Φεβρουάριος 2012
Του Δημήτρη Α. Ιωάννου
Με την είσοδο στην ευρωζώνη η κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας ήταν a disaster in waiting. Παρά δε το γεγονός ότι θα ήταν δυνατόν να συμβεί με πολλούς τρόπους, η φιλοπαίγμων ειμαρμένη επέλεξε να συμβεί με τον πλέον ειρωνικό, δηλαδή μέσω μίας overdose του βασικού οικονομικού ωφελήματος που η συμμετοχή στην ευρωζώνη υποτίθεται ότι θα προσέφερε στην ελληνική οικονομία: της επάρκειας χρηματοπιστωτικών πόρων. Και τούτο διότι η δημιουργία της ευρωζώνης συνέπεσε με το διεθνές φαινόμενο που έγινε γνωστό ως global savings glut. Τεράστια ποσά κεφαλαίου ανά την υφήλιο αναζητούσαν επικερδείς, αλλά και ασφαλείς, τοποθετήσεις. Οι πολιτικές και νομισματικές αρχές της Ελλάδας δεν παρέλειψαν να αδράξουν την λαμπρή ευκαιρία και να προσφέρουν άφθονη ρευστότητα, και πρωτόγνωρη ευημερία! Άλλωστε, ακόμη και αν, θεωρητικά, κάποιος διαφωνούσε δεν θα μπορούσε να κάνει πολλά πράγματα για να ανατρέψει την καλπάζουσα «υπερθέρμανση», την υπερχρέωση και την ανατροπή του έρματος στο σκάφος της ελληνικής οικονομίας. Από τη στιγμή που τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια δανεισμού της ΕΚΤ ήταν τόσο χαμηλά για τα δεδομένα της ελληνικής οικονομίας, τα μακροχρόνια –καθώς ουσιαστικά δεν υπήρχε και risk premium– δεν γινόταν να είναι πολύ υψηλότερα.
Το αποτέλεσμα του άκριτου υπερδανεισμού ήταν μία δεκαετία «υπερθέρμανσης», υπερχρέωσης και ραγδαίας μετατόπισης των δομικών ισορροπιών της οικονομίας. Η υπερβάλλουσα ρευστότητα ασκούσε διαρκώς αυξητικές πιέσεις στο επίπεδο των τιμών. Όχι όμως όλων των προϊόντων. Αυτά που προέρχονταν από τον μη προστατευμένο, ανταγωνιστικό τομέα παρέμεναν σταθερά διότι η (factory gate) τιμή τους καθοριζόταν, όπως πάντοτε, σε διεθνές επίπεδο. (Η «μικρή ανοικτή οικονομία» της Ελλάδας είναι «λήπτρια τιμών»: οι μεταβολές στην ζήτησή της είναι σταγόνα στον ωκεανό για την παγκόσμια οικονομία). Αυξάνονταν οι τιμές μόνο των «διεθνώς μη εμπορευσίμων» προϊόντων. Γεγονός που είχε σαν αποτέλεσμα οι παραγωγικοί πόροι να εγκαταλείπουν τον πρώτο τομέα και να μεταφέρονται στον δεύτερο, όπου η αύξηση των τιμών δημιουργούσε μεγαλύτερα περιθώρια αμοιβών για τους συντελεστές της παραγωγής. Έτσι ήταν πιο επικερδές να εισάγεις προϊόντα από το εξωτερικό και να τα εμπορεύσεσαι, παρά να τα παράγεις εγχωρίως. Επίσης ήταν πιο επικερδές να αγοράζεις γη και τίτλους στο εξωτερικό παρά στην Ελλάδα.
Τελείως φυσιολογικά, στη δεκαετία μέχρι το 2009, η χώρα είχε μέσο ετήσιο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών που πλησίαζε στο 10% του ΑΕΠ. Το 2008 προσέγγισε το απίστευτο ύψος του 15%. Παράλληλα, δεδομένου ότι οι αμοιβές καθορίζονταν με βάση το κριτήριο πως έπρεπε να «συλλάβουν» όλον τον πληθωρισμό ώστε να «διαφυλάξουν» το εισόδημα των εργαζομένων, οι αυξήσεις τους ακολουθούσαν το μέσο επίπεδο τιμών, ανεξαρτήτως του επιπέδου της παραγωγικότητας.
Αποτέλεσμα ήταν να διαβρώνεται ταχέως η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας (στον τομέα των «διεθνώς εμπορευσίμων»). Για παράδειγμα, σε σύγκριση με τη Γερμανία, τον μεγαλύτερο εμπορικό μας εταίρο στην ευρωζώνη, η μισθολογική δαπάνη ανά μονάδα προϊόντος, στη διάρκεια της δεκαετίας, εκτιμάται ότι αυξήθηκε από 20 έως 40%. Κάπως μικρότερη, αλλά αντίστοιχα καταστροφική, ήταν η αύξηση σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της ευρωζώνης. Και φυσικά ούτε λόγος να γίνεται για τη σχέση με διάφορες άλλες εκτός ευρωζώνης ανταγωνίστριες χώρες, όπου η υποτίμηση του νομίσματός τους τις κατέστησε πολλαπλάσια ανταγωνιστικές εν συγκρίσει με την Ελλάδα.
Συνεπώς, ό,τι συνέβη στην Ελλάδα, από την είσοδό της στην ευρωζώνη έως την εκδήλωση της κρίσης το 2009, δεν ήταν απλά μία τραγική υπερχρέωση του δημόσιου τομέα. Ταυτόχρονα, εξαιτίας της απατηλής νομισματικής σταθερότητας που μέχρι τότε προσέφερε το ευρώ, αυτό που συνέβαινε ήταν, επίσης, μία διαρκής «εσωτερική ανατίμηση», που κατέστρεψε ανεπανόρθωτα τον ήδη ισχνό παραγωγικό τομέα της χώρας. (Γιατί η «καλή» ανατίμηση προέρχεται από την αύξηση της παραγωγικότητας. Εκείνη που οφείλεται σε χρηματονομισματικές αιτίες είναι πάντοτε νοσηρή, ενίοτε δε και καταστροφική). Έτσι, στο τέλος του 2009 η χώρα βρισκόταν σε κατάσταση πλήρους ταμειακής και λειτουργικής χρεοκοπίας.
Εάν υπάρχει κάτι που είναι ακόμη πιο εξοργιστικό από την ανέμελη περιδιάβαση της προηγούμενης δεκαετίας, αυτό είναι οι επαίσχυντοι ισχυρισμοί ότι η σημερινή κατάρρευση οφείλεται στο σταθεροποιητικό πρόγραμμα της ελληνικής οικονομίας. Και επίσης οι ισχυρισμοί ότι υπήρχαν, και υπάρχουν, «άλλες» δυνατότητες διαφυγής από την κρίση μέσω μίας πολιτικής «τόνωσης» της οικονομίας. Στο πνεύμα αυτό διάφοροι σύγχρονοι λαοκράτες-πατριώτες, από όλες τις πλευρές του πολιτικού φάσματος, αναφέρονται στην ανάγκη μίας κεϋνσιανής πολιτικής
Πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου