Δεκέμβριο του ‘15.

• Οι υψηλότερες αμοιβές τόσο στους άνδρες όσο και στις γυναίκες, αφορούσαν στην ειδικότητα ?διευθύνοντες και ανώτερα στελέχη μεγάλων δημοσίων και ιδιωτικών επιχειρήσεων και οργανισμών? όπου ο μέσος μισθός διαμορφώθηκε στα 4.419,94 ευρώ και στα 2.954,12 ευρώ, αντίστοιχα.

Να σημειωθεί, τέλος, ότι στο ίδιο χρονικό διάστημα αυξήθηκε ο αριθμός των επιχειρήσεων που απασχολούσαν εργαζόμενους - ασφαλισμένους στο ΙΚΑ.

Το Δεκέμβριο του ‘15 υπέβαλαν στο ΙΚΑ Αναλυτικές Περιοδικές Δηλώσεις 223.215 κοινές επιχειρήσεις και 14.364 οικοδομικοτεχνικές, συνολικά 237.579 επιχειρήσεις έναντι 230.988 που είχαν υποβάλει ΑΠΔ το Δεκέμβριο του ‘14.


Τα επαγγέλματα

Οι κλάδοι που απασχολούν τους περισσότερους εργαζομένους ? ασφαλισμένους στο ΙΚΑ είναι κατά σειρά το χονδρικό και λιανικό εμπόριο (393.307 άτομα, ποσοστό 21,87% επί του συνόλου των ασφαλισμένων), οι μεταποιητικές βιομηχανίες (254.648, ποσοστό 14,16%) και τα ξενοδοχεία και εστιατόρια (223.364, ποσοστό 12,42%). Ακολουθούν η διαχείριση ακίνητης περιουσίας (165.761, ποσοστό 9,22%)μ οι μεταφορές και επικοινωνίες (125.757, ποσοστό 6,99%), η εκπαίδευση (116.202, ποσοστό 6,46%), η υγεία και κοινωνική μέριμνα (106.796, ποσοστό 5,94%), άλλες δραστηριότητες υπηρεσιών (106.176, ποσοστό 5,90%), η δημόσια διοίκηση και άμυνα (103.677, ποσοστό 5,77%), οι κατασκευές (83.719, ποσοστό 4,66%) κ.α. Ετσι, ο μεγαλύτερος αριθμός ασφαλισμένων στις κοινές επιχειρήσεις, είναι «υπάλληλοι γραφείου», με ποσοστό 25,78% (463.546 άτομα) ακολουθούμενοι από τους πωλητές (374.002 και ποσοστό 20,80%), τους ανειδίκευτους εργάτες (307.924, ποσοστό 17,12%). Η μέση ηλικία του συνόλου των ασφαλισμένων είναι τα 39,26 έτη, στα οικοδομικοτεχνικά έργα είναι τα 44,04 και στις κοινές επιχειρήσεις τα 39,15 έτη (μέση ηλικία ανδρών 39,95 και γυναικών 38,24).

Στο σύνολο των επιχειρήσεων, 21,45% των ασφαλισμένων είναι έως 29 ετών και 54,40% είναι έως 39 ετών, στις κοινές επιχειρήσεις 21,78% των ασφαλισμένων είναι έως 29 ετών και 54,85% είναι έως 39 και στα οικοδομικοτεχνικά έργα τα αντίστοιχα ποσοστά 7,48% και 34,95% όπως αναφέρει η Ημερησία. Επίσης 74,39% του συνόλου των ασφαλισμένων είναι ηλικίας 25 έως 49 ετών, στις κοινές επιχειρήσεις 75,52% και στα οικοδομικοτεχνικά έργα 68,85%. Τέλος στο σύνολο των επιχειρήσεων, 16,46% των ασφαλισμένων είναι από 50 έως 64 ετών, στις κοινές επιχειρήσεις 16,19% και στα οικοδομικοτεχνικά έργα 27,98%.

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα »

Δευτέρα 22 Αυγούστου 2016

Η Ελλάδα πρωταθλήτρια στις μειώσεις μισθών στην ΕΕ


22/8/2016

Την περίοδο κατά την οποία η ανεργία στην Ελλάδα βρέθηκε στο υψηλότερο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ενωσης, οι μισθοί στη χώρα μας γνώρισαν τη μεγαλύτερη πτώση.

Κατά την περίοδο 2010-2015, οι μέσες πραγματικές αποδοχές στην Ελλάδα υποχώρησαν σε ποσοστό 20,1%, ενώ στις χώρες της ευρωζώνης σημειώθηκε αύξηση της τάξης του 2,8%.

Ειδικότερα, σημαντικές σωρευτικές αυξήσεις, που κυμαίνονται από 7,4% έως 40,5% των μέσων πραγματικών μισθών, σημειώνονται σε χώρες της κεντρικής και της ανατολικής Ευρώπης (Σλοβακία, Πολωνία, Βαλτικές Χώρες και Βουλγαρία).

Αυξήσεις παρατηρούνται επίσης σε χώρες όπως η Σουηδία (9,1%), η Γερμανία (6,9%), η Γαλλία (6,7%), το Λουξεμβούργο (5,8%), η Τσεχία (5,7%) και η Μάλτα (4,8%).

Αντίθετα, κατά την ίδια περίοδο, μικρές σχετικά σωρευτικές μειώσεις των μέσων πραγματικών αποδοχών σημειώνονται σε χώρες όπως η Αυστρία (0,5%), η Ιταλία (1,8%), η Ρουμανία (1,9%) και το Ηνωμένο Βασίλειο (3,7%), ενώ πολύ μεγαλύτερες σωρευτικές μειώσεις σημειώνονται στην Ιρλανδία (4,1%), στην Ισπανία (4,2%), στην Ουγγαρία (5,9%), στην Κροατία (6,4%) στην Πορτογαλία (7,5%), και ιδιαίτερα στην Κύπρο (10,4%) και στην Ελλάδα (20,1%).

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα »

Παρασκευή 29 Ιουλίου 2016

Πήραμε 5 βασικά μαθήματα από την (ελληνική) κρίση λέει το ΔΝΤ… Η ελληνική καταστροφή


29/7/2016

Μπορεί η επικεφαλής του ΔΝΤ Christine Lagarde σχολιάζοντας την έκθεση του Ανεξάρτητου Γραφείου Αξιολόγησης (ΙΕΟ) του Ταμείου για τα προγράμματα της Ελλάδας, της Ιρλανδίας και της Πορτογαλίας να εμφανίσθηκε «φειδωλή» στην αναγνώριση λαθών και παραλείψεων, ωστόσο αυτό δεν ίσχυσε και για το τμήμα Στρατηγικής και Πολιτικής του ΔΝΤ το οποίο σχολίασε εμμέσως τις υποδείξεις του ΙΕΟ.

Η Christine Lagarde το μόνο «mea culpa» που είχε να πει για την Ελλάδα ήταν πως οι αρχικοί στόχοι του ΔΝΤ αποδείχτηκαν υπερφιλόδοξοι. Εν συνεχεία απέδωσε τα κακώς κείμενα στις επαναλαμβανόμενες πολιτικές κρίσεις, στην αντίδραση από συμφέροντα και στα σοβαρά προβλήματα στην εφαρμογή που οδήγησαν σε μία πολύ βαθύτερη ύφεση από όσο αναμενόταν.

Ωστόσο, ο Vivek Arora αναπληρωτής Διευθυντής Στρατηγικής του ΔΝΤ προχώρησε σε ένα ειλικρινή απολογισμό των λαθών , παραλείψεων και εσφαλμένων προσεγγίσεων του Ταμείου κάνοντας λόγο σε άρθρο του στα «πέντε μαθήματα» που άντλησε ο διεθνής οργανισμός από τις πρόσφατες κρίσεις.

Επικαλούμενος εκτεταμένη αξιολόγηση που διενέργησε προ 8μηνου το ΔΝΤ στα 32 προγράμματα που στήριξε κατά την περίοδο της κρίσης, ο Vivek Arora αναφέρεται στα εξής πέντε μαθήματα:

Μάθημα 1: Εάν η συναλλαγματική ισοτιμία δεν είναι διαθέσιμη ως ένα εργαλείο για να βοηθήσει την οικονομία να προσαρμοστεί από ένα σοκ, μπορεί να χρειαστεί μεγαλύτερη χρηματοδότηση για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.

Στη βάση αυτή το στέλεχος του ΔΝΤ ανέφερε πως η στρατηγική της λεγόμενης «εσωτερικής υποτίμησης», η οποία επιδιώκει να αποκατασταθεί η εξωτερική ανταγωνιστικότητα με τη μείωση των εγχώριων τιμών, αντί της ονομαστικής συναλλαγματικής ισοτιμίας αποδείχθηκε δύσκολο να επιτευχθεί.

« Η εσωτερική υποτίμηση απαιτεί μεγάλη μακροοικονομική (ιδίως δημοσιονομική) προσαρμογή και βαθιές, διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, και ακόμα και τότε μπορεί να πάρει περισσότερο χρόνο για να επιτύχει από το τυπικό χρόνο τον 3 έως 4 ετών ενός προγράμματος του ΔΝΤ», επεσήμανε ο Vivek, κάτι που στην πράξη καταδείχθηκε από το ελληνικό πρόγραμμα.

Μάθημα 2: Η δημοσιονομική προσαρμογή είναι απαραίτητη για τη μείωση του δημόσιου χρέους και την αποκατάσταση της βιωσιμότητάς του. Μπορεί να χρειαστεί να είναι ταχεία, αν η χρηματοδότηση είναι περιορισμένη ή οι αρχικές ανισορροπίες είναι πολύ υψηλές (όπως στην Ελλάδα). Ωστόσο, κατά τον Vivek είναι ιδιαίτερα σημαντική σε αυτές τις περιπτώσεις να εφαρμοσθούν συμπληρωματικά μέτρα για τη στήριξη της ανάπτυξης, διαφορετικά η πολύ μεγάλη και ταχεία προσαρμογή μπορεί να οδηγήσει σε πτώση του ΑΕΠ και στην πραγματικότητα να αυξήσει την αναλογία του χρέους προς το ΑΕΠ.

Ο Vivek έφερε ως παράδειγμα την Ελλάδα λέγοντας πως παρά τη δημοσιονομική προσαρμογή, οι δείκτες χρέους-ΑΕΠ αυξήθηκαν περισσότερο από το αναμενόμενο. «Καθώς η μεγαλύτερη από το αναμενόμενο συσταλτική επίδραση της δημοσιονομικής εξυγίανσης έγινε εμφανής, συμβουλεύσαμε τις χώρες να επιβραδύνουν το ρυθμό προσαρμογής», ανέφερε θέτοντας ως παράδειγμα την Ελλάδα, την Αρμενία, την Ουγγαρία, τη Λετονία, την Πορτογαλία και την Ουκρανία. Κατά τον ίδιο είναι καλύτερα να αναδιαρθρώνεται το χρέος «ουσιαστικά και νωρίς», καθώς η εμπειρία έδειξε πως οι χώρες που το έπραξαν πέτυχαν καλύτερα αποτελέσματα χρέους και ανάπτυξης.

Μάθημα 3: Οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις είναι σημαντικές για την ανταγωνιστικότητα και την ανάπτυξη. Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο στην περίπτωση που η ονομαστική προσαρμογή της συναλλαγματικής ισοτιμίας δεν είναι διαθέσιμη και επιλέγεται η εσωτερική υποτίμηση. Ο Vivek υπογραμμίζει πάντως πως οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις δεν είναι πάντα τόσο αποτελεσματικές όσο αναμενόταν. «Μάθαμε ότι πρέπει να είμαστε πιο ρεαλιστές σχετικά με την ανάπτυξη που περιμένουμε από τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις βραχυπρόθεσμα, καθώς και την ικανότητα των αρχών να εφαρμόσουν αυτές τις μεταρρυθμίσεις», σημείωσε το στέλεχος του ΔΝΤ.

Μάθημα 4: Για να μειώσουν τον κίνδυνο οι χώρες πρέπει να λαμβάνουν εγκαίρως μέτρα για την ενίσχυση των πλαισίων αναδιάρθρωσης του δημόσιου και ιδιωτικού χρέους. «Οι αρνητικές επιπτώσεις των κακών ισολογισμών του ιδιωτικού τομέα στα δημόσια οικονομικά και την ανάπτυξη ήταν μεγαλύτερες από ό, τι περιμέναμε», ανάφερε ο Vivek αποδίδοντας τα προβλήματα στις καθυστερημένες αναδιαρθρώσεις χρέους, ιδιωτικού και δημόσιου.

Μάθημα 5: Απαιτούνται σαφέστερες κατευθυντήριες γραμμές για τη μελλοντική συνεργασία του ΔΝΤ με άλλους μηχανισμούς χρηματοδότησης, όπως ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ESM). «Η εμπειρία με τα προγράμματα της ζώνης του ευρώ έφερε στο προσκήνιο το ζήτημα του πώς το Ταμείο αλληλεπιδρά με τις περιφερειακές συμφωνίες χρηματοδότησης και με τα μέλη της νομισματικής ένωσης. Η αλληλεπίδρασή μας με τους περιφερειακούς μηχανισμούς ήταν διαφορετική από ό, τι πριν σε ορισμένα βασικά σημεία, κυρίως η κοινή προσέγγιση στο σχεδιασμό του προγράμματος», σημείωσε ο Vivek. «Τα προγράμματα μας με μέλη μιας νομισματικής ένωσης θα πρέπει να ασχοληθούν με το γεγονός ότι οι πολιτικές μας σε επίπεδο Ένωσης μπορεί να επηρεάσουν σημαντικά την οικονομική κατάσταση του κάθε μέλους. Αυτές οι πολιτικές είναι συχνά δύσκολο να συμφωνηθούν, καθώς μπορεί να απαιτούν πολιτική συμφωνία μεταξύ όλων των μελών», πρόσθεσε.

Πηγή

Η πρωτότυπη δημοσίευση εδώ.





Διαβάστε περισσότερα »

Τετάρτη 22 Ιουνίου 2016

ΙΝΕ-ΓΣΕΕ: Για την κρίση στην Υγεία φταίει η εσωτερική υποτίμηση


22/6/2016

Η δημοσιονομική λιτότητα και ο εξορθολογισμός του κόστους που επιβάλλουν οι δεσμεύσεις των μνημονίων έγιναν κεντρικές προτεραιότητες που προσανατολίζουν τις μεταρρυθμίσεις εις βάρος της ποιότητας, της ίσης πρόσβασης και της προσιτότητας.

Ο πραγματικός κίνδυνος για τη δημόσια υγεία δεν είναι η ύφεση αυτή καθαυτή, αλλά η λιτότητα. Αυτό προκύπτει από τη μελέτη του Παρατηρητηρίου Οικονομικών και Κοινωνικών Εξελίξεων του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ με τίτλο: «Υγεία και μακροχρόνια φροντίδα στην Ελλάδα».

Η μελέτη επικεντρώνεται στις εν εξελίξει μεταρρυθμίσεις στα πεδία της υγειονομικής και μακροχρόνιας φροντίδας στην Ελλάδα κατά τα τελευταία χρόνια υπό τις συνθήκες της οικονομικής κρίσης και της παρατεταμένης λιτότητας.

Διερευνώνται, από μια συγκριτική σκοπιά, οι θεσμικές αλλαγές σε επιμέρους τομείς των παραπάνω πεδίων, οι τάσεις εξέλιξης των δαπανών για την υγεία και τη μακροχρόνια φροντίδα, η διάρθρωση της παροχής υπηρεσιών (με έμφαση κυρίως στην πρωτοβάθμια υγειονομική περίθαλψη και την κοινωνική φροντίδα), οι επιπτώσεις της κρίσης και των πολιτικών λιτότητας στην πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας και στις εκβάσεις υγείας, καθώς επίσης και ο διευρυνόμενος ρόλος της εθελοντικής δράσης και των ΜΚΟ στο χώρο της υγείας.

Σύμφωνα με τη μελέτη, στην Ελλάδα -όπως και στις άλλες χώρες που έχουν ενταχθεί σε προγράμματα «βοήθειας»- η κρίση αλλά κυρίως οι μνημονιακές δεσμεύσεις έχουν επιδεινώσει τα ήδη σοβαρά προβλήματα που αντιμετώπισε το σύστημα υγείας της χώρας.

Όπως σημειώνεται, η δημοσιονομική λιτότητα και ο εξορθολογισμός του κόστους που επιβάλλουν οι δεσμεύσεις των μνημονίων έγιναν κεντρικές προτεραιότητες που προσανατολίζουν τις μεταρρυθμίσεις εις βάρος της ποιότητας, της ίσης πρόσβασης και της προσιτότητας, καθώς η ηγεσία της Ε.Ε. επέλεξε να ακολουθήσει το δρόμο της «σύγκλισης» μέσω της εσωτερικής υποτίμησης, στο πλαίσιο της οποίας η συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους, η απορρύθμιση της αγοράς εργασίας και η μείωση του μισθολογικού κόστους αποτελούν τα κεντρικά εργαλεία πολιτικής για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας. Κάτι που παρατηρείται και σε άλλες χώρες που έχουν ενταχθεί σε πρόγραμμα.

Όπως μάλιστα σημειώνεται, ακόμα και η Ιρλανδία, η οποία αποτέλεσε χώρα-πρότυπο για τη «χρηστή» διαχείριση της οικονομίας κατά τη διάρκεια της κρίσης εφαρμόζοντας πιστά τις πολιτικές λιτότητας της Τρόικας, εμφανίζει τάσεις οικονομικής ανάκαμψης χωρίς ωστόσο να μειώνεται σημαντικά η ανεργία (περίπου 12% το 2014), ενώ το ποσοστό των ατόμων που διαβιούν κάτω από το όριο της φτώχειας παραμένει σχετικά υψηλό (14,1% το 2013).

Σύμφωνα με τους συγγραφείς της μελέτης, η περίπτωση της Ιρλανδίας, όπως και αυτή της Λετονίας, δείχνει ότι τα μέτρα λιτότητας που επιβλήθηκαν οριζόντια στο κοινωνικό σώμα εξακολουθούν να έχουν επώδυνα κοινωνικά αποτελέσματα.

Η έκθεση εδώ.

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα »

Πέμπτη 14 Απριλίου 2016

Eurostat: Σχεδόν ένας στους τέσσερις Έλληνες σε κατάσταση ένδειας το 2015


14/4/2016

Σε κατάσταση ένδειας ζούσε το 22,2% του πληθυσμού της Ελλάδας το 2015, έναντι 8,2% του πληθυσμού της ΕΕ, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat.

Η Eurostat έδωσε στη δημοσιότητα το ποσοστό του πληθυσμού της ΕΕ που στερείται βασικών καταναλωτικών αγαθών ή αδυνατεί να αντεπεξέλθει σε στοιχειώδεις οικονομικές υποχρεώσεις. Βάσει αυτών των στοιχείων, το 2015 στην Ελλάδα ζούσαν σε κατάσταση ένδειας περίπου 2,37 εκατομμύρια άνθρωποι και συνολικά στην ΕΕ, 41 εκατομμύρια άνθρωποι.

Ενώ στην ΕΕ το ποσοστό του πληθυσμού που ζει σε κατάσταση ένδειας άρχισε να μειώνεται από το 2012 και μετά (από 9,9% το 2012 σε 8,2% το 2015), στην Ελλάδα κατέγραψε αύξηση από 19,5% το 2012, σε 20,3% το 2013, 21,5% το 2014 και 22,2% το 2015.

Σε κατάσταση ένδειας βρίσκεται στην ΕΕ το 8,3% των νοικοκυριών με δύο ή περισσότερους ενηλίκους με παιδιά, το 6% των νοικοκυριών χωρίς παιδιά και το 17,3% των μονογονεϊκών οικογενειών.

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα »

Τρίτη 12 Απριλίου 2016

Έως 44% κάτω ο μισθός στις Ένοπλες Δυνάμεις


12/4/2016

Από 30% έως 44% μειώθηκαν τα εισοδήματα των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων από το 2010 έως σήμερα, οδηγώντας έτσι το 38% των στρατιωτικών να βρίσκονται κάτω από τα όρια της φτώχειας, σύμφωνα με την Πανελλήνια Ομοσπονδία Ενώσεων Στρατιωτικών (ΠΟΕΣ).

Η ανησυχία στις τάξεις των ΕΔ, όμως, εντείνεται, ιδιαίτερα εν όψει νέων πιθανών περικοπών, τις οποίες απαιτούν οι «θεσμοί». Εφόσον, πάντως, η κυβέρνηση προχωρήσει σε κάτι τέτοιο, κοινή πεποίθηση είναι ότι ο υπουργός Αμύνης, το πιθανότερο, θα βρεθεί σε αρκετά δυσάρεστη πολιτική –και εκλογική– θέση.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ομοσπονδίας, από τη στιγμή που ξεκίνησε η κρίση έως σήμερα «όσοι είχαν περισσότερα από δύο παιδιά είδαν να θυσιάζονται δύο ολόκληροι μισθοί (σ.σ. ετησίως), στον βωμό της φορολογικής μεταρρύθμισης και της διεύρυνσης της φορολογικής βάσης».

Επίσης, τα ίδια στοιχεία δείχνουν ότι «όσο αυξάνεται ο αριθμός των μελών της οικογενείας αλλά και τα χρόνια υπηρεσίας τόσο αυξάνονται οι περικοπές των πληρωτέων αποδοχών». Αυτό, κατά την Ομοσπονδία, «οφείλεται κυρίως στις διαδοχικές μειώσεις των αφορολόγητων ορίων των παιδιών, μέχρι και την πλήρη κατάργησή τους, από 1/1/2013, αλλά και στην τροποποίηση της φορολογικής κλίμακας, η οποία “εξομάλυνε” προς τα πάνω τους συντελεστές φορολόγησης των χαμηλών και μεσαίων εισοδημάτων».

Επιπλέον, «η κατάργηση των Παγίων Ημερών Εκτός Εδρας (ΗΕΕ), που δίδονταν ως αποζημίωση μέρους των δεδουλευμένων και πέραν των καθοριζομένων από την ευρωπαϊκή και εθνική νομοθεσία υπερωριών, επέφερε μείωση του εισοδήματος των στρατιωτικών κατά μέσο όρο 9% για τους υπηρετούντες στην παραμεθόριο και 6% για τους υπολοίπους».

Σε όλα αυτά θα πρέπει να προστεθούν και «οι επιπτώσεις που έχει στις μισθολογικές προαγωγές των αξιωματικών η από 1/1/2012 εφαρμογή της νέας βαθμολογικής εξέλιξης».


Πηγή

Διαβάστε περισσότερα »

Τρίτη 29 Μαρτίου 2016

Στα δικαστήρια οι ασθενείς για την έλλειψη πρόσβασης στα φάρμακα για την Ηπατίτιδα C!


28/3/2016

Της Δωροθέας Γαληνού

Στο Συμβούλιο της Επικρατείας προσέφυγε ο Σύλλογος ασθενών Ήπατος Προμηθέας κατά του ΕΟΠΥΥ και του Υπουργείου Υγείας για έλλειψη πρόσβασης στα νέα φάρμακα κατά της Ηπατίτιδας C.

Ειδικότερα όπως σημειώνουν τα μέλη του Συλλόγου Προμηθέας: «Ως γνωστόν, από το 2014 έχουν λάβει έγκριση κυκλοφορίας στην Ελλάδα πληθώρα νέων φαρμάκων για τη θεραπεία της HCV λοίμωξης. Αυτά τα φάρμακα έφεραν αλλαγές ως προς τη θεραπεία της ηπατίτιδας C, επιτρέποντας τη χρήση θεραπευτικών σχημάτων που μπορούν να χορηγηθούν από το στόμα, έχουν υψηλά αποτελέσματα ίασης, σε ποσοστό μεγαλύτερο του 90% και συνδέονται με ελάχιστες ως καθόλου ανεπιθύμητες ενέργειες σε σύγκριση με τα προηγούμενα θεραπευτικά σχήματα που περιέχουν ιντερφερόνη, ενώ παράλληλα η θεραπεία έχει μικρότερη χρονική διάρκεια. Σε αυτές επαναστατικές εξελίξεις στον χώρο της υγείας, ο Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), έχει θέσει μέχρι στιγμής περιοριστικά κριτήρια στην πρόσβαση των ασθενών στην θεραπεία».

Όμως παρά τις διαθέσιμες νέες θεραπείες, ο Σύλλογος Ασθενών Ήπατος Ελλάδος «Προμηθέας», δέχτηκε καταγγελίες από ανθρώπους που ζουν με ηπατίτιδα C και δέχτηκαν απορριπτική απάντηση, από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., στο αίτημα χορήγησης των νέων φαρμάκων.

Οι συγκεκριμένοι ασθενείς είχαν μία τουλάχιστον αποτυχημένη προσπάθεια θεραπείας σε σχήματα με ιντερφερόνη, ή ακόμα και αντένδειξη στη λήψη των σχημάτων αυτών. «Έτσι καταθέσαμε αίτηση προς τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. μαζί με το Σωματείο Ηπατομοσχευθέντων Ελλάδος “ΥΠΑΡχω” στις 04.01.2016 ζητώντας την άμεση αναθεώρηση των περιοριστικών κριτηρίων πρόσβασης στις νέες θεραπείες για την ηπατίτιδα C. Δυστυχώς, ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. απέρριψε την εν λόγω αίτηση αφήνοντας ανθρώπους που ζουν με ηπατίτιδα C χωρίς θεραπευτική επιλογή».

Λαμβάνοντας υπόψη τη σοβαρότητα της κατάστασης, σε συνεργασία με το Σωματείο Ηπατομεταμοσχευθένων Ελλάδος «ΗΠΑΡχω» και έξι μέλη του ΣΑΗΕ «Προμηθέας», κατατέθηκε στις 24.03.2016 στο Συμβούλιο της Επικρατείας (Σ.Τ.Ε.) κατά του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. για την ακύρωση της με αριθμ. πρωτ. ΔΒ4Α/Γ99/152/05.01.2016 απόφασης του Προέδρου του Εθνικού Οργανισμού Παροχής Υπηρεσιών Υγείας, με την οποία απέρριψε την από 04.01.2016 αίτησή για αναθεώρηση των κριτηρίων αποζημίωσης φαρμάκων τα οποία χορηγούνται στους ασθενείς με ηπατίτιδα C, καθώς και κάθε άλλης συναφούς πράξης ή παράλειψης, προγενέστερης ή μεταγενέστερης.

Καταλήγοντας τα μέλη του Προμηθέας επισημαίνουν ότι: «Με τα συγκεκριμένα κριτήρια που επιβάλει το Υπουργείο Υγείας και ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ., καταστρατηγείται το θεμελιώδες δικαίωμα της πρόσβασης στην θεραπεία, για χιλιάδες ασθενείς, αφήνοντας τους χωρίς καμία θεραπευτική επιλογή. Γι αυτό το λόγο κάναμε χρήση των νομίμων μέσων προκειμένου να προστατευθεί το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα των ασθενών που ζουν με ηπατίτιδα C, αλλά και κάθε πολίτη στην υγεία».

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα »

Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2016

Μόνο τρεις χώρες στον κόσμο είχαν πρωτογενές πλεόνασμα μεγαλύτερο από το 5% του ΑΕΠ


19/2/2015

Ελάχιστες χώρες στον κόσμο, που είχαν ειδικές οικονομικές συνθήκες, κατάφεραν να διατηρήσουν πρωτογενές πλεόνασμα μεγαλύτερο από 3% του ΑΕΠ, σύμφωνα με δημοσίευμα του πρακτορείου Bloomberg, το οποίο έχει τίτλο: "Γιατί η Ελλάδα δεν θα μπορέσει ποτέ να αποπληρώσει το χρέος της με λιτότητας".

Το σημερινό μνημόνιο ζητά από την Ελλάδα να διατηρεί πρωτογενή πλεονάσματα 4,5% του ΑΕΠ (αρχής γενομένης από το 2016) για όλη της διάρκεια του προγράμματος, ώστε να επιτευχθεί η σταδιακή μείωση του ελληνικού χρέους που σήμερα φθάνει το 175% του ΑΕΠ.

Υπάρχει μικρή πιθανότητα να είναι αυτό δυνατό, σημειώνει το Bloomebrg:

"Από το 1995, οι χώρες της Ευρωζώνης ως σύνολο είχαν πρωτογενές πλεόνασμα 3,6% μόνο το 2010. Τώρα, οι χώρες της Ευρωζώνης έχουν πρωτογενές πλεόνασμα μικρότερο από το μηδέν (δηλαδή, έχουν πρωτογενές έλλειμμα).

Ακόμη και η Γερμανία πέτυχε πρωτογενές πλεόνασμα 3% του ΑΕΠ μόνο δύο φορές, στο τελευταίο τρίμηνο του 2007 και στο πρώτο τρίμηνο του 2008. Από τα στοιχεία του ΟΟΣΑ για την περίοδο 1980-2010, τα οποία εξέτασε το Ινστιτούτο για την Παγκόσμια Οικονομία του Κιέλου, διαπίστωσε ότι λίγες χώρες του ΟΟΣΑ μπορούσαν να διατηρούν πλεόνασμα πάνω από 3% του ΑΕΠ και σχεδόν καμία δεν μπορούσε να διατηρήσει πλεόνασμα πάνω από 5% του ΑΕΠ".

"Πέρυσι, ο Μπάρι Άιχενγκριν του Πανεπιστημίου Μπέρκλει στην Καλιφόρνια και ο Ούγκο Πανίτσα του Πανεπιστημίου της Γενεύης διαπίστωσαν ότι από το 1974 έως το 2013 μόνο τρεις χώρες είχαν πρωτογενή πλεονάσματα μεγαλύτερα από 5% του ΑΕΠ για περισσότερο από μία δεκαετία: Η Σιγκαπούρη, που είναι ένα νησιωτικό κράτος - πόλη που κυβερνάται από πατερναλιστική ολιγαρχία. Η Νορβηγία που έχει τεράστιο πετρελαικό πλούτο. Και το Βέλγιο τη δεκαετία του 1990, όταν είχε ανάπτυξη. Οι καθηγητές σημειώνουν ότι οι χώρες που έχουν πρωτογενή πλεονάσματα για πολλά χρόνια πιθανότατα έχουν μία ανθηρή οικονομία, την οποία δεν έχει η Ελλάδα".

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα »

Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2016

«Εξαφανίζει» τα διαζύγια η κρίση


24/1/2016

Μαζί, αναγκαστικά, μέχρι να περάσει η κρίση. Αυτό είναι το συμπέρασμα που προκύπτει από τα επίσημα στοιχεία του Πρωτοδικείου της Αθήνας για τους γάμους και τα διαζύγια στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια.

Στα χρόνια της ευμάρειας, τα διαζύγια, είτε συναινετικά είτε κατ' αντιδικία, έπεφταν βροχή... Από το 2008 όμως αρχίζουν να παίρνουν την κατηφόρα, με τους δικαστές και τους δικηγόρους να αποδίδουν το φαινόμενο στην πρωτοφανή κρίση που έχει χτυπήσει την Ελλάδα.

Οι αριθμοί «μιλούν» αφού η μείωση στην κατάθεση δικογράφων στα συναινετικά διαζύγια έχει πέσει σχεδόν στο μισό, ενώ τα κατ' αντιδικία έχουν κυριολεκτικά κατρακυλήσει! Με δύο λόγια, το φαινόμενο Κράμερ εναντίον Κράμερ εξαλείφεται, ενώ τα σύμφωνα συμβίωσης κερδίζουν χρόνο με τον χρόνο ολοένα και περισσότερο έδαφος.

Στο Πρωτοδικείο της Αθήνας κατατέθηκαν το δικαστικό έτος 2008-2009 9.986 αιτήσεις για συναινετικό διαζύγιο, ενώ το 2009-2010 εισήχθησαν 9.721 δικόγραφα.

Ο ίδιος περίπου αριθμός παρέμεινε και το 2010-2011 φθάνοντας τις 9.711 αιτήσεις. Από το 2011 ο αριθμός αρχίζει να μειώνεται: 2011-2012 8.847 αιτήσεις, 2012-2013 8.876, 2013-2014 6.078, ενώ το 2014-2015 έπεσαν στις 7.100. Μάλιστα, το ημερολογιακό έτος 2015 ο αριθμός των αιτήσεων ήταν σαφώς χαμηλότερος, αφού έπεσε στα 5.333 δικόγραφα.

Διπλασιάζονται τα έξοδα διαβίωσης

Η ίδια εικόνα και στα διαζύγια, που δεν εκδίδονται με τη συναίνεση και των δύο συζύγων. «Η αντιδικία γεννάει πολλά δικαστήρια», αναφέρει στο «Εθνος της Κυριακής» ο δικηγόρος Θανάσης Παυλόπουλος.

«Μηνύσεις, ρυθμίσεις επικοινωνίας παιδιών, την επιμέλειά τους, γεγονός που συνεπέγκειται πολλαπλάσια δικαστικά έξοδα, που σε μία περίοδο έντονης οικονομικής ύφεσης, είναι δύσκολο να επιλεγεί ως λύση. Βέβαια, όσοι έχουν χρήματα δεν θα διστάσουν να μπουν σε έναν τέτοιο δικαστικό αγώνα, αλλά αυτοί δεν είναι πλειοψηφία». Οι αριθμοί το αποδεικνύουν, αφού τα διαζύγια με... διαμάχη ολοένα και φθίνουν.

Ο χωρισμός δημιουργεί διπλά έξοδα διαβίωσης, λένε οι δικαστές. Το νοίκι για ένα νέο διαμέρισμα, η καταβολή της διατροφής και τα προσωπικά έξοδα εκείνου που εγκαταλείπει τη συζυγική στέγη, αποτελούν ανασταλτικούς παράγοντες για να κάνει το... μεγάλο βήμα.

«Ακόμη και το κόστος του διαζυγίου αποτελεί πρόβλημα για κάποιον που έχει οικονομική δυσχέρεια» λέει η ίδια πηγή. «Οταν ο μέσος μισθός πλέον για έναν δημόσιο υπάλληλο έχει φθάσει στα 900 ευρώ με τη σύζυγο να παίρνει άλλα τόσα, με δύο παιδιά και πιθανότατα με δάνειο, τότε το διαζύγιο θα πάρει... αναβολή».

Αλλάζουν οι συνήθειες των Ελλήνων: Ούτε παντρεύονται ούτε χωρίζουν όπως παλιά


Στην ίδια γραμμή και οι συμβολαιογράφοι, οι οποίοι έχουν εδώ και καιρό διαπιστώσει ότι η κρίση έχει οδηγήσει τα ζευγάρια να ζουν κάτω από την ίδια στέγη ακόμη και εάν δεν το επιθυμούν.

«Η οικονομική κρίση φαίνεται ότι έχει πλήξει ακόμη και τη διάθεση των Ελλήνων για χωρισμό» λέει ο πρόεδρος του συμβολαιογραφικού συλλόγου της Αθήνας Γ. Ρούσκας. «Από τα στοιχεία που έχουμε, σε πανελλαδικό επίπεδο, η υπογραφή πληρεξουσίων για την έκδοση συναινετικών διαζυγίων είναι μειωμένη σε ποσοστό άνω του 70%. Συνήθως, τα ζευγάρια που συμφωνούσαν ότι δεν μπορούν να προχωρήσουν μαζί τη ζωή τους, παρείχαν πληρεξουσιότητα σε έναν κοινό δικηγόρο (μέσω συμβολαιογράφου) για να φέρει σε πέρας την υπόθεσή τους ενώπιον του δικαστηρίου. Τα τελευταία χρόνια όμως, το φαινόμενο είναι πολύ έντονο. Οι Ελληνες όχι μόνο αποφεύγουν να χωρίσουν, αλλά να προβούν και στην παροχή οποιασδήποτε πληρεξουσιότητας που θα διευκόλυνε κάτι τέτοιο στο μέλλον».

«Το βασικό ερώτημα που θέτουν οι σύζυγοι στον δικηγόρο όταν τον επισκέπτονται για να συζητήσουν ενδεχόμενη διάσταση, είναι πόσο θα κοστίσει η έκδοση του διαζυγίου τους, γεγονός που αποδεικνύει την οικονομική δυστοκία των μέσων νοικοκυριών και ενδεχομένως να αποτελεί ακόμη και κριτήριο για την αναβολή της επικύρωσης της διάστασης των συζύγων με δικαστική απόφαση» λέει ο Θ. Παυλόπουλος. «Οι άνθρωποι δεν παντρεύονται και δεν χωρίζουν όπως στο παρελθόν» σημειώνει η δικηγόρος Π. Λουκάκου.

Η διαμεσολάβηση

«Και οι δύο πόλοι, γάμος-διαζύγιο, βρίσκονται σε χαμηλό σημείο. Ενας χωρισμός αυξάνει τα έξοδα διαβίωσης για εκείνον που αναγκάζεται να μετοικήσει, πόσω δε μάλλον εάν ο ένας από τους δύο συζύγους έχει μείνει άνεργος. Παρατηρείται έτσι η αναγκαστική συμβίωση κάτω από την ίδια στέγη, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, αφού δεν λείπουν οι εντάσεις και πολλές φορές και η βία». Για την κ. Λουκάκου, ένα αποτρεπτικό στοιχείο για το διαζύγιο είναι και το κόστος, απέναντι στο οποίο προβάλλει τον θεσμό της διαμεσολάβησης, που ακόμη δεν έχει περάσει στη νοοτροπία των Ελλήνων αντιδίκων. «Με τη διαμεσολάβηση μπορεί ακόμη και ένα κατ' αντιδικία διαζύγιο να ολοκληρωθεί σε μία ημέρα.

Χωρίς τη δημοσιότητα του ακροατηρίου, χωρίς πολλά δικαστικά έξοδα, και κυρίως χωρίς εντάσεις. Προβλέπεται ήδη στον Ν.3898/2010 αλλά και στον νέο Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας που είναι σε ισχύ από τον νέο χρόνο» καταλήγει, προτείνοντας ανεπιφύλακτα αυτήν τη νέα μορφή εξωδικαστικής επίλυσης της οικογενειακής διαφοράς. Στην περίπτωση της διαμεσολάβησης, αφού συμφωνήσουν οι δύο πλευρές, συντάσσουν ένα πρακτικό, με τη βοήθεια των δικηγόρων, το οποίο κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, σφραγίζεται και αποτελεί δικαστική απόφαση. Για τους δικηγόρους-διαμεσολαβητές αυτή η διαδικασία υποκαθιστά και τις σχέσεις των διαδίκων, οι οποίες φθάνουν στα άκρα σε ένα μη συναινετικό διαζύγιο...

Λιγότεροι θρησκευτικοί γάμοι - Είναι πολλά τα έξοδα
Η οικονομική κρίση όμως φαίνεται ότι προκαλεί και κρίση στον θρησκευτικό γάμο, αφού επιλέγεται μάλλον λιγότερο, με τα νέα ζευγάρια να ξεκινούν τη ζωή τους κάνοντας έναν πολιτικό γάμο, και στη συνέχεια -εάν έρθει ένα παιδί στη ζωή- και θρησκευτικό.

Τα στοιχεία της Αρχιεπισκοπής Αθηνών δείχνουν μία ελαφρά μείωση τα τελευταία χρόνια στον θεσμό του θρησκευτικού γάμου, η οποία αποδίδεται τόσο στα οικονομικά προβλήματα όσο όμως και στις εναλλακτικές μορφές συμβίωσης.

Σύμφωνα με τα βιβλία που τηρεί η Αρχιεπισκοπή Αθηνών, το 2010 έγιναν 3.261 γάμοι, το 2011 2.936, το 2012 2.373, το 2013 2.530, το 2014 2.424, το 2015 2.435, ενώ τη νέα χρονιά έχουν καταγραφεί 123 γάμοι. Η προτίμηση στον πολιτικό γάμο καταγράφηκε το 2013 αφού σε σύνολο 53.105 γάμων, οι θρησκευτικοί ήταν 26.190 και οι πολιτικοί 26.915.

Οι πιο νέες ηλικίες φαίνεται ότι προτιμούν εξαρχής τα σύμφωνα συμβίωσης, τα οποία είναι ιδιαίτερα δημοφιλή αφού ούτε το κόστος του γάμου έχουν, αλλά επιπλέον «λύνονται» και πολύ εύκολα με μία δήλωση στον συμβολαιογράφο.

Οι εργατικές διαφορές

Τα σύμφωνα συμβίωσης αυξήθηκαν κατά 170,7% σε σχέση με το 2013. Για τη χρονική περίοδο από το 2009 (πρώτο έτος εφαρμογής τους) έως το 2014, τα σύμφωνα συμβίωσης ανήλθαν κατ' έτος σε 161, 180, 185, 314, 581 και 1.573 αντίστοιχα, δηλαδή καταγράφηκαν συνολικά 2.994 σύμφωνα συμβίωσης στο σύνολο της χώρας.

Η δύσκολη δημοσιονομική κατάσταση χώρας, αλλά και των κατοίκων της δεν αντικατοπτρίζεται μόνο στις οικογενειακές διαφορές αλλά και σε πολλές άλλες διαδικασίες που επιλύονται στα δικαστήρια. Οι αγωγές που κατατίθενται παρουσιάζουν αισθητή μείωση τόσο στα ασφαλιστικά μέτρα όσο και στις κύριες αγωγές.

«Οι πολίτες έχουν απαιτήσεις αλλά δεν μπορούν να μπουν αυτή τη στιγμή σε δικαστικό αγώνα. Ακόμη και στις εργατικές διαφορές φαίνεται ότι ο εργαζόμενος διστάζει να αναζητήσει το δίκιο του», λέει δικαστική πηγή. Και τα στοιχεία την επιβεβαιώνουν αφού το 2010 τα δικόγραφα που είχαν κατατεθεί έφταναν τα 8.650 και τον Οκτώβριο του 2015, στην ίδια διαδικασία έφταναν μόλις τα 3.441.

Ρωτούν για την αμοιβή του δικηγόρου

«Το βασικό ερώτημα που θέτουν οι σύζυγοι στον δικηγόρο όταν τον επισκέπτονται για να συζητήσουν ενδεχόμενη διάσταση είναι πόσο θα κοστίσει η έκδοση του διαζυγίου τους, γεγονός που αποδεικνύει την οικονομική δυστοκία των μέσων νοικοκυριών» λέει ο Θ. Παυλόπουλος.

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα »

Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2015

Το ΔΝΤ ομολογεί την αποτυχία του στην Ελλάδα


17/12/2015

Για πρώτη φορά το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο αποδέχεται ότι έκανε λάθη και παραλείψεις στο λεγόμενο ελληνικό πρόγραμμα, που εγκρίθηκε τον Μάιο του 2010 χωρίς να περιλαμβάνει, ως όφειλε, την αναδιάρθρωση του χρέους για να επιβεβαιώνεται η βιωσιμότητά του.

Το ΔΣ του Ταμείου ενέκρινε στις 7 Δεκεμβρίου έκθεση, η οποία δόθηκε σήμερα στη δημοσιότητα, και με βάση την οποία θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι εμμέσως πλην σαφώς αδειάζει όσους αναμείχθηκαν στην «κατασκευή» του προγράμματος για την Ελλάδα. Στην έκθεση δεν αποδίδονται ευθύνες, κάτι που αναμένεται να κάνει η ανεξάρτητη επιτροπή που ερευνά το θέμα, ειδικά για την αναδιάρθρωση, που, όπως τονίζεται, πολλαπλασίασε τις δυσκολίες για την Ελλάδα.

Το ΔΣ υπογράμμισε πως αναμένει την έκθεση του Ανεξάρτητου Γραφείου Αξιολόγησης (ΙΕΟ) του ΔΝΤ για τον ρόλο των στελεχών του στην κρίση της Ευρωζώνης, η οποία όμως θα καθυστερήσει έπειτα από απαίτηση του Πολ Τόμσεν με τη δικαιολογία ότι «ακόμα το πρόγραμμα τρέχει».

Η Γερμανία
Αναφορικά με την αναδιάρθρωση του χρέους, που ήταν απαραίτητη το 2010, αλλά δεν ζητήθηκε από την τότε ελληνική κυβέρνηση, έπειτα από απαίτηση των Γερμανών και των δορυφόρων τους, η έκθεση αναφέρει ότι δεν πραγματοποιήθηκε λόγω του φόβου διάχυσης της κρίσης αλλά και της έκθεσης των ευρωπαϊκών τραπεζών στο χρέος της Ελλάδα. Ηταν συστημική εξαίρεση, τονίζεται, αν και με την τότε απόφαση παραβιάστηκε «βάναυσα» το καταστατικό του ΔΝΤ.

Μόνο όταν ανέλαβε η ΕΚΤ τη δέσμευση να κάνει ό,τι απαιτείται για να διασωθεί η ζώνη του ευρώ και αφού πέρασαν δύο χρόνια αβεβαιότητας, άρχισε να αποκτάται ξανά η εμπιστοσύνη στην Ευρωζώνη, αναφέρεται στην έκθεση. Συγκεκριμένα τονίζεται:

Συνολικά η εμπειρία αποκαλύπτει τα προβλήματα που παρουσιάζουν τα προγράμματα που υποστηρίζει το Ταμείο, όταν η βιωσιμότητα του χρέους δεν είναι εξασφαλισμένη εκ των προτέρων. Οταν έγινε τελικά η αναδιάρθρωση του χρέους ήταν πολύ αργά και αυτή απεδείχθη πολύ λίγη. Οταν τελικά αποφασίσθηκε η αναδιάρθρωση του χρέους του ιδιωτικού τομέα (PSI), το «κούρεμα» ήταν μεγάλο για τους πιστωτές σε σύγκριση με άλλες περιπτώσεις, αλλά την ίδια στιγμή είχαν αυξηθεί και οι πιθανότητες να αποδειχθεί ανεπαρκές για να αποκαταστήσει τη βιωσιμότητα του χρέους.

Απαντώντας σε ερώτηση για την ελληνική υπόθεση, ο αναπληρωτής διευθυντής, Στρατηγικής και Πολιτικής του ΔΝΤ Βίβεκ Αρόρα δήλωσε ότι σε κάποιες χώρες όπως η Ελλάδα η ταχεία δημοσιονομική προσαρμογή ήταν αναπόφευκτη.

Μιλώντας για την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους εμμέσως παραδέχθηκε ότι ήταν επιβεβλημένη το 2010. Αποτελεί ερώτημα, είπε, εάν ήταν εφικτή, αλλά και επιθυμητή εκείνη την περίοδο. Δεν υπήρχε «δίχτυ προστασίας» της Ευρωζώνης και ήταν μεγάλη η ανησυχία ότι η αναδιάρθρωση θα οδηγούσε σε σοβαρή μετάδοση της κρίσης στην Ευρωζώνη, υποστήριξε ο κ. Αρόρα.

Για τα Προγράμματα του 2010 επί κυβέρνησης Παπανδρέου και του 2012 επί κυβέρνησης Παπαδήμου, το ΔΝΤ παραδέχεται ότι η εσωτερική υποτίμηση μέσω των μεταρρυθμίσεων στις αγορές εργασίας και προϊόντων ήταν ο βασικός στόχος. Για τον σκοπό αυτό αποφάσισαν μέτρα όπως η μείωση των ονομαστικών μισθών και επιδομάτων στο Δημόσιο, η μείωση των κατώτατων αποδοχών, η μεταρρύθμιση του συστήματος συλλογικών διαπραγματεύσεων, η προώθηση των αποκρατικοποιήσεων, η μείωση της γραφειοκρατίας και η προώθηση του ανταγωνισμού. Εκ του αποτελέσματος φαίνεται ότι όλοι οι σχεδιασμοί απέτυχαν.

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα »

Δευτέρα 7 Δεκεμβρίου 2015

Το ΔΝΤ και τα αποτελέσματα της εσωτερικής υποτίμησης στην ευρωζώνη


3/12/2015

 Ερευνητές του ΔΝΤ δημοσιοποίησαν ερευνητική εργασία [1] στην οποία διερευνούν την αποτελεσματικότητα της εσωτερικής υποτίμησης στην ευρωζώνη.

Το κύριο συμπέρασμα που συνάγεται από αυτή την εργασία, εάν χτυπηθούν ταυτόχρονα χώρες από την κρίση , η πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης (μείωση των ονομαστικών μισθών) μπορεί να είναι αποτελεσματική , μόνο αν συνοδευθεί από ανάλογα επεκτατική νομισματική πολιτική. Σε περίπτωση απουσίας τέτοιου είδους νομισματικής πολιτικής , η εσωτερική υποτίμηση  (μείωση των ονομαστικών μισθών) θα προκαλέσει μείωση του ΑΕΠ στις συγκεκριμένες χώρες και στη συνέχεια σε ολόκληρη την νομισματική περιοχής της ευρωζώνης.

Για να είμαστε ακριβείς, σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μελέτης, υπάρχει ο εξής επιμέρους διαχωρισμός :
- Αν υπάρχει μόνο μια χώρα που χτυπήθηκε από την κρίση ,τότε η εσωτερική υποτίμηση , θα προκαλέσει ανεξαρτήτως της νομισματικής πολιτικής , αύξηση του ΑΕΠ  της χώρας και αύξηση του συνολικού ΑΕΠ της ευρωζώνης.
- Αν υπάρξουν περισσότερες χώρες , με συνολικό ΑΕΠ μεγαλύτερο του 30,0% της ευρωζώνης , τότε η εσωτερική υποτίμηση για να έχει θετικά αποτελέσματα και στις συγκεκριμένες χώρες όσο και συνολικά στην ευρωζώνη τότε απαιτείται άσκηση επεκτατικής νομισματικής πολιτικής τουλάχιστον ίσης (ως %) με την μείωση των μισθών. Τούτο , σύμφωνα με τους ερευνητές, επειδή η μείωση των επιτοκίων που θα επιφέρει η επεκτατική νομισματική πολιτική της ΚΤ, θα συμψηφίσει τις απώλειες του ΑΕΠ που θα επιφέρει η εσωτερική υποτίμηση , με την άνοδο του ΑΕΠ σε άλλες χώρες (μείωση του επιτοκίου άρα αύξηση των επενδύσεων και διαρκών καταναλωτικών αγαθών).
- Οι ερευνητές παρουσιάζουν τα αποτελέσματά τους στην παρακάτω Γραφική παράσταση .  Χωρίς επεκτατική νομισματική πολιτική τα αποτελέσματα δείχνονται από την γαλάζια γραμμή. Με επεκτατική προσαρμοστική νομισματική πολιτική τα αποτελέσματα αντιπροσωπεύονται από την διακεκομμένη κίτρινη γραμμή. Και η μωβ γραμμή δείχνει τα αποτελέσματα αν εφαρμοστούν οι περίφημες «μεταρρυθμίσεις» του ΔΝΤ.


Το  πρώτο συμπέρασμα - μάθημα σύμφωνα με τους ερευνητές του  ΔΝΤ είναι εντελώς καθαρό : « Οι νομισματικές πολιτικές πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους τις αρνητικές επιδράσεις της μείωσης των μισθών στο ΑΕΠ αλλά και την μείωση του πληθωρισμού. Η μείωση των μισθών μπορεί να αυξήσει την εξωτερική ανταγωνιστικότητα και τις καθαρές εξαγωγές. Μα ταυτόχρονα προκαλούν αρνητικές πιέσεις στο ΑΕΠ (μέσω της εγχώριας ζήτησης) προκαλώντας υψηλότερα πραγματικά επιτόκια». Εκτός αυτού συμπληρώνουμε εμείς σε χώρες με υψηλά χρέη αυτά  αυξάνονται περαιτέρω (δες Ιρλανδία, Πορτογαλία, Ελλάδα, Κύπρος κτλ) με αποτέλεσμα τη περαιτέρω μεγέθυνση  της αδυναμίας αποπληρωμής τους.

Το δεύτερο συμπέρασμα - μάθημα είναι επίσης καθαρό: « το καθαρό αποτέλεσμα της μείωσης των μισθών σε μια οικονομία που έχει χτυπηθεί από την κρίση είναι θετικό , αλλά αυτό το αποτέλεσμα μειώνεται αν όλες οι οικονομίες ακολουθούν την ίδια πολιτική». Δεν χρειάζεται κανείς να είναι οικονομολόγος για να απαντήσει στο γιατί; Όμως η ευρωζώνη υπέστη αυτή την πολιτική.
Τα ερωτήματα  που προκύπτουν  αβίαστα, από έναν μαθητή που παρακολουθεί προσεκτικά το μάθημά του  , στην προκειμένη περίπτωση,  είναι τα ακόλουθα: αν η ποσοτική χαλάρωση (επεκτατική νομισματική πολιτική) προηγούνταν της μείωσης των ονομαστικών μισθών  και ελάμβανε χώρα στην αρχή της κρίσης της ευρωζώνης  (θυμάστε όλοι των αλήστου μνήμης κεντρικό τραπεζίτη  Ζαν Κλωντ Τρισέ  ο οποίος εν μέσω παγκόσμιας οικονομικής κρίσης αύξανε τα επιτόκια )  όπως έκαναν οι ΗΠΑ, η ΜΒ κτλ,  ποια θα ήταν τα αποτελέσματα;  Και ακόμη στην περίπτωση αυτή θα ήταν αναγκαία η μείωση των ονομαστικών μισθών;  Όμως θα επανέλθουμε για την απάντηση.

[1] Jorg Decressin, Raphael Espinoza, Ioannis Halikias, Daniel Leigh, Prakash Loungani, Paulo Medas, Susanna Mursula, Martin Schindler, Antonio Spilimbergo, and TengTeng Xu Wage : Moderation in Crises. Policy Considerations and Applications to the Euro Area. Policy Considerations and Applications to the Euro Area, November 2015

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα »

Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2015

Σύνδεση εθνικής σύνταξης με ρήτρα ανάπτυξης


29/10/2015

 Η σύνδεση της εθνικής σύνταξης με ρήτρα ανάπτυξης περιλαμβάνεται στους κυβερνητικούς σχεδιασμούς για το Ασφαλιστικό, προκειμένου να ενισχυθούν αφενός τα αναδιανεμητικά στοιχεία της επικείμενης μεταρρύθμισης και αφετέρου η ασφαλιστική συνείδηση, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τους νέους ασφαλισμένους.

Ταυτόχρονα το υπουργείο Εργασίας μπαίνοντας από την ερχόμενη εβδομάδα στην τελική ευθεία διατύπωσης της πρότασης έχει διαμορφώσει τις τρεις βασικές αρχές που θα διέπουν το νέο ασφαλιστικό σύστημα. Σύμφωνα με πληροφορίες, η καθιέρωση της εθνικής σύνταξης θα είναι για όλους, δηλαδή δεν θα υπάρχουν εξαιρέσεις, ανάλογα π.χ. με εισοδηματικά κριτήρια, ενώ θα συνοδεύεται από ρήτρα ανάπτυξης. Σε αυτό το ποσό (θα ξεκινάει από 392 ευρώ) θα προστίθεται το ανταποδοτικό κομμάτι των εισφορών κάθε ασφαλισμένου, ενώ δεν έχει ακόμα αποφασιστεί αν οι επικουρικές συντάξεις θα συγχωνευτούν στο νέο Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης ή θα συνεχίσουν να αποτελούν ξεχωριστό κομμάτι.

Η κυβέρνηση και το υπουργείο Εργασίας συνεχίζουν την αναζήτηση πόρων ύψους 900 εκατ. ευρώ προκειμένου να κλείσει η "τρύπα" των 2,3 δις μέχρι το τέλος του 2016. Σε αυτή την κατεύθυνση εξετάζονται η αύξηση των εργοδοτικών εισφορών, η διασύνδεση ενός μέρους της γενικής φορολογίας απευθείας με τη χρηματοδότηση των ελλειμμάτων των ταμείων, αλλά και η μεταφορά εσόδων από τις αποκρατικοποιήσεις προς το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης.

Αναλυτικά, εξετάζεται η μερική ή ακόμη και ολική επαναφορά των εργοδοτικών εισφορών στο ύψος που ήταν το 2012, όταν και εφαρμόστηκε η πρώτη περικοπή της τάξης της 1,1 ποσοστιαίας μονάδας (το 2014 ακολούθησε και νέα περικοπή 3,9 μονάδων, 2,9 από τις εισφορές των εργοδοτών και 1,1 από αυτές των εργαζομένων) με συνολική απώλεια μόνο για το ΙΚΑ 1 δις ευρώ. Υπολογίζεται ότι τυχόν επαναφορά των εισφορών στα επίπεδα του 2012 θα τροφοδοτήσει το σύστημα με περίπου 450 εκατ. ευρώ, ωστόσο πηγές του υπουργείου Εργασίας, εκτιμούν ότι οι δανειστές δεν πρόκειται να δεχθούν μια τέτοια ρύθμιση με το πρόσχημα ότι επιβαρύνεται η ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων.

Αναζητώντας έτσι άλλες πηγές ενίσχυσης των εσόδων των ασφαλιστικών ταμείων, στο τραπέζι έχουν πέσει προτάσεις που σχετίζονται με τη μεταφορά εσόδων από τις ιδιωτικοποιήσεις. Σύμφωνα με τους στόχους του ΤΑΙΠΕΔ το 2016 θα υπάρξουν έσοδα τουλάχιστον 2 δις ευρώ από τις αποκρατικοποιήσεις των περιφερειακών αεροδρομίων και του ΟΛΠ και σύμφωνα με τις προβλέψεις της συμφωνίας όροι που αντιστοιχούν στο 25% θα μπορούσαν να μεταφερθούν στα ασφαλιστικά ταμεία. Τέλος εξετάζεται η αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας των ασφαλιστικών ταμείων. Σύμφωνα με κυβερνητικούς παράγοντες έχουν ωριμάσει οι συνθήκες ώστε να προχωρήσει η επαγγελματική διαχείριση της μεγάλης λιμνάζουσας ακίνητης περιουσίας, που διαθέτουν τα ασφαλιστικά ταμεία, η αντικειμενική αξία της οποίας εκτιμάται σε 1,4 δις ευρώ.

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα »

Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2015

ΣΕΒ: Η εσωτερική υποτίμηση επέφερε μείωση μισθών και ανεργία


1/10/2015

Απέτυχε να αυξήσει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας

Την αποτυχία της συνταγής της «εσωτερικής υποτίμησης», όπως εφαρμόστηκε στην πράξη να αυξήσει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και να φέρει την επιθυμητή παραγωγική ανασυγκρότηση, επισημαίνει ο ΣΕΒ. «Απλά, οδήγησε σε μειωμένη απασχόληση και μειωμένες αποδοχές» τονίζει.

Ο ΣΕΒ υπογραμμίζει και πάλι την ανάγκη αύξησης των επενδύσεων, κυρίως, στη βιομηχανία, οι οποίες παράγουν υψηλότερη προστιθέμενη αξία ανά απασχολούμενο από κάθε άλλο παραγωγικό κλάδο και ταυτόχρονα δημιουργούν συνθήκες απεξάρτησης από τις εισαγωγές.

Ειδικότερα όπως αναφέρεται στο εβδομαδιαίο δελτίο οικονομικών εξελίξεων του ΣΕΒ ««η "εσωτερική υποτίμηση" που υποτίθεται θα ενθάρρυνε την αύξηση της ανταγωνιστικότητας της "Ελλάδας που παράγει", όπως εφαρμόστηκε στην πράξη, ακυρώθηκε από την αυξημένη και παρατεταμένη αβεβαιότητα και χρηματοδοτική ασφυξία και δεν οδήγησε, μετά από πέντε χρόνια, στην επιθυμητή ισχυρή παραγωγική ανασυγκρότηση με μια εμφανή στροφή σε παραγωγικές και υψηλής προστιθέμενης αξίας δραστηριότητες. Απλά, οδήγησε σε μειωμένη απασχόληση και μειωμένες αποδοχές».

Σύμφωνα με τα σχετικά στοιχεία, η ετήσια αποζημίωση ανά μισθωτό στην Ελλάδα ήταν, το 2014, 35% χαμηλότερη του μέσου όρου της ΕΕ-28, ενώ η μέση ακαθάριστη προστιθέμενη αξία ανά απασχολούμενο είναι 27% χαμηλότερη.

Ο ΣΕΒ υπογραμμίζει και πάλι την ανάγκη αύξησης των επενδύσεων, κυρίως, στη βιομηχανία, οι οποίες, σύμφωνα με τον ΣΕΒ, παράγουν υψηλότερη προστιθέμενη αξία ανά απασχολούμενο από κάθε άλλο παραγωγικό κλάδο και, ταυτόχρονα, δημιουργούν συνθήκες απεξάρτησης από τις εισαγωγές που εγκλωβίζουν οικονομικούς πόρους σε χαμηλής προστιθέμενης αξίας δραστηριότητες.

Αναφορικά με τις οικονομικές εξελίξεις, ο ΣΕΒ σημειώνει ότι:
  • Η βελτίωση του οικονομικού κλίματος τον Σεπτέμβριο οφείλεται στη βελτίωση των επιχειρηματικών προσδοκιών σε όλους τους κλάδους, μετά την επίτευξη συμφωνίας με τους εταίρους και την υποχώρηση της ακραίας αβεβαιότητας που επικρατούσε, ειδικά, κατά τον Ιούλιο και Αύγουστο, λόγω και των capital controls. Οι καταναλωτικές προσδοκίες, όμως, παραμένουν στάσιμες.
  • Η καλή πορεία των εσόδων από φόρο εισοδήματος και ΦΠΑ, μεταξύ άλλων, τον Αύγουστο καλύπτει μερικώς την υστέρηση εσόδων των προηγούμενων μηνών. Η υστέρηση εσόδων εξακολουθεί να ισοσκελίζεται από τη συγκράτηση των δαπανών, ώστε το κράτος να είναι σε θέση να καταβάλλει τις ανελαστικές δαπάνες για μισθούς και συντάξεις, αποστερώντας όμως, έτσι, την σχετική ρευστότητα από την οικονομία.
  • Η αύξηση των καταθέσεων το μήνα Αύγουστο οφείλεται στις επιχειρήσεις, που εισπράττουν όλο και μεγαλύτερο μέρος των εσόδων τους με τη μορφή ηλεκτρονικών πληρωμών. Η αύξηση αυτή αντισταθμίζει τη μείωση των καταθέσεων στα νοικοκυριά, που συνεχίζουν να αποσύρουν καταθέσεις εντός των ορίων αναλήψεων, λόγω και των υψηλότερων υποχρεώσεων για την πληρωμή φόρων τον Αύγουστο.
  • Η έκθεση για την παγκόσμια ανταγωνιστικότητα του World Economic Forum για το 2015-2016 καταγράφει την Ελλάδα σταθερά στην 81η θέση, όπως και πέρυσι, ανάμεσα σε 140 χώρες. Η εξέλιξη των δεικτών του WEF καταγράφει από το 2012 βελτίωση σε αρκετές παραμέτρους ανταγωνιστικότητας, ως επακόλουθο των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που άρχισαν να υλοποιούνται, με τις μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας να είναι οι πιο εμφανείς. Δυστυχώς, οι επιπτώσεις της αβεβαιότητας στην οικονομία και το χρηματοπιστωτικό σύστημα έχουν ακυρώσει στην πράξη τα οφέλη που θα μπορούσε να προσδοκά η χώρα από τις μεταρρυθμίσεις αυτές. Επιπλέον, σε πολλές περιπτώσεις, αυτή η τάση βελτίωσης έχει την προηγούμενη χρονιά ανακοπεί, λόγω της στασιμότητας που σημειώθηκε στο κυβερνητικό έργο επί έναν και πλέον χρόνο.
Πηγή
Διαβάστε περισσότερα »

Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2014

What devaluation actually means



12/2/2013

By Buttonwood

The opening paragraph of Bloomberg's news story on Venezuela's currency move is a classic example of what devaluation actually means.

''Venezuelans lined up to purchase airline tickets and TVs this weekend in a bid to protect themselves from price increases after ailing President Hugo Chavez devalued the bolivar for a fifth time in nine years.''

The official rate is falling from 4.3 to the dollar to 6.3; a 32% devaluation. Foreign goods will cost more. In other words, a devaluation is a decline in the country's standard of living. Traditionally, it is a tool used by a desperate government with a poor economic policy. Venezuela, despite its oil wealth, has a 22% inflation rate, even before the latest move. Sometimes countries get trapped in a dismal cycle in which high inflation causes the country's exports to be uncompetitive, prompting a devaluation that only leads to more inflation and so on.

Competitiveness is usually only restored by a decline in real wages. This can be achieved by having nominal wages fall while the exchange rate is unchanged (call it plan A), or by having wages fail to adjust to the inflationary effects of a devaluation (plan B). Either way, we come back to a standard of living decline.

Traditionally, central banks saw themselves as guardians of the currency and preferred plan A to plan B. Nowadays, they seem more relaxed about a currency's decline, witness the Bank of England's insouciance as sterling fell in 2007 and 2008 (see chart).

And that brings us to Japan. The G7 came out with a careful statement this week that said:

''We, the G7 Ministers and Governors, reaffirm our longstanding commitment to market determined exchange rates and to consult closely in regard to actions in foreign exchange markets. We reaffirm that our fiscal and monetary policies have been and will remain oriented towards meeting our respective domestic objectives using domestic instruments, and that we will not target exchange rates. We are agreed that excessive volatility and disorderly movements in exchange rates can have adverse implications for economic and financial stability. We will continue to consult closely on exchange markets and cooperate as appropriate''

Of course, Japan's domestic target is to get the inflation rate up, and the real interest rate down. With interest rates already at zero and with a long history of fiscal stimulus that has driven gross Japanese government debt up to 200% of GDP, a weaker currency might be the best way in practice of getting inflation higher. Mr Chavez has shown the way. Other governments don't seem to mind as long as the yen doesn't fall too fast and the Japanese don't say they are trying to weaken their currency. Or as Chris Turner, the head of FX strategy at ING, put it ''It's fine to devalue, just don't talk about it''.

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα »

Τρίτη 28 Οκτωβρίου 2014

Η αναπόφευκτη «εσωτερική υποτίμηση»


Από τον Δημήτρη Α. Ιωάννου

Πόση λογική άραγε θα είχε το να ανοίξει κάποιος, εν πτήσει, την πόρτα και να πηδήσει στο κενό, χωρίς αλεξίπτωτο, επειδή θυμήθηκε πως μπήκε σε λάθος αεροπλάνο; Προφανώς καμία. Και όμως. Αυτό περίπου είναι που προτείνουν όσοι υποστηρίζουν την ανάγκη επιστροφής της χώρας στη δραχμή «επειδή η συμμετοχή στην ευρωζώνη υπήρξε λάθος». Και το ίδιο επίσης ουσιαστικά προωθούν εκείνοι που, ακόμη και αν δεν μιλούν για τη δραχμή, θέλουν μία «διαφορετική πολιτική» αντιμετώπισης της κρίσης, ένα «διαφορετικό μίγμα» ή μία «αναδιαπραγμάτευση» με τους δανειστές. Πολιτικές οι οποίες εάν εφαρμόζονταν κιόλας, εκτός από το να λέγονται, θα εξακόντιζαν τα ελλείμματα σε στρατοσφαιρικά ύψη και θα οδηγούσαν με μαθηματική ακρίβεια στην πτώχευση και στο εθνικό νόμισμα.

Μόνο που η έξοδος από την ΟΝΕ, στις παρούσες συνθήκες, θα ήταν ένα πρωτοφανές εγχείρημα που προηγούμενό του δεν υπάρχει στην Ιστορία: μία χρεοκοπημένη οικονομία θα εκβαλλόταν από μία νομισματική ένωση και θα αναγκαζόταν να εισαγάγει εκ του μηδενός ένα εθνικό νόμισμα, του οποίου κανείς δεν θα μπορούσε να εκτιμήσει την εξωτερική αξία (ή, ακριβέστερα: τον ρυθμό μείωσης της εξωτερικής του αξίας), και γι’ αυτό κανείς δεν θα ήθελε να το διακρατεί. Και λέμε ότι δεν υφίσταται κανένα ιστορικό προηγούμενο, αφού λ.χ. η Αργεντινή και η Ρωσία όταν χρεοκόπησαν τη δεκαετία του 1990 είχαν δικό τους νόμισμα και συνέχισαν με αυτό, απλώς υποτιμώντας την εξωτερική του ισοτιμία. Οι χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, που ξαφνικά βρέθηκαν χωρίς να έχουν πλέον για νόμισμά τους το ρούβλι, υπέστησαν μεν κλονισμούς έως ότου εισαγάγουν το δικό τους εθνικό μέσο πληρωμών, αλλά σχετικά γρήγορα ισορρόπησαν· και τούτο διότι, παρά το γεγονός της κοινωνικοοικονομικής τους αποδιάρθρωσης, μπορούσαν να επιβιώσουν ανταλλάσσοντας προϊόντα με τις άλλες πρώην Σοβιετικές οικονομίες για να καλύψουν τις, ούτως ή άλλως, στοιχειώδεις ανάγκες τους (ενώ είχαν και μηδενικό εξωτερικό χρέος).

Η Ελλάδα, αντιθέτως, θα είναι μία μοναδική περίπτωση «μετάβασης υπό χρεοκοπία» που θα την εξετάζουν για δεκαετίες μετά οι ιστορικοί (δίκην ιατροδικαστού). Θα αναγκασθεί να δημιουργήσει ένα νόμισμα εκ του μηδενός, την ίδια στιγμή που δεν θα είναι σε θέση να έχει συναλλαγές εξωτερικού εμπορίου λόγω πτώχευσης. Το μόνο, κατά κάποιο τρόπο, ιστορικό ανάλογο που θα ήταν δυνατόν να βρεθεί είναι και πάλι ελληνικό και προέρχεται από την εμπειρία της περιόδου 1944-1953. Όπως και τότε έτσι και σήμερα ο αντιπραγματισμός και η χρυσοφιλία θα αντικαθιστούσαν την εγχρήματη οικονομία, ενώ κάθε ουσιαστική παραγωγική δραστηριότητα θα απονεκρωνόταν και κάθε επένδυση θα ήταν πρακτικά ανέφικτη. Με μία σημαντική διαφορά: στη σημερινή περίπτωση θα έλειπε –πλέον– η εξωτερική βοήθεια (του «σχεδίου Μάρσαλ» ή του επικατάρατου «Μνημονίου»). Αντί μίας παρόμοιας αυτοκτονικής επιλογής, λοιπόν, η λογική επιτάσσει ότι η Ελλάδα πρέπει να αγωνιστεί για να παραμείνει στο ευρώ, και να προσεύχεται παράλληλα να συνεχίσει να υφίσταται και η ευρωζώνη.

Η απειλή του χάους, όμως, που ορθώνεται μπροστά στη χώρα σε περίπτωση «επιστροφής» στη δραχμή, σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να συσκοτίζει την άλλη όψη του νομίσματος, δηλαδή τη συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι η συμμετοχή της ελληνικής οικονομίας στην ευρωζώνη θεωρώ ότι υπήρξε πλήρως λανθασμένη ως στρατηγική επιλογή. Στην επιδίωξη δύο αφηρημένων και επισφαλών στόχων εγκαταλείφθηκαν μηχανισμοί και δικλίδες ασφαλείας με νευραλγική σημασία για την ελληνική κοινωνία και οικονομία. Τα δύο μείζονα οφέλη τα οποία υποτίθεται πως θα προσποριζόταν η Ελλάδα ήταν το πρώτο μεν πολιτικό, δηλαδή η περίφημη συμμετοχή της στον «σκληρό πυρήνα» της Ευρώπης, το δεύτερο δε οικονομικό, δηλαδή η εμπέδωση συνθηκών χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, και η συνεπαγόμενη επάρκεια κεφαλαίων και αναβάθμιση του αναπτυξιακού της δυναμικού. Μόνο που, φευ, η εμπειρία απέδειξε ότι οι προσδοκίες αποτελούσαν φενάκη: στον πραγματικό «σκληρό πυρήνα» της Ευρώπης συμμετέχουν αποκλειστικά όσες χώρες το δικαιούνται τοις πράγμασι, δηλαδή όσες διαθέτουν σταθερότητα και πολιτικοοικονομική ρώμη, και όχι όσες δεν έχουν να προσάγουν παρά αστάθεια, αδολεσχία και κουτοπονηριά. Όσο για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, αυτή πρέπει να εκκινεί από το εσωτερικό της εθνικής οικονομίας και να στηρίζεται σ’ αυτό, και δεν είναι δυνατόν να εισαχθεί από το εξωτερικό.

Έναντι όμως αυτών των κατά φαντασίαν ωφελημάτων η χώρα απεκδύθηκε τα στρατηγικά εκείνα εργαλεία οικονομικής πολιτικής που εμπόδιζαν την κατάρρευση της οικονομικής της δομής.

– Στερήθηκε τη δυνατότητα ευέλικτης συναλλαγματικής πολιτικής μέσω ενός εθνικού νομισματικού συστήματος. Σε καθεστώς «δραχμής» η αναπόφευκτη υποτίμηση της εξωτερικής της αξίας θα ανέκοπτε κάθε τυχόν τάση κατάρρευσης της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, όπως αυτή που παρατηρήθηκε στη δεκαετία 1999-2009. Επίσης, κάθε εγκληματική πολιτική υπερχρέωσης του δημόσιου τομέα, για μικροπολιτικούς λόγους, δεν θα ήταν εφικτή, πέραν ενός ορίου, διότι θα την ακύρωναν οι ισχυρότατες υποτιμητικές πιέσεις επί του εθνικού νομίσματος.

– Στερήθηκε τη δυνατότητα να ασκεί νομισματική πολιτική που να αντιστοιχεί στον «κύκλο» της ελληνικής οικονομίας. Η νομισματική πολιτική της ΕΚΤ στην κρίσιμη δεκαετία, ακολουθώντας τον κανόνα one size fits all, μοιραία ήταν προσαρμοσμένη στις ανάγκες των οικονομιών της Βόρειας Ευρώπης. Τα αρνητικά πραγματικά επιτόκια που αυτό επέβαλε στην ελληνική οικονομία την παρώθησαν να λειτουργεί σε διαρκείς συνθήκες «υπερθέρμανσης», η οποία ήταν και η αιτία της έξαρσης και διόγκωσης των διαρθρωτικών της προβλημάτων, από τα οποία θα υποφέρει για πολλά χρόνια στο μέλλον.

– Επίσης (αν και αυτό δεν προβλεπόταν θεωρητικά), ευρισκόμενη σε συνθήκες δημοσιονομικής χρεοκοπίας, η Ελλάδα στερήθηκε και τη δυνατότητα άσκησης δημοσιονομικής πολιτικής, με την έννοια ότι δεν είναι σήμερα σε θέση να υιοθετήσει τη λύση έσχατης ανάγκης των υπερχρεωμένων χωρών, δηλαδή την νομισματοποίηση του χρέους.

Πέραν δε αυτών η ελληνική οικονομία με την εισδοχή της στην ευρωζώνη επέβαλε στον εαυτό της μία μόνιμη διαρθρωτική δυσπλασία: από τη στιγμή που απέκτησε κοινό νόμισμα με τις πιο παραγωγικές οικονομίες της Βόρειας Ευρώπης, εσωτερίκευσε μία συγκεκριμένη σχέση στις τιμές μεταξύ των προϊόντων του διεθνώς ανταγωνιστικού τομέα, εκείνου δηλαδή που παράγει για τη διεθνή αγορά υπό τον αδήριτο περιορισμό της ενιαίας τιμής («ίδια τιμή για ίδιο προϊόν»), και των τομέων όπου η τιμή των προϊόντων τους, επειδή παράγονται και διακινούνται μόνον εγχωρίως, μακριά από τις πιέσεις του διεθνούς ανταγωνισμού, διαμορφώνεται στο εσωτερικό της χώρας. Αυτό δημιουργεί ένα βασικό πρόβλημα ισορροπίας και ευστάθειας της ελληνικής οικονομίας: εφόσον το νόμισμα είναι, και παραμένει, κοινό, κάθε φορά που η αύξηση στο επίπεδο των ονομαστικών τιμών στην Ελλάδα θα υπερβαίνει τον πληθωρισμό στις άλλες χώρες της νομισματικής ένωσης, θα υπάρχουν ισχυρές ροπές στην οικονομία για μεταφορά παραγωγικών πόρων από τον μη προστατευμένο, ανταγωνιστικό τομέα των «διεθνώς εμπορευσίμων» αγαθών (που δεν μπορεί να αυξήσει τις τιμές του σε εθνικό επίπεδο), στον προστατευμένο τομέα των «διεθνώς μη εμπορευσίμων» αγαθών, όπου οι αυξανόμενες τιμές προσφέρουν μεγαλύτερο περιθώριο κέρδους. Έτσι, χωρίς να έχει υπάρξει καμία αλλαγή στα επίπεδα παραγωγικότητας των δύο τομέων, οι «όροι εμπορίου» μεταξύ τους θα έχουν επιδεινωθεί εις βάρος του παραγωγικού τομέα, καθαρά για νομισματικούς λόγους. Αυτό είναι καταστροφικό για την μακροχρόνια ανάπτυξη, διότι ο προστατευμένος τομέας της οικονομίας (δηλαδή το κράτος, οι οικοδομές, το εμπόριο και οι υπόλοιπες υπηρεσίες) χαρακτηρίζεται από στασιμότητα της παραγωγικότητάς του, ενώ παράλληλα η υπερδιόγκωσή του, εις βάρος του ανταγωνιστικού τομέα, δημιουργεί ροπές για αύξηση των εξωτερικών ελλειμμάτων αφού η συρρίκνωση του τελευταίου επιτρέπει όλο και λιγότερο την κάλυψη της ζήτησης «διεθνώς εμπορευσίμων» από την εγχώρια παραγωγή. Αποτέλεσμα είναι να εξάγονται θέσεις εργασίας και εισόδημα (με τη μορφή χρέους) στο εξωτερικό.

Η καταστροφική «εσωτερική ανατίμηση»

Με την είσοδο στην ευρωζώνη η κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας ήταν a disaster in waiting. Παρά δε το γεγονός ότι θα ήταν δυνατόν να συμβεί με πολλούς τρόπους, η φιλοπαίγμων ειμαρμένη επέλεξε να συμβεί με τον πλέον ειρωνικό, δηλαδή μέσω μίας overdose του βασικού οικονομικού ωφελήματος που η συμμετοχή στην ευρωζώνη υποτίθεται ότι θα προσέφερε στην ελληνική οικονομία: της επάρκειας χρηματοπιστωτικών πόρων. Και τούτο διότι η δημιουργία της ευρωζώνης συνέπεσε με το διεθνές φαινόμενο που έγινε γνωστό ως global savings glut. Τεράστια ποσά κεφαλαίου ανά την υφήλιο αναζητούσαν επικερδείς, αλλά και ασφαλείς, τοποθετήσεις. Οι πολιτικές και νομισματικές αρχές της Ελλάδας δεν παρέλειψαν να αδράξουν την λαμπρή ευκαιρία και να προσφέρουν άφθονη ρευστότητα, και πρωτόγνωρη ευημερία! Άλλωστε, ακόμη και αν, θεωρητικά, κάποιος διαφωνούσε δεν θα μπορούσε να κάνει πολλά πράγματα για να ανατρέψει την καλπάζουσα «υπερθέρμανση», την υπερχρέωση και την ανατροπή του έρματος στο σκάφος της ελληνικής οικονομίας. Από τη στιγμή που τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια δανεισμού της ΕΚΤ ήταν τόσο χαμηλά για τα δεδομένα της ελληνικής οικονομίας, τα μακροχρόνια –καθώς ουσιαστικά δεν υπήρχε και risk premium– δεν γινόταν να είναι πολύ υψηλότερα.

Το αποτέλεσμα του άκριτου υπερδανεισμού ήταν μία δεκαετία «υπερθέρμανσης», υπερχρέωσης και ραγδαίας μετατόπισης των δομικών ισορροπιών της οικονομίας. Η υπερβάλλουσα ρευστότητα ασκούσε διαρκώς αυξητικές πιέσεις στο επίπεδο των τιμών. Όχι όμως όλων των προϊόντων. Αυτά που προέρχονταν από τον μη προστατευμένο, ανταγωνιστικό τομέα παρέμεναν σταθερά διότι η (factory gate) τιμή τους καθοριζόταν, όπως πάντοτε, σε διεθνές επίπεδο. (Η «μικρή ανοικτή οικονομία» της Ελλάδας είναι «λήπτρια τιμών»: οι μεταβολές στην ζήτησή της είναι σταγόνα στον ωκεανό για την παγκόσμια οικονομία). Αυξάνονταν οι τιμές μόνο των «διεθνώς μη εμπορευσίμων» προϊόντων. Γεγονός που είχε σαν αποτέλεσμα οι παραγωγικοί πόροι να εγκαταλείπουν τον πρώτο τομέα και να μεταφέρονται στον δεύτερο, όπου η αύξηση των τιμών δημιουργούσε μεγαλύτερα περιθώρια αμοιβών για τους συντελεστές της παραγωγής. Έτσι ήταν πιο επικερδές να εισάγεις προϊόντα από το εξωτερικό και να τα εμπορεύσεσαι, παρά να τα παράγεις εγχωρίως. Επίσης ήταν πιο επικερδές να αγοράζεις γη και τίτλους στο εξωτερικό παρά στην Ελλάδα.

Τελείως φυσιολογικά, στη δεκαετία μέχρι το 2009, η χώρα είχε μέσο ετήσιο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών που πλησίαζε στο 10% του ΑΕΠ. Το 2008 προσέγγισε το απίστευτο ύψος του 15%. Παράλληλα, δεδομένου ότι οι αμοιβές καθορίζονταν με βάση το κριτήριο πως έπρεπε να «συλλάβουν» όλον τον πληθωρισμό ώστε να «διαφυλάξουν» το εισόδημα των εργαζομένων, οι αυξήσεις τους ακολουθούσαν το μέσο επίπεδο τιμών, ανεξαρτήτως του επιπέδου της παραγωγικότητας.

Αποτέλεσμα ήταν να διαβρώνεται ταχέως η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας (στον τομέα των «διεθνώς εμπορευσίμων»). Για παράδειγμα, σε σύγκριση με τη Γερμανία, τον μεγαλύτερο εμπορικό μας εταίρο στην ευρωζώνη, η μισθολογική δαπάνη ανά μονάδα προϊόντος, στη διάρκεια της δεκαετίας, εκτιμάται ότι αυξήθηκε από 20 έως 40%. Κάπως μικρότερη, αλλά αντίστοιχα καταστροφική, ήταν η αύξηση σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της ευρωζώνης. Και φυσικά ούτε λόγος να γίνεται για τη σχέση με διάφορες άλλες εκτός ευρωζώνης ανταγωνίστριες χώρες, όπου η υποτίμηση του νομίσματός τους τις κατέστησε πολλαπλάσια ανταγωνιστικές εν συγκρίσει με την Ελλάδα.

Συνεπώς, ό,τι συνέβη στην Ελλάδα, από την είσοδό της στην Ευρωζώνη έως την εκδήλωση της κρίσης το 2009, δεν ήταν απλά μία τραγική υπερχρέωση του δημόσιου τομέα. Ταυτόχρονα, εξαιτίας της απατηλής νομισματικής σταθερότητας που μέχρι τότε προσέφερε το ευρώ, αυτό που συνέβαινε ήταν, επίσης, μία διαρκής «εσωτερική ανατίμηση», που κατέστρεψε ανεπανόρθωτα τον ήδη ισχνό παραγωγικό τομέα της χώρας. (Γιατί η «καλή» ανατίμηση προέρχεται από την αύξηση της παραγωγικότητας. Εκείνη που οφείλεται σε χρηματονομισματικές αιτίες είναι πάντοτε νοσηρή, ενίοτε δε και καταστροφική). Έτσι, στο τέλος του 2009 η χώρα βρισκόταν σε κατάσταση πλήρους ταμειακής και λειτουργικής χρεοκοπίας.

Εάν υπάρχει κάτι που είναι ακόμη πιο εξοργιστικό από την ανέμελη περιδιάβαση της προηγούμενης δεκαετίας, αυτό είναι οι επαίσχυντοι ισχυρισμοί ότι η σημερινή κατάρρευση οφείλεται στο σταθεροποιητικό πρόγραμμα της ελληνικής οικονομίας. Και επίσης οι ισχυρισμοί ότι υπήρχαν, και υπάρχουν, «άλλες» δυνατότητες διαφυγής από την κρίση μέσω μίας πολιτικής «τόνωσης» της οικονομίας. Στο πνεύμα αυτό διάφοροι σύγχρονοι λαοκράτες-πατριώτες, από όλες τις πλευρές του πολιτικού φάσματος, αναφέρονται στην ανάγκη μίας κεϋνσιανής πολιτικής

 Η αναπόφευκτη «διόρθωση» των σφαλμάτων της «χρυσής δεκαετίας»

Όταν ο Κέυνς το 1936 δημοσίευε τη Γενική Θεωρία η Μεγάλη Βρετανία, στην οποία αναφερόταν, ήταν μία χώρα η οποία είχε εξέλθει πέντε χρόνια νωρίτερα από τον «κανόνα χρυσού», ενώ είχε το δικό της νόμισμα και τη δική της Κεντρική Τράπεζα με δυνατότητες αυτόνομης νομισματικής πολιτικής. Οι απόψεις που διατύπωσε στη Γενική Θεωρία έχουν, τω όντι, επανειλημμένως επαληθευθεί από την εμπειρία, σε αντίθεση με διάφορες αντίδικες θεωρίες (από τον νομισματισμό μέχρι τις «ορθολογικές προσδοκίες») που η δοκιμασία της πραγματικότητας έχει αμείλικτα κονιορτοποιήσει. Αλλά αυτό δεν σημαίνει τίποτε για το σημερινό πρόβλημα της Ελλάδας. Και ο Μέσι είναι καταπληκτικός παίκτης, όμως δεν θα σταδιοδρομούσε στο ΝΒΑ. Η Γενική Θεωρία αφορά μία οικονομία που δεν ακολουθεί τον «κανόνα χρυσού», έχει δικό της νόμισμα και δική της νομισματική (και φυσικά δημοσιονομική) πολιτική, και δεν βρίσκεται σε συνθήκες χρεοκοπίας. Επίσης, πράγμα που είναι ακόμη πιο σημαντικό, είναι μία θεωρία για την αντιμετώπιση κρίσεων υποκατανάλωσης, και μάλιστα υποκατανάλωσης των προϊόντων του παραγωγικού ανταγωνιστικού τομέα της οικονομίας.

Τίποτε δεν θα μπορούσε να είναι μακρύτερα σε όλα αυτά όσο οι συνθήκες της σημερινής ελληνικής κρίσης. Εδώ έχουμε την περίπτωση μιας οικονομίας η οποία ακολουθεί έναν οιονεί «κανόνα χρυσού», εφόσον δεν ελέγχει το νόμισμα στο οποίο συναλλάσσεται και δεν μπορεί να το υποτιμήσει. Επίσης δεν έχει δυνατότητα κατά βούλησιν άσκησης δημοσιονομικής πολιτικής, καθότι τυγχάνει χρεοκοπημένη. Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι η Ελλάδα σήμερα δεν αντιμετωπίζει μία κρίση υποκατανάλωσης που οφείλεται σε κάποια αύξηση της ροπής για αποταμίευση ή στη μεταστροφή των «αγελαίων ενστίκτων» των επιχειρηματιών. Αντιμετωπίζει, αντιθέτως, μία κρίση υπερσυσσώρευσης. Πρόκειται για μία υπερσυσσώρευση που έλαβε χώρα, κυρίως, στην προηγούμενη δεκαετία και αφορούσε τους προστατευμένους κλάδους της οικονομίας, δηλαδή εκείνους που χαρακτηρίζονται από χαμηλή μέση παραγωγικότητα, κλάδους η μεγέθυνση των οποίων σε συνθήκες υγιούς ανάπτυξης έπεται, και δεν προηγείται, της μεγεθύνσεως των ανταγωνιστικών κλάδων με την υψηλή μέση παραγωγικότητα.

Στην Ελλάδα, λόγω των στρεβλωτικών επιδράσεων που ασκήθηκαν στην οικονομία εξαιτίας της συμμετοχής στην ευρωζώνη, οι παραγωγικοί συντελεστές εγκατέλειψαν τον, ήδη ισχνό, διεθνώς ανταγωνιστικό τομέα για να στραφούν (παράλληλα με το όλο και πιο υπερτροφικό κράτος) στους πρόσκαιρα αλλά εξαιρετικά προσοδοφόρους κλάδους των κατασκευών, του εμπορίου και των άλλων υπηρεσιών. Στράφηκαν εκεί διότι η παροδική έξαρση του καταναλωτισμού, που τροφοδοτήθηκε από την άκρατη δημόσια δαπάνη της επίμαχης περιόδου, δημιούργησε ανορθολογικές και πεπλανημένες προσδοκίες. Οι συντελεστές της οικονομίας μετέφεραν τη δραστηριότητά τους στον τομέα των «διεθνώς μη εμπορευσίμων» αγαθών προσβλέποντας, λανθασμένα, σε μία σταθερή διαχρονική ροή εισοδήματος στην ελληνική οικονομία, η οποία εν τούτοις δεν ήταν εφικτή διότι ο ισχνότατος παραγωγικός τομέας δεν θα μπορούσε να τη δημιουργήσει και να την υποστηρίξει.

Εάν υπήρχε υγιής επένδυση στον παραγωγικό τομέα δεν θα επρόκειτο για υπερσυσσώρευση: η ελληνική είναι μία «μικρή ανοικτή οικονομία» και κάθε αύξηση της ανταγωνιστικής παραγωγής της σε «διεθνώς εμπορεύσιμα» προϊόντα μπορεί εύκολα να απορροφηθεί από την αχανή διεθνή αγορά. Πρόκειται για κρίση υπερσυσσώρευσης ακριβώς διότι το μεγαλύτερο μέρος της πρόσφατης επένδυσης στον μη παραγωγικό τομέα δεν είναι βιώσιμο και μοιραία θα απαξιωθεί.

Εάν υποθέσουμε ότι φιλέλληνες εξωγήινοι από τον Σείριο δάνειζαν την Ελλάδα με τα (άγνωστα) εκείνα ποσά τα οποία απαιτούν οι επιχώριοι κεϋνσιανοί να διατεθούν για να «ξεκινήσει και πάλι η ανάπτυξη», ποιο θα ήταν, άραγε, το αποτέλεσμα; Εάν δεχθούμε ότι θα «ξανάρχιζε η ανάπτυξη» (που φυσικά δεν θα ξανάρχιζε) το αποτέλεσμα θα ήταν να συνεχισθεί ακριβώς αυτό που γινόταν μέχρι το 2008. Με προφανή κατάληξη η χώρα, πολύ σύντομα, να μην παράγει πια απολύτως τίποτε, να εισάγει το σύνολο των προϊόντων που καταναλώνει και να έχει ετήσιες δανειακές ανάγκες ίσες με το συνολικό ποσοστό κατανάλωσης στο ΑΕΠ συν τα απαιτητά τοκοχρεολύσια. Και τότε οι επισκέπτες από τον Σείριο θα αναχωρούσαν απελπισμένοι για τον μακρινό πλανήτη τους, πεπεισμένοι ότι δεν υπάρχει λύση για το ελληνικό οικονομικό πρόβλημα.

Και όμως υπάρχει. Αλλά, δυστυχώς, με δεδομένο τον χαρακτήρα της διαρθρωτικής κρίσης της ελληνικής οικονομίας, η μόνη δυνατότητα, για την ανάταξή της είναι τα λεγόμενα «μη κεϋνσιανά αποτελέσματα». Πρόκειται για την «εσωτερική υποτίμηση» που θα επαναφέρει την ανά μονάδα προϊόντος μισθολογική δαπάνη σε επίπεδα που θα καταστήσουν την ελληνική οικονομία διεθνώς ανταγωνιστική, και την εξ αυτού συνεπαγόμενη σταδιακή μετακίνηση των παραγωγικών συντελεστών από τον προστατευμένο στον ανταγωνιστικό τομέα της οικονομίας. Ας ληφθεί δε υπ’ όψιν ότι, παρά την ονομασία τους, τα «μη κεϋνσιανά αποτελέσματα» δεν προέρχονται από το θεωρητικό οπλοστάσιο του άκρατου φιλελευθερισμού και του ανάλγητου νομισματισμού. Προέρχονται και αυτά, πρωτογενώς, από την γραφίδα του Κέυνς, ο οποίος σε μία γνωστή εργασία του, το 1925, με αφορμή την εκ νέου τότε πρόσδεση της στερλίνας στον «κανόνα χρυσού», και μάλιστα σε υπερτιμημένη ισοτιμία, εξηγούσε ότι στις δεδομένες συνθήκες η μόνη δυνατότητα να ισορροπήσει η οικονομία ήταν μέσα από τη μείωση των πραγματικών μισθών, κάτι πολύ σκληρό και ανάλγητο που θα προκαλούσε κοινωνικές συγκρούσεις.

Δυστυχώς, στην ίδια ακριβώς κατάσταση με τη Μεγάλη Βρετανία του 1925, προσδεδεμένη σε έναν οιονεί «κανόνα χρυσού», που λέγεται ευρώ, και σε μία υπερτιμημένη ισοτιμία, βρίσκεται και η σημερινή Ελλάδα (πέραν βεβαίως της «ασήμαντης» λεπτομέρειας ότι είναι και χρεοκοπημένη δημοσιονομικά). Για τον λόγο αυτό η μόνη υπαρκτή διέξοδος είναι μεν κεϋνσιανών προδιαγραφών, πλην όμως των απευκταίων, από τον Κέυνς, εκείνων του 1925 και όχι των «καλών» του 1936.

Είναι αλήθεια ότι η «εσωτερική υποτίμηση» δεν είναι μία απλή έκφραση. Κρύβει πίσω της πόνο, δυστυχία και ανασφάλεια. Είναι όμως εξαιρετικά παράλογο να της επιτίθεται κανείς και να την καταδικάζει. Αυτό ισοδυναμεί με το να καταριέται τον νόμο της βαρύτητας ή τους νόμους της υδροστατικής. Η «εσωτερική υποτίμηση» είναι αναπόφευκτη, και αν δεν εφαρμοσθεί ελεγχόμενα, συνειδητοποιημένα και με τη μεγαλύτερη δυνατή συναίνεση, θα πραγματοποιηθεί καταστροφικά μέσω της χρεοκοπίας. Αιτία της δεν είναι η σημερινή οικονομική πολιτική. Είναι η χθεσινή ανεύθυνη «εσωτερική ανατίμηση». Αυτό που κρύβουν, ή αγνοούν, οι εξορκιστές της «εσωτερικής υποτίμησης» είναι πως οι αμοιβές των εργαζομένων δεν είναι δυνατόν, σε μεσομακροχρόνια βάση, να καθορισθούν με πολιτικές επιλογές της εξουσίας. Όταν επιχειρείται κάτι παρόμοιο είναι καταστροφικό. Οι αμοιβές καθορίζονται από τη συνολική παραγωγικότητα της οικονομίας και, μέσα σε αυτήν, από την ειδική παραγωγικότητα του κάθε ξεχωριστού εργαζόμενου.

Όταν στις αρχές της δεκαετίας του 1990 οι οικοδομές πλημμύρισαν για πρώτη φορά από Αλβανούς εργάτες, οι αμοιβές τους πολύ συχνά βρίσκονταν στο 1/10 της αντίστοιχης αμοιβής των Ελλήνων συναδέλφων τους. Αυτή η δυσαναλογία ήταν συνάρτηση πολλών παραγόντων: της διακαούς επιθυμίας τους να εργασθούν, της άγνοιάς τους για τις συνθήκες της αγοράς εργασίας στην Ελλάδα, του γεγονότος ότι ήταν ανασφάλιστοι κ.λπ. Περί τις αρχές όμως της επόμενης δεκαετίας οι αμοιβές Ελλήνων και Αλβανών στην οικοδομή είχαν πλήρως εξισωθεί. Ο λόγος δεν ήταν άλλος από τη λειτουργία του μηχανισμού της αγοράς και ειδικότερα του σκέλους της ζήτησης. Όσο κάποιος εργολάβος, μέσα στις συνθήκες του οικοδομικού οργασμού που επικρατούσαν τότε, έκρινε ότι τον συμφέρει να προσελκύσει Αλβανούς οικοδόμους καταβάλλοντάς τους αμοιβή υψηλότερη από εκείνην που εθεωρείτο δεδομένη για την ειδική αυτή ομάδα εργαζομένων, τόσο η μέση αμοιβή τους πλησίαζε τη μέση αμοιβή των ντόπιων οικοδόμων, μέχρις ότου ταυτίστηκε μαζί της. Ο μηχανισμός της προσφοράς και της ζήτησης οδήγησε έτσι την αγορά εργασίας στο μεσο-μακροχρόνιο σημείο ισορροπίας.

Το αντίστροφο συνέβη στην περίοδο 1999-2009 με τις μέσες αμοιβές των εργαζομένων. Αντί αυτές να ακολουθούν την αναιμική, έως μηδενική, αύξηση της παραγωγικότητας στον ανταγωνιστικό, μη προστατευμένο, τομέα της οικονομίας, όλως αντιθέτως, υπείκοντας σε μία διεστραμμένη αντίληψη «φιλολαϊκότητας», με τη βοήθεια και της άφθονης δανειακής ρευστότητας, προσδιορίζονταν σε πολύ υψηλότερα επίπεδα, προκειμένου –υποτίθεται– να συλλαμβάνουν τον πληθωρισμό και να μην υποβιβάζεται το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων. Ότι συνέβαινε, βεβαίως, στην πραγματικότητα ήταν πως και ο πληθωρισμός ενισχυόταν και η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας καταβαραθρωνόταν. Επειδή δε οι αμοιβές των παραγωγικών συντελεστών δεν μπορεί να παραμείνουν για μεγάλο διάστημα σε επίπεδο ανώτερο εκείνου που η παραγωγικότητά τους δικαιολογεί, η αναπόφευκτη διαδικασία επιστροφής τους στο σημείο ισορροπίας άρχισε αμέσως μόλις εκδηλώθηκε και η κρίση χρέους της ελληνικής οικονομίας.

Δυστυχώς όμως η διαδικασία επιστροφής της αγοράς εργασίας στο φυσιολογικό σημείο ισορροπίας που είναι χαμηλότερο από το τεχνητά, αυθαίρετα και πρόσκαιρα επιβληθέν, είναι πάντοτε οδυνηρή. Σε αντίθεση με την ισορρόπηση σε υψηλότερο σημείο που είναι ανώδυνη, όπως συνέβη με τους ξένους εργάτες στη δεκαετία του 1990, η προσαρμογή «προς τα κάτω» γίνεται πάντοτε μέσω της οδυνηρής παρενέργειας που λέγεται ανεργία. Αυτό συμβαίνει στην Ελλάδα σήμερα.

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα »