Τετάρτη 13 Μαρτίου 2019

Η ζωή στην Ισλανδία μετά τη χρεοκοπία



20/12/2008

Πάνω σε ένα λόφο, κοντά στο παλιό λιμάνι του Ρέικιαβικ, υπάρχει το μπρούντζινο άγαλμα του Ινγκολφουρ Αρναρσον, του πρώτου Σκανδιναβού εποίκου στην αφιλόξενη Ισλανδία. Κοιτάζει προς ένα κτίριο το οποίο μοιάζει με κάστρο: είναι η κεντρική τράπεζα, της οποίας πρόεδρος είναι ο Ντέιβιντ Οντσον, ο άνθρωπος που μετά 1.100 χρόνια από την ίδρυσή της απέδειξε ότι έχει εξ ίσου ικανά προτερήματα επιβίωσης.

Πριν αναλάβει καθήκοντα προέδρου στο διοικητικό συμβούλιο της κεντρικής τράπεζας της Ισλανδίας, ο Ντέιβιντ Οντσον είχε διατελέσει πρωθυπουργός για περισσότερα από 13 χρόνια καταρρίπτοντας μάλιστα κάθε προηγούμενο ρεκόρ.

Κατά τη διάρκεια της πρωθυπουργίας του η Ισλανδία εξελίχθηκε σε μία από τις πιο πλούσιες χώρες του κόσμου. Επί πολλά χρόνια ήταν ο πιο δημοφιλής πολιτικός στην Ισλανδία, με την ιδιωτικοποίηση του μεγαλυτέρου μέρους του τραπεζικού συστήματος της χώρας του με «θατσερικό» ζήλο». Η απελευθέρωση της συναλλαγματικής ισοτιμίας του εθνικού νομίσματος της Ισλανδίας, της κορώνας, έχει καταχωρηθεί στο ενεργητικό του.

Αλλά, η κατάρρευση της κορώνας και η εθνικοποίηση των τριών μεγαλύτερων τραπεζών της Ισλανδίας, στις αρχές του περασμένου Οκτωβρίου, «κουρέλιασαν» τη φήμη από το προηγούμενο έργο του Ντέιβιντ Οτνσον. Απ' άκρου εις άκρον της Ισλανδίας ξέσπασαν μαζικές διαδηλώσεις για την παραίτησή του από τη θέση του προέδρου της κεντρικής τράπεζας.

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο χαρακτήρισε την κατάρρευση των ισλανδικών τραπεζών ως τη μεγαλύτερη αποτυχία στην ιστορία της χώρας, σε σύγκριση με το μέγεθος της οικονομίας της. Το 2007, οι τρεις μεγαλύτερες ισλανδικές τράπεζες είχαν δανειστεί εννέα φορές περισσότερο από το μέγεθος της οικονομίας της Ισλανδίας, στην εποχή της ακμής της, και 200% έναντι του ΑΕΠ, μετά την ιδιωτικοποίηση του τραπεζικού κλάδου, το 2003. Μόνο το ένα τρίτο των δανείων που είχαν συναφθεί εκείνη την εποχή ήταν σε κορώνες. Και τα επιτόκια ήταν πολύ υψηλά. Οι απλοί πολίτες, αντιθέτως, δανείζονταν από τις τράπεζες σε φθηνότερα νομίσματα, όπως το γιεν και το ελβετικό φράγκο, για να αγοράσουν μέτρια σπίτια και αυτοκίνητα.

Μετά την κατάρρευση των τραπεζών, στις αρχές Οκτωβρίου, το νόμισμα έχασε από την αξία του και τα επιτόκια αυξήθηκαν κατακόρυφα. Άρχισαν να εφαρμόζονται συναλλαγματικοί έλεγχοι εν μέσω της κρίσεως, με αποτέλεσμα να περιορισθεί σοβαρά η πρόσβαση προς τα σκληρά νομίσματα. Εκφράσθηκαν φόβοι σχετικά με τη δυνατότητα του συστήματος πληρωμών. Μετά, όμως, τον αρχικό πανικό απεδείχθη ότι η λειτουργία των πιστωτικών και των χρεωστικών καρτών επανήλθε σε φυσιολογικά επίπεδα. Σήμερα, τα καταστήματα στην Ισλανδία είναι γεμάτα από καταναλωτές που κάνουν τις χριστουγεννιάτικες αγορές τους και στα εστιατόρια σερβίρονται ακριβά εδέσματα, όπως ψητό φιλέτο φάλαινας.

Κυρίως, όμως, οι άνθρωποι ζουν με «δανεισμένο» χρόνο και με δανεικά που έχουν λάβει στο παρελθόν. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προβλέπει ότι η ισλανδική οικονομία θα συρρικνωθεί κατά 9,8% τον ερχόμενο χρόνο.Πολλοί εργαζόμενοι έχουν χάσει την εργασία τους, αλλά σύμφωνα με την ισλανδική νομοθεσία, η απόλυσή τους τους ανακοινώνεται τρεις μήνες νωρίτερα, γεγονός το οποίο κάνει εμφανείς τις επιδράσεις του στην αγορά εργασίας πολύ αργότερα. Επίσης, πολλοί νεαροί, οι οποίοι δεν είχαν νιώσει μέχρι τώρα τι σημαίνει ανεργία, θα βρεθούν πολύ σύντομα χωρίς δουλειά, για τον λόγο ότι οι επιχειρήσεις συνεχώς κλείνουν.

Ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας Εργοδοτών της Ισλανδίας Βιλτζαλμούρ Εγκλισον δήλωσε πρόσφατα ότι «από τεχνικής απόψεως, η επιχειρηματική Ισλανδία είναι ήδη χρεοκοπημένη» εξ αιτίας των χρεών της στο εξωτερικό. Διευκρίνισε μάλιστα ότι δεν είναι σε θέση να αποπληρώσει τα δάνειά της, διότι οι έλεγχοι που της έχουν επιβληθεί όταν ζητάει νέα κεφάλαια σημαίνουν ότι οι πιστώσεις προς τη χώρα έχουν εξαντληθεί.

Καθώς η ανεργία αυξάνεται, οι απλοί πολίτες αρχίζουν να εκφράζουν φόβους για την αδυναμία στο μέλλον να ξεπληρώσουν τα σπίτια ή τα αυτοκίνητά τους. Οι κύριες πληρωμές τους για τα ενυπόθηκα δάνεια σε κορώνες είναι προσαρμοσμένες στον δείκτη τιμών καταναλωτή, ο οποίος φέτος αναμένεται να φθάσει στο 20%. Για τον λόγο αυτόν, αλλά και για το ότι πολλά νοικοκυριά είναι εκτεθειμένα σε ξένο συνάλλαγμα, τα χρέη τους σε σχέση με την τιμή της κορώνας θα διπλασιαστούν. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο το οποίο έχει ασχοληθεί διεξοδικά με την κατάσταση στην Ισλανδία, στο πλαίσιο της χρηματοπιστωτικής κρίσης, εκτιμά ότι στους Ισλανδούς φορολογουμένους η κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος θα στοιχίσει περίπου το 80% του ΑΕΠ.

Η Σίρι Χτζάλτεστεντ, νηπιαγωγός, η οποία κάθε Σάββατο συμμετέχει στις διαδηλώσεις, λέει ότι ο λογαριασμός για τα ψώνια της στο μπακάλικο έχει διπλασιασθεί μέσα σε λίγους μήνες. Για την κατάρρευση της οικονομίας επιρρίπτει την ευθύνη στους τραπεζίτες. Και λέει: «Ετσι και συναντήσω κάποιον τραπεζίτη, θα του δώσω μία τόσο δυνατή κλωτσιά που το μπροστινό μέρος από το παπούτσι μου θα μπει όλο στον πισινό του».

Η απογοήτευση που νιώθει η νηπιαγωγός είναι η ίδια που αισθάνονται και χιλιάδες άλλοι Ισλανδοί. Το μέγεθος της ισλανδικής οικονομίας αντιστοιχεί από άποψη εκτίμησης 20 φορές περισσότερο στις δαπάνες που πλήρωσε η σουηδική κυβέρνηση στις αρχές της δεκαετίας του 1990 για τη διάσωση των τραπεζών της. Και αρκετές φορές πιο πάνω από ό,τι στοίχισε η διάσωση του τραπεζικού τομέα της Ιαπωνίας, πριν από μια δεκαετία.

Οι τράπεζες και η ρευστότητα

Τα μαθήματα που διδάχθηκε και ο έξω κόσμος από τη θλιβερή οικονομική εμπειρία της Ισλανδίας είναι πολλά και σκληρά. Οπωσδήποτε θα υπάρξουν αναπόφευκτα επακόλουθα στο θέμα των διασυνοριακών ελέγχων, σε ολόκληρη την Ευρώπη. H περιπέτεια της Ισλανδίας εξηγεί γιατί οι κεντρικές τράπεζες ανά τον κόσμο διοχετεύουν τόσο μεγάλη ρευστότητα στην οικονομία για να διατηρήσουν ζωντανό το τραπεζικό σύστημα. Όταν η ρευστότητα εξαφανισθεί, πολύ γρήγορα οι τράπεζες χρεοκοπούν. Όταν η έλλειψη ρευστότητος αφορά δάνεια σε συνάλλαγμα και σε καταθέσεις, οι ικανότητες μιας κεντρικής τράπεζας τίθενται υπό δοκιμασία. Η περίπτωση της Ισλανδίας αποδεικνύει πως μία μικρή χώρα με νόμισμα το οποίο δεν βρίσκεται σε ευρύτητα στις συναλλαγές, μπορεί τάχιστα να αποτελέσει αντικείμενο δοκιμασίας και να αποτύχει.

Η Ισλανδία ήταν, μεμονωμένως, υπερεκτεθειμένη, αλλά και άλλες χώρες, επίσης, έχουν τραπεζικό σύστημα το οποίο είναι σχετικό με το μέγεθος των οικονομιών τους που εξαρτάται από μεγάλα ποσά δανείων. Ένα από τα κράτη αυτά είναι και η Βρετανία.

Η Βρετανία

Ο ισολογισμός του βρετανικού τραπεζικού συστήματος, που τοποθετείται στο 450% έναντι του ΑΕΠ, αντιστοιχούσε πέρυσι στο ήμισυ του μεγέθους εκείνου της Ισλανδίας. Όπως η Ισλανδία, έτσι και η Βρετανία, δεν έχει διεθνώς ένα αποθεματικό συναλλάγματος, όπως το δολάριο ή το ευρώ, από το οποίο θα μπορούσε να αντλήσει κεφάλαια εάν χρειαστεί να ενεργήσει ως πιστωτής στην εσχάτη των περιπτώσεων. Η έκθεσή της σε καθαρό συνάλλαγμα είναι μηδενική. Το ίδιο συνέβαινε και με την Ισλανδία. Οι τράπεζές της δεν είχαν τη δυνατότητα να ρευστοποιήσουν συνάλλαγμα για να καλύψουν το εξωτερικό τους χρέος.

Ο Ουίλεμ Μπούιτερ του London School of Economics λέει ότι η Βρετανία, σε αντίθεση με την Ισλανδία, έχει πρόσβαση στις πιστωτικές γραμμές συναλλάγματος των μεγάλων τραπεζών του κόσμου, γεγονός που θα την βοηθήσει να αποτρέψει μία τραπεζική στενότητα.

Παραδέχεται, όμως, το κόστος αυτής της ασφάλειας θα έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση της ανταγωνιστικότητος του Λονδίνου ως διεθνούς οικονομικού κέντρου. Από την άποψη αυτή θα ήταν καλό για τη Βρετανία να υιοθετήσει το ευρώ, όπως προβάλλει στην επιχειρηματολογία του ο κ. Μπούιτερ.

Σύμφωνα με τις απόψεις του, το ίδιο ισχύει και για άλλες μεγάλες και ισχυρές οικονομικώς ευρωπαϊκές χώρες και ονομαστικώς για την Ελβετία, τη Σουηδία και τη Δανία. Και οι τρεις αυτές, όπως υποστηρίζει ο κ. Μπούιτερ, βρίσκονται στον ίδιο παρονομαστή.

Πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου