Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οικονομικός εθνικισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οικονομικός εθνικισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 31 Μαΐου 2013

Ο οικονομικός εθνικισμός της Ιαπωνίας


29/5/2013

Του Martin Wolf

Η Ιαπωνία πρέπει να βγει από τη δίνη της. Ο κ. Άμπε δεν μπορεί να στηριχθεί στη νομισματική χειραγώγηση. Πρέπει να αντιμετωπίσει το οχυρωμένο επιχειρηματικό καθεστώς. Αυτό, όμως, σημαίνει πραγματική επανάσταση. Θα το προσπαθήσει;

Η προσπάθεια της Ιαπωνίας για επανεκκίνηση της οικονομίας της μπήκε σε δύσκολο τερέν την προηγούμενη εβδομάδα. Οι αποδόσεις των ομολόγων ενισχύθηκαν και οι μετοχές υποχώρησαν. Ορισμένοι έσπευσαν να υποστηρίξουν ότι τα «αμπενομικά» -οι μεταρρυθμίσεις του πρωθυπουργού Σίνζο Άμπε- απέτυχαν. Αυτό είναι γελοίο.

Ίσως τα αμπενομικά αποτύχουν. Δεν θα γίνει, όμως, επειδή αυξήθηκαν οι αποδόσεις των ομολόγων ή επειδή υπάρχει αστάθεια στα χρηματιστήρια. Αντιθέτως, οι αποδόσεις πρέπει να ενισχυθούν για να ανακάμψει η Ιαπωνία και τα χρηματιστήρια είναι πάντα ασταθή. Το πολυαναμενόμενο ιαπωνικό πρόγραμμα ανάκαμψης θα έχει κινδύνους. Τα γεγονότα της προηγούμενης εβδομάδας, όμως, δεν μας έδωσαν περισσότερες πληροφορίες για αυτούς.

Γεγονός είναι ότι η απόδοση των 10ετών κρατικών ομολόγων ενισχύθηκε σε επίπεδα υψηλότερα κατά 34,7 μονάδες βάσης από τις 6 Μαΐου. Και πάλι, όμως, περιορίζεται στο 0,91%. Στο ίδιο επίπεδο βρισκόταν πριν από περίπου έναν χρόνο. Ο δείκτης Nikkei υποχώρησε κατά 9,5% την περίοδο 22 - 27 Μαΐου. Είχε, όμως, προηγηθεί άνοδος 80% από τις 13 Νοεμβρίου 2012 μέχρι τις 22 Μαΐου 2013. Και ναι, το γεν ενισχύθηκε λίγο έναντι του δολαρίου την προηγούμενη εβδομάδα, αλλά και πάλι βρίσκεται σε επίπεδα 23% χαμηλότερα από τις αρχές του Οκτωβρίου 2012.

Πώς θα μπορούσε κανείς να ερμηνεύσει αυτές τις κινήσεις πέρα από ασήμαντες βραχυπρόθεσμες διακυμάνσεις; Ο Paul Krugman των New York Times υποστηρίζει ότι για να ερμηνευθεί η χρηματιστηριακή πτώση ως κάτι περισσότερο από μία απλή διακύμανση θα πρέπει να αντικατοπτρίζει φόβους είτε δυσμενέστερης οικονομικής ανάπτυξης, είτε για το ιαπωνικό χρέος είτε, τέλος, για την αποφασιστικότητα της Τράπεζας της Ιαπωνίας.

Το πρώτο θα εξηγούσε την πτώση στη χρηματιστηριακή αγορά, αλλά όχι το άλμα στις αποδόσεις των ομολόγων. Το δεύτερο θα εξηγούσε την άνοδο στις αποδόσεις των ομολόγων, αλλά όχι την ενίσχυση του γεν. Το τρίτο, όμως, θα εξηγούσε τις υψηλότερες αποδόσεις, την αδύναμη χρηματιστηριακή αγορά και την ισχυρότερη συναλλαγματική ισοτιμία – όλα θα μπορούσαν να είναι αντίδραση σε σενάρια για πιο σφιχτή νομισματική πολιτική από ό,τι είχε προβλεφθεί. Καταλήγει επίσης στο ότι αυτή η τελευταία εκδοχή είναι η πιθανή.

Η ανάλυση αυτή, παρ' όλα αυτά, είναι ιδιαίτερα βραχυπρόθεσμη. Μακροπρόθεσμα, οι αποδόσεις των ομολόγων παραμένουν πολύ υψηλότερα από τα πιο χαμηλά τους επίπεδα που ήταν κοντά στο 0,4% και η χρηματιστηριακή αγορά βρίσκεται σε σημείο υψηλότερο κατά 63% από τα χαμηλά του Νοεμβρίου, ενώ το γεν έχει υποχωρήσει σημαντικά από τα πρόσφατα υψηλά.

Η ευρύτερη εικόνα δείχνει ότι οι επενδυτές εξακολουθούν να πιστεύουν ότι τόσο η BoJ όσο και η κυβέρνηση είναι δεσμευμένες να ακολουθήσουν τις νέες πολιτικές που υιοθέτησαν. Ο ρυθμός ανάπτυξης του 3,5% που καταγράφηκε το πρώτο τρίμηνο σε ετήσια βάση μπορεί να μη σχετίζεται σημαντικά με τη νέα πολιτική. Και αυτό το στοιχείο, όμως, είναι ενθαρρυντικό.

Επίσης, είναι αναπόφευκτο ότι οι πολιτικές αλλαγές στην Ιαπωνία θα επιφέρουν κάποια αποσταθεροποίηση. Ορισμένα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της BoJ πιστεύουν ότι η στάση πολιτικής προκαλεί σύγχυση επειδή ο στόχος είναι παράλληλα να αυξηθεί ο πληθωρισμός και να μειωθούν τα επιτόκια. Η αστάθεια στην αγορά ομολόγων οδήγησε επίσης σε κριτική ενάντια στον Χαρουχίκο Κουρόντα, τον νέο διοικητή της κεντρικής τράπεζας. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι οι ζημίες που υπέστησαν οι τράπεζες από το χαρτοφυλάκιό τους σε κρατικά ομόλογα Ιαπωνίας θα υπονομεύσουν τη δυνατότητά και την προθυμία τους να χορηγήσουν δάνεια για να επέλθει η ανάκαμψη.

Εν τω μεταξύ, από το εξωτερικό υπάρχει κριτική για την αποδυνάμωση του γεν. Πολλοί, κυρίως στην ανατολική Ασία, συμφωνούν με την προειδοποίηση του David Li από το πανεπιστήμιο Tsinghua, ότι πέρα από την άνοδο στον πληθωρισμό «το μόνο που βλέπει ο κόσμος είναι η απότομη υποτίμηση του γεν. Αυτή η υποτίμηση είναι άδικη για τις άλλες χώρες και μη βιώσιμη». Ο Takashi Ito από το Τόκιο απαντά: «Θεωρώ ότι είναι αβάσταχτο χώρες που υποτίμησαν ή χειραγώγησαν τα νομίσματά τους να κατηγορούν την Ιαπωνία για υποτίμηση του γεν».

Μοιάζει πλέον με πόλεμο νομισμάτων.

Πώς αποτιμούμε αυτήν τη συζήτηση; Πρώτον, η αποφασιστικότητα για τερματισμό του αποπληθωρισμού και ανάκτηση της ανάπτυξης θα πρέπει να οδηγήσει σε άνοδο των αποδόσεων στα κρατικά ομόλογα. Μία σταθερή οικονομία με πληθωρισμό 2% δεν θα έχει τόσο χαμηλά μακροπρόθεσμα επιτόκια στο 0,5%. Η μικρή άνοδος των επιτοκίων την προηγούμενη εβδομάδα δεν σηματοδοτεί αποτυχία της πολιτικής. Είναι μάλλον μία ισχυρή ένδειξη της επιτυχίας της νέας πολιτικής.

Είναι, όμως, σημαντικό να μην αυξηθούν τα επιτόκια περισσότερο από τον αναμενόμενο πληθωρισμό, ώστε να υπάρξει μείωση των πραγματικών επιτοκίων. Η BoJ πρέπει να δώσει κατευθυντήριες γραμμές για τα μακροπρόθεσμα επιτόκια. Θα πρέπει να είναι διατεθειμένη να αγοράσει χωρίς περιορισμούς όταν τα επιτόκια ξεπεράσουν το ταβάνι (που πιθανότατα θα είναι κινούμενο). Μπορεί να στηρίξει την πολιτική υποδεικνύοντας μία περίοδο κατά την οποία θα διατηρήσει μηδενικά βραχυπρόθεσμα επιτόκια. Τα επιτόκια θα μπορούσαν, για παράδειγμα, να παραμείνουν μηδενικά μέχρις ότου οι τιμές (όχι του πληθωρισμού) φτάσουν σε συγκεκριμένο σημείο. Με τέτοιους τρόπους, η BoJ θα μπορούσε να γίνει πιο προβλέψιμη.

Δεύτερον, η κυβέρνηση και η BoJ χρειάζεται να βρουν έναν καλό τρόπο διαχείρισης του υπέρογκου κρατικού χρέους της Ιαπωνίας. Το δραστικό βήμα της τιτλοποίησης θα πρέπει να είναι μέρος της λύσης. Αυτό θα απαιτεί πιθανότατα μόνιμη άνοδο στις απαιτήσεις αποθεμάτων για τις τράπεζες. Αυτό συνεπάγεται φόρο στις καταθέσεις. Για την Ιαπωνία, όμως, είναι λογικό να απαιτείται από τις τράπεζες να παρέχουν ιδιαίτερα φθηνή μόνιμη χρηματοδότηση στην κυβέρνηση και καθώς οι προοπτικές ανάπτυξης είναι φτωχές, είναι απίθανο να υπάρξει ισχυρή ανάκαμψη του ιδιωτικού δανεισμού, και το δημόσιο χρέος είναι τεράστιο. Οι χαμηλές (αν όχι αρνητικές) πραγματικές αποδόσεις των τραπεζικών καταθέσεων μπορεί επίσης να οδηγήσουν σε υποχώρηση του γεν, σε άνοδο στις τιμές των τοποθετήσεων και σε υψηλότερες δαπάνες στον ιδιωτικό τομέα. Όλα αυτά, όμως, είναι επιθυμητά.

Τρίτον, οι ανησυχίες για τον αντίκτυπο του αδύναμου γεν είναι κατανοητές. Η αύξηση του πλεονάσματος στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών είναι ένας τρόπος να αντισταθμιστούν οι υπερβολικές αποταμιεύσεις του ιαπωνικού επιχειρηματικού κλάδου. Όμως, ο Charles Dumas, της Lombard Street Research, υποστηρίζει ότι οι ανησυχίες του καθηγητή Li έχουν βάση. Η Κίνα έχει τη σημαντικότερη έκθεση από τις ισχυρές οικονομίες στη μεγάλη υποτίμηση της Ιαπωνίας. Και η Κίνα, όμως, χειραγωγεί τη συναλλαγματική της ισοτιμία. Αυτό που χρειάζεται είναι συζήτηση υπό την αιγίδα του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, στις αρχές που θα διέπουν τη συναλλαγματική πολιτική. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν θα γίνει. Αντιθέτως, ο οικονομικός εθνικισμός του κ. Άμπε μπορεί να συγκρουστεί με τον οικονομικό εθνικισμό της Κίνας. Όταν μαλώνουν τα βουβάλια την πληρώνουν... τα βατράχια.

Ο κίνδυνος της εγχώριας και της εξωτερικής αποσταθεροποίησης είναι πράγματι μεγάλος. Αυτό είναι επώδυνα εμφανές. Η Ιαπωνία, όμως, πρέπει να βγει από τη δίνη της. Και μπορεί να το κάνει. Θα το πετύχει, πάντως, μόνο με διαρθρωτική μεταμόρφωση: Πρέπει να μεταβιβάσει εισόδημα από τις επιχειρήσεις στους μετόχους, την κυβέρνηση και τους μισθωτούς. Μακροπρόθεσμα χρειάζονται υψηλότεροι πραγματικοί μισθοί, μεγαλύτερη φορολογία στα κέρδη και ισχυρότερα μερίσματα. Τελικά, ο κ. Άμπε δεν μπορεί να στηριχθεί μόνο στη νομισματική χειραγώγηση και στην αποδυνάμωση του νομίσματος. Πρέπει να αντιμετωπίσει το οχυρωμένο επιχειρηματικό καθεστώς της Ιαπωνίας. Αυτό, όμως, σημαίνει πραγματική επανάσταση. Θα το προσπαθήσει; Εξακολουθώ να αμφιβάλλω.

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα »

Δευτέρα 27 Μαΐου 2013

Εκτός πραγματικότητας οι επενδυτές


24/5/2013

Του Stephen King*

Διευρύνεται το κενό μεταξύ ελπίδας και οικονομικής πραγματικότητας. Η επιβράδυνση της Κίνας, οι αποφάσεις της Fed και ο εθισμός σε νομισματικά φάρμακα που προκαλούν... παραισθήσεις.


Κανείς δεν μπορεί να είναι ισχυρός εάν δεν είναι και η Κίνα. Αυτό, τουλάχιστον, φαίνεται πως είναι το μήνυμα από τα οικονομικά μεγέθη αυτής της εβδομάδας. Τα νέα στοιχεία δείχνουν υποτονική ανάπτυξη στην Κίνα, γεγονός που προκάλεσε νευρικές ρευστοποιήσεις σε άλλες χώρες.

Η ημερήσια πτώση 7% στο Nikkei μπορεί να μοιάζει υπερβολική αντίδραση, αλλά τον προηγούμενο χρόνο η Κίνα ήταν ο επικρατέστερος προορισμός για τις ιαπωνικές εξαγωγές, καθώς απορρόφησε το 18% από τις εξαγωγές προϊόντων της χώρας αυτής. Η Κίνα απορροφά πλέον περισσότερο από το ένα τέταρτο των κορεατικών εξαγωγών. Επίσης, είναι ο τρίτος μεγαλύτερος προορισμός για τις αμερικανικές εξαγωγές, μετά το Μεξικό και τον Καναδά.

Η αναταραχή στις χρηματιστηριακές αγορές δεν αποδίδεται μόνο στην Κίνα. Ο Μπεν Μπερνάνκε, ο πρόεδρος της Federal Reserve, αποκάλυψε ότι οι αγορές τίτλων που σχετίζονται με το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης μπορεί να μειωθούν νωρίτερα από ό,τι ανέμεναν οι επενδυτές, δίνοντας έτσι έναν ακόμη λόγο στις αγορές για σημαντική πτώση. Εν τω μεταξύ, η ενίσχυση των αποδόσεων στα ομόλογα της Ιαπωνίας δημιούργησε μία νέα εστία νευρικότητας. Τα χρηματοοικονομικά στοιχήματα δεν είναι πλέον τόσο σίγουρα.

Η σχέση μεταξύ της Κίνας και του υπόλοιπου κόσμου έχει αλλάξει σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Προ της χρηματοοικονομικής κρίσης, η ανάπτυξή της στηριζόταν στις εξαγωγές και στο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της παραγωγικότητας. Οι εξαγωγές, πληθωριστικά προσαρμοσμένες κατέγραφαν ετήσια αύξηση 20% - 30%. Η κατάσταση, όμως, μεταβλήθηκε. Το 2012, οι εξαγωγές αυξήθηκαν μόλις 6% κυρίως λόγω της τραυματικής κατάστασης στην ευρωζώνη. Αποτέλεσμα ήταν η αξιοσημείωτη πτώση στο πλεόνασμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της Κίνας, που μειώθηκε από 10% του ΑΕΠ το 2007 σε 2,6% του ΑΕΠ το 2012.

Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η Κίνα προσπάθησε να περιορίσει την οικονομική επιβράδυνση, ενισχύοντας τις επενδύσεις σε υποδομές. Υπάρχουν επιχειρήματα που στηρίζουν αυτήν τη γραμμή. Η μέση πυκνότητα σιδηροδρομικών γραμμών ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο στις 10 μεγαλύτερες πόλεις της χώρας, για παράδειγμα, είναι χαμηλότερη από το ένα τέταρτο του μέσου όρου στις πόλεις των μελών του ΟΟΣΑ.

Οι επενδύσεις σε υποδομές, όμως, έχουν κόστος. Η πιστωτική επέκταση ήταν υπερβολική, τα κεφάλαια κατανεμήθηκαν αναποτελεσματικά και η αύξηση της παραγωγικότητας μειώθηκε. Ενώ, λοιπόν, η μείωση του πλεονάσματος στην Κίνα θα μπορούσε να θεωρηθεί ευπρόσδεκτη εξέλιξη, που απαλύνει τις διεθνείς χρηματοοικονομικές ανισορροπίες, συνέπεσε με την εγχώρια οικονομική επιβράδυνση, που επιφέρει επιπτώσεις στην ανάπτυξη πέρα από τα κινεζικά σύνορα.

Η κινεζική οικονομία δεν κινδυνεύει με κατάρρευση. Η συνεχής αστικοποίηση θα φέρει ικανή αύξηση της παραγωγικότητας, ώστε να συνεχιστεί η υπεραπόδοση της Κίνας συγκριτικά με άλλες χώρες.

Εν αντιθέσει με τις περισσότερες ανεπτυγμένες οικονομίες, η Κίνα έχει ακόμη κάποια περιθώρια χειρισμών στη δημοσιονομική πολιτική. Η κινεζική επιβράδυνση, όμως, σε συνδυασμό με την αναιμική ανάκαμψη στις αναπτυσσόμενες χώρες, είναι πονοκέφαλος για τους αξιωματούχους.

Το δέλεαρ για πολιτικές οικονομικού εθνικισμού αυξάνεται.

Η ποσοτική χαλάρωση και άλλες σχετιζόμενες πολιτικές λειτουργούν πρωτίστως μέσω δύο καναλιών. Το πρώτο είναι το αποκαλούμενο κανάλι χαρτοφυλακίου, όπου οι αγορές κρατικών τίτλων από την κεντρική τράπεζα οδηγούν σε χαμηλότερα μακροπρόθεσμα επιτόκια, ενθαρρύνοντας τους επενδυτές να στραφούν σε τοποθετήσεις με ισχυρότερες αποδόσεις αλλά και με μεγαλύτερο κίνδυνο. Με τον τρόπο αυτόν, υποτίθεται ότι γίνεται ευκολότερη η άντληση κεφαλαίων από επιχειρήσεις, η ενίσχυση των επενδύσεων, η αύξηση στον πλούτο των νοικοκυριών και, κατά συνέπεια, η αύξηση στις καταναλωτικές δαπάνες.

Το κανάλι αυτό, όμως, δεν λειτούργησε όπως αναμενόταν. Οι αγορές εκτινάχθηκαν, αλλά τα αποτελέσματα ήταν μέτρια. Δημιουργήθηκε ένα χάσμα μεταξύ χρηματοοικονομικής ελπίδας και οικονομικής πραγματικότητας. Η κινεζική επιβράδυνση διευρύνει αυτό το χάσμα περιορίζοντας τις προοπτικές εξαγωγών για τους παραγωγούς σε άλλες χώρες. Η απομάκρυνση της νομισματικής στήριξης απειλεί να κλείσει το κενό απότομα - όχι επειδή πυροδοτεί ανάκαμψη της δραστηριότητας, αλλά επειδή οδηγεί σε απότομη διόρθωση των αγορών.

Το δεύτερο κανάλι λειτουργεί μέσω της υποχώρησης των συναλλαγματικών ισοτιμιών. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι η συναλλαγματική υποτίμηση που σχετίζεται με την ποσοτική χαλάρωση τελικά θα φέρει πλεονεκτήματα και για άλλες χώρες. Όσοι αποφάσισαν να αποφύγουν την ποσοτική χαλάρωση αντιμετωπίζουν απώλεια κερδών από εξαγωγές και σταδιακά θα αναγκαστούν να ακολουθήσουν τον ίδιο δρόμο, πυροδοτώντας κατά συνέπεια μεγαλύτερο αντίκτυπο από το κανάλι του χαρτοφυλακίου.

Εάν, όμως, ο εγχώριος οικονομικός αντίκτυπος της ποσοτικής χαλάρωσης δεν είναι ικανοποιητικός, τότε ο πρωταρχικός αντίκτυπος των συναλλαγματικών υποτιμήσεων θα είναι η ενίσχυση των εξαγωγών. Με αναιμική παγκόσμια ανάπτυξη, η κατάσταση αυτή αδιαμφισβήτητα θα οδηγήσει σε αλληλοκατηγορίες για πόλεμο νομισμάτων.

Αυτό το δεύτερο κανάλι αναμένεται να εξελιχθεί σε εστία εντάσεων στην Ασία τους επόμενους μήνες, λόγω της μαζικής νομισματικής χαλάρωσης στην Ιαπωνία.

Στις αρχές του έτους, υπήρξαν μεγάλες προσδοκίες ότι η παγκόσμια οικονομία θα έβγαινε από τον λήθαργο με την άφθονη χρήση νομισματικών φαρμάκων, την ανάκαμψη στις ΗΠΑ και την ισχύ της Κίνας. Τα νομισματικά φάρμακα, όμως, φαίνεται πως τελικά έχουν συμπτώματα παραισθήσεων.

Απουσία ανάκαμψης στον ανεπτυγμένο κόσμο, η επιβράδυνση της Κίνας είναι ένας ακόμη λόγος για να αμφισβητούμε το εάν οι επενδυτές των χρηματαγορών βρίσκονται σε επαφή με την πραγματικότητα.

*Ο Stephen King είναι επικεφαλής οικονομικής ανάλυσης στην HSBC.

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα »

Κυριακή 7 Απριλίου 2013

Financial Times: Ο οικονομικός εθνικισμός θα φέρει καταστροφή


2/2/2013

Του Stephen King*

Οι νομισματικοί πόλεμοι μπορεί να κυριαρχούν στα πρωτοσέλιδα, αλλά δεν είναι παρά το σύμπτωμα ενός προβλήματος με πολύ βαθύτερες ρίζες. Παρατηρούμε την επιστροφή του οικονομικού εθνικισμού. Στη σύνοδο των G20 το 2009 στο Λονδίνο, για μια φευγαλέα στιγμή φάνηκε πως τα έθνη είχαν μάθει να συνεργάζονται για να λύσουν τα οικονομικά και χρηματοπιστωτικά προβλήματα του πλανήτη. Αυτό το όνειρο δεν υπάρχει πια. Η επίμονη οικονομική στασιμότητα έχει υποχρεώσει τους πολιτικούς ηγέτες μας να προσπαθούν όλο και περισσότερο να βρουν εθνικές λύσεις σε ένα πρόβλημα που όσο πάει περιπλέκεται σε διεθνές επίπεδο.

Η προσέγγισή τους δεν είναι παράξενη. Οι πολιτικοί λογοδοτούν στους ψηφοφόρους τους -και στα εγχώρια ΜΜΕ- περισσότερο από οποιονδήποτε. Τον παλιό καλό καιρό, όταν η παγκοσμιοποίηση έδειχνε να προσφέρει βελτίωση του βιοτικού επιπέδου για όλους, δεν υπήρχε σύγκρουση. Οι ηγέτες μας μπορούσαν να στηρίζουν ταυτοχρόνως την αρχιτεκτονική της παγκοσμιοποίησης, λαμβάνοντας τα εύσημα της ευμάρειας στην πατρίδα τους. Αυτό όμως άλλαξε. Αν και η παγκοσμιοποίηση έχει σίγουρα βγάλει εκατομμύρια Κινέζους και Ινδούς από τη φτώχεια κι έχει μετατρέψει τους πλούσιους Δυτικούς σε πάμπλουτους, είναι ελάχιστη η παρηγοριά για τα εκατομμύρια πολίτες της Δύσης που είναι βαριά φορτωμένοι με χρέη και έχουν χρόνια να δουν αύξηση μισθού.

Δεν είναι ότι θέλουν τα έθνη να γίνουν προστατευτικά. Αντίθετα, είναι οι θιασώτες της παγκοσμιοποίησης που έχουν κρυφτεί. Δεν τους είναι εύκολο πια να ισχυριστούν ότι οι δυνάμεις του διεθνισμού έχουν φέρει δώρα για όλους. Χωρίς αυτούς τους θιασώτες, όμως, ο πειρασμός της επιβολής οικονομικού εθνικισμού γίνεται ακόμη μεγαλύτερος.

Ο οικονομικός εθνικισμός, ωστόσο, είναι γεμάτος αντιφάσεις. Μπορεί να είναι λογικό για τους ρυθμιστές μιας χώρας να προωθήσουν μόνοι τους νομισματική υποτίμηση, ειδικά όταν από τις ενδείξεις φαίνεται ότι ένα νόμισμα είναι σημαντικά υπερτιμημένο. Αλλά δεν έχει νόημα να προωθούν υποτιμήσεις πολλές χώρες μαζί. Δεν είναι δυνατόν όλες, παράλληλα, να έχουν υπερτιμημένα νομίσματα. Αντίστοιχα, ίσως είναι λογικό για τις χώρες με χαμηλά επίπεδα χρέους και υγιή ισοζύγια πληρωμών να απαιτούν να ακολουθήσουν οι άλλοι τα βήματά τους, αλλά απλώς δεν είναι δυνατόν όλα τα έθνη ταυτόχρονα να έχουν πλεονασματικά ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών, παρά τους ευσεβείς πόθους των συντηρητικών οικονομολόγων της Γερμανίας.

Δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς, παρά να ζούμε σε έναν διαδραστικό κόσμο. Αυτές οι συνδέσεις μας, καλές ή κακές, σχηματοποιούν την οικονομική τύχη όλων. Ο οικονομικός εθνικισμός αυτό που κάνει είναι να αγνοεί αυτές τις συνδέσεις. Προσποιείται ότι κάθε χώρα μπορεί να καθορίζει την τύχη της, βαδίζοντας με τον δικό της ρυθμό, έστω κι αν άλλες παίρνουν εντελώς διαφορετικές κατευθύνσεις.

Στην πραγματικότητα, δεν είναι παρά μια λαϊκίστικη επιστημονική φαντασία: Τα πάνω και τα κάτω ενός οικονομικού κύκλου σε μια χώρα είναι στενά συντονισμένα με τις αντίστοιχες κινήσεις αλλού. Η επιτυχία των νομισματικών υποτιμήσεων εξαρτάται τόσο από την προθυμία των ξένων να αγοράσουν φθηνές εξαγωγές, όσο και από τον βαθμό της αύξησης στον εγχώριο πληθωρισμό λόγω των υψηλότερων τιμών εισαγωγών. Τα πλεονεκτήματα της ποσοτικής χαλάρωσης θα εξασθενήσουν αν αυτή καταλήξει σε σημαντική αύξηση των τιμών των εμπορευμάτων. Και οι προσπάθειες αυξήσεων των φόρων για να μειωθούν τα ελλείμματα ίσως απλώς καταλήξουν σε έξοδο ταλέντων, για παράδειγμα, από το Παρίσι στο Λονδίνο.

Ο Μοχάμετ ελ Εριάν (σ.σ.: το αφεντικό της Pimco, του μεγαλύτερου επενδυτή στο χώρο των κρατικών ομολόγων) έχει απόλυτο δίκιο όταν προειδοποιεί για τους κινδύνους που εγκυμονούν για την Ευρωζώνη οι στρατηγικές νομισματικής χαλάρωσης τις οποίες επιβάλλουν άλλες χώρες. Αν η Ιαπωνία καταφέρει να ρίξει το γεν, αν οι Αμερικανοί συνεχίσουν να τυπώνουν χρήμα για να ρίξουν την ανεργία κάτω από το 7% και αν η Τράπεζα της Αγγλίας υπό τον Μαρκ Κάρνεϊ επιβάλει νέα στρατηγική, φιλική προς την ανάπτυξη, με χαλαρή στάση για τη σταθερότητα τιμών βραχυπρόθεσμα, υπάρχει κίνδυνος να ανατραπεί όλη η καλή δουλειά που έχει κάνει ο διοικητής της ΕΚΤ, Μάριο Ντράγκι, για τη σταθεροποίηση του νομισματικού συστήματος της Ευρωζώνης. Το κόστος εργασίας στον ευρωπαϊκό Νότο παραμένει πολύ υψηλό. Η ισχυροποίηση του ευρώ θα εξανεμίσει τις ελπίδες για μελλοντική αναγέννηση της ανάπτυξης.

Οι επιπτώσεις μιας τέτοιας αποτυχίας θα είναι σίγουρα επώδυνες. Ο ευρωπαϊκός Νότος χρειάζεται πάνω απ’ όλα ανάπτυξη για να μπορέσει να βελτιώσει τη δημοσιονομική του θέση. Χωρίς ανάπτυξη, αυτή η δημοσιονομική θέση θα επιδεινωθεί. Ακόμη και με την προσφορά βοήθειας από την ΕΚΤ με την αγορά ομολόγων, οι αυξήσεις στα κρατικά χρέη αναπόφευκτα θα πυροδοτήσουν κρίση πολιτική και οικονομική. Πόσο θα αντέξουν οι πιστώτριες χώρες του ευρωπαϊκού Βορρά να στηρίζουν τις ανεξέλεγκτες τροχιές των χρεών του Νότου; Και όταν αυτή η στήριξη αναπόφευκτα εξασθενήσει, θα βρεθεί η οικονομία της Ευρωζώνης για μία φορά ακόμη στο χείλος της υφεσιακής αβύσσου;

Ο κίνδυνος αυτός αποκαλύπτει μια κρυφή αλήθεια για τον οικονομικό εθνικισμό. Συχνά μπορεί να καταλήξει όχι σε ταχύτερη ανάπτυξη, αλλά, αντίθετα, σε παγκόσμια αναδιανομή του οικονομικού πόνου. Αυτό που βλέπουμε να εξελίσσεται είναι μια μάχη ανάμεσα στα συμφέροντα των πιστωτών και των χρεωμένων διεθνώς. Καθώς τα επίπεδα της παγκόσμιας παραγωγής είναι πολύ χαμηλότερα απ’ όσο θα περίμενε κανείς λίγα χρόνια πριν, οι πιστωτές έχουν κίνητρο να μεταθέσουν το βάρος της προσαρμογής στους δανειολήπτες, απαιτώντας επίπονη λιτότητα από τους «αμαρτωλούς». Οι χρεωμένοι, εν τω μεταξύ, έχουν κίνητρα να περάσουν το βάρος της προσαρμογής στους πιστωτές μέσω νομισματικών υποτιμήσεων, χρεοστασίων και διασώσεων.

Αντιμέτωποι με αυτά τα ανταγωνιστικά κίνητρα, δεν είναι να απορεί κανείς που δεν μπορούμε να επιστρέψουμε στους αναπτυξιακούς ρυθμούς του παρελθόντος. Ο οικονομικός εθνικισμός μπορεί να προσφέρει βραχυπρόθεσμη ανακούφιση, αλλά, ως πολιτική απάντηση σε μια οικονομική αποτυχία, απλώς κινδυνεύει να μας κλειδώσει στην οικονομική αποτυχία για το μακροπρόθεσμο μέλλον.

* Ο Σ. Κινγκ είναι οικονομολόγος του ομίλου HSBC

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα »

Ο κίνδυνος του οικονομικού εθνικισμού είναι ορατός


30/9/2012

H διαχείριση μιας κρίσης τέτοιου βεληνεκούς και επικινδυνότητας απαιτεί από τις κυβερνήσεις να δράσουν χωρίς παρωπίδες και χωρίς στεγανά υπέρ των κομματικών στρατών τους. Είναι προφανές στη χώρα μας, όταν βγούμε από αυτή τη δεινή περιπέτεια, η απόσταση της τριτοκομματικής κυβέρνησης από την κοινωνία θα είναι σχεδόν αγεφύρωτη. Όταν περάσουν από τη Βουλή και εφαρμοστούν τα πιο επώδυνα μέτρα οικονομικής πολιτικής που έχουν δοκιμαστεί ποτέ σε ευρωπαϊκή χώρα, αυτό που θα κρίνει το αποτέλεσμα είναι η αποδοχή των επιλογών της κυβέρνησης από την κοινωνία και η έξοδος -αν κάποτε φανεί- από την πρωτοφανή σε παγκόσμιο επίπεδο ύφεση.

Στο πλαίσιο οικονομικού συνεδρίου που διεξήχθη στη Ρώμη, ο Ιταλός πρωθυπουργός Μάριο Μόντι προειδοποίησε για τη στροφή στον εθνικισμό και τον αντιευρωπαϊσμό που καλλιεργεί η κρίση χρέους, καθώς «αναδύονται εκ νέου παλαιά στερεότυπα και παλαιές τάσεις» και εκδηλώνεται λαϊκισμός «κατά της ευρωπαϊκής ενότητας σε σχεδόν όλα τα κράτη-μέλη». Πρόσθεσε, μάλιστα, πως πρότεινε τη σύγκληση έκτακτης συνόδου κορυφής στη Ρώμη προκειμένου να συζητηθεί η τάση για διχοτόμηση της Ευρώπης ανάμεσα σε Βορρά και Νότο, την οποία καλλιεργεί η δυσφορία κατά της πολιτικής λιτότητας.

Aραγε ποιο πακέτο οικονομικής βοήθειας θα είναι καταλληλότερο; Eξαρτάται από τη χώρα στην οποία εφαρμόζεται. Mόνο οι ανόητοι και οι απόλυτοι έχουν απορρίψει ή έχουν υιοθετήσει μόνο μία λύση αποκλείοντας όλες τις υπόλοιπες. Ωστόσο, υπάρχει μία προσέγγιση η οποία θα πρέπει να είναι αδιαπραγμάτευτη και καθολικά εφαρμόσιμη. Kαι αυτή είναι η προσήλωση στο διεθνές εμπόριο, η διατήρηση των εμπορικών συνόρων ανοιχτών και η αποφυγή πάση θυσία της επέλασης ενός οικονομικού εθνικισμού. Γιατί εάν ο οικονομικός εθνικισμός επιστρέψει, ο κόσμος θα βρεθεί αντιμέτωπος με πολύ σοβαρά προβλήματα.

Το εμπόριο προωθεί την εξειδίκευση η οποία φέρνει ευημερία. Oι διεθνείς κεφαλαιαγορές, παρά τα προβλήματά τους, διανέμουν χρήματα πολύ περισσότερο αποτελεσματικά από ό,τι οι τοπικές. H διεθνής συνεργασία στον οικονομικό τομέα ενισχύει την εμπιστοσύνη και την ασφάλεια. Kαι όμως παρόλα αυτά τα πασιφανή πλεονεκτήματά της η παγκόσμια οικονομία τελεί υπό απειλή. O πολιορκητικός κριός του εθνικισμού είναι περισσότερο ορατός στον τραπεζικό κλάδο. Οι πολιτικοί δίνουν πακτωλό χρημάτων των φορολογουμένων σε παραπαίουσες τράπεζες απαιτώντας να δανείζουν αυτά τα χρήματα αποκλειστικά και μόνο εντός της χώρας. Αφού οι τράπεζες μειώνουν τις δανειοδοτήσεις σε συνολικό επίπεδο, αυτό σημαίνει ότι στην ουσία επαναπατρίζουν τα κεφάλαιά τους.

Ενώ η κρίση χρέους διχάζει τους Ευρωπαίους ηγέτες και ο Ιταλός πρωθυπουργός προειδοποιεί για τις διαφορετικές τάσεις που αυτή ενσπείρει στους κόλπους της Ευρωζώνης, το Βερολίνο, και όχι οι Βρυξέλλες, θα αποφασίσει για το μέλλον των υπερχρεωμένων κρατών-μελών της Ευρωζώνης. Λόγω της οικονομικής υπεροχής και του κύρους της, η Γερμανία είναι ο μεγαλύτερος πιστωτής στην Ευρωπαϊκή Ενωση κι έτσι το δικαίωμα άσκησης βέτο τής προσδίδει τεράστια δύναμη.

Κυρίαρχο ρόλο στην πολιτική σκηνή της Γερμανίας παίζει η καγκελάριος Αγκελα Μέρκελ. Ενα χρόνο πριν από τις ομοσπονδιακές εκλογές, η κ. Μέρκελ παραμένει ακλόνητη, με τις δημοσκοπήσεις να τοποθετούν την κυβέρνηση συνασπισμού Χριστιανοδημοκρατών και Φιλελευθέρων στην πρώτη θέση με ποσοστά που φθάνουν το 35% με 39%. Λίγοι πιστεύουν ότι το πολιτικό σκηνικό θα ανατραπεί δραματικά. Η κ. Μέρκελ ενέτεινε πέρυσι το κλίμα ανησυχίας στην Ευρωζώνη μπλοκάροντας προτάσεις για την από κοινού εγγύηση των κρατικών δανείων και των τραπεζικών καταθέσεων.

Όμως, οι ελπίδες επέστρεψαν όταν τελικά η ίδια αποδέχθηκε την εκ νέου ενεργοποίηση του προγράμματος κρατικών ομολόγων από την ΕΚΤ, επιδεικνύοντας αλληλεγγύη υπό αυστηρούς όρους. Η αυστηρότερη κριτική εις βάρος της πολιτικής της κ. Μέρκελ στην Ευρώπη ασκείται από την πλευρά των συντηρητικών ΜΜΕ και τη γερμανική κεντρική τράπεζα. Οπως υπογραμμίζει ο Μόριτζ Σάλερ, αρθρογράφος στην Der Tagesspiegel: «Πουλήσαμε μοντέλα Mercedes και ψυγεία Bosch στους Έλληνες, τα οποία αγόρασαν με χρήματα που δεν είχαν. Και σήμερα επαναλαμβάνουμε τα λάθη που κάναμε με την επανένωση της Δυτικής και Ανατολικής Γερμανίας». Εν συνεχεία, ο κ. Σάλερ συμπληρώνει ότι «η Ανατολική Γερμανία δεν εξελίχθηκε χάρη στο δικό μας “Σχέδιο Μάρσαλ”. Οι άνθρωποι μετανάστευσαν στη Δύση, ψάχνοντας καλύτερη θέση εργασίας, ενώ στην Πολωνία, η οικονομία πέτυχε έπειτα από μια επίπονη 10ετία, όπου έκλειναν επιχειρήσεις και αυξανόταν η ανεργία όσο πραγματοποιούνταν μεταρρυθμίσεις.

Την ίδια στιγμή ο μεγαλοεπενδυτής Τζορτζ Σόρος παρεμβαίνοντας με άρθρο του που φέρει τον τίτλο «Ηγηθείτε ή φύγετε: μια θεμιτή απόφαση που πρέπει να πάρει η Γερμανία», την καλεί να αναδειχθεί σε πιο «καλοπροαίρετη» ηγεμονική δύναμη ή να εγκαταλείψει το ευρώ, κάτι που θεωρεί λιγότερο επιζήμιο από μια έξοδο της Ελλάδας ή μιας άλλης χώρας του Νότου. Σε ό,τι αφορά το εξαγγελθέν πρόγραμμα αγοράς ομολόγων της ΕΚΤ, ο κ. Σόρος εκτιμά πως ενδέχεται να διασώσει πράγματι το ευρώ, αλλά θα προωθήσει μια μόνιμη διχοτόμηση της Ευρώπης σε δανειζόμενες χώρες και χώρες δανειστές.

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα »

Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2013

Stephen King: Καμπανάκι για τον οικονομικό εθνικισμό στην Ευρώπη


31/1/2013

Την επιστροφή του οικονομικού εθνικισμού στην Ευρώπη, εντοπίζει σε άρθρο του στους Financial Times, o οικονομολόγος της HSBC, Stephen King.

Η επίμονη οικονομική στασιμότητα έχει υποχρεώσει τους πολιτικούς ηγέτες να προσπαθούν όλο περισσότερο να βρουν εθνικές λύσεις σε ένα πρόβλημα που ωστόσο όλο και περιπλέκεται σε διεθνές επίπεδο.
Σύμφωα με τον King αυτή η αντιμετώπιση δεν θα έπρεπε να προξενεί έκπληξη, καθώς οι πολιτικοί λογοδοτούν στους ψηφοφόρους τους και στα εγχώρια μέσα μαζικής ενημέρωσης. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο οικονομολόγος της HSBC, δεν είναι ότι θέλουν τα έθνη να γίνουν προστατευτικά, μάλλον το αντίθετο, καθώς τάσσονται υπέρ της παγκοσμιοποίησης, πίσω από την οποία έχουν κρυφτεί.
Ωστόσο, ο οικονομικός εθνικισμός, φάσκει κι αντιφάσκει. Μπορεί να είναι λογικό για τις αρχές μιας χώρας, να προωθούν νομισματική υποτίμηση, ωστόσο δεν έχει νόημα να προωθούν υποτιμήσεις πολλές χώρες μαζί, καθώς δεν είναι δυνατόν όλες, παράλληλα, να έχουν υπερτιμημένα νομίσματα.

Κατά τον ίδιο τρόπο, ίσως είναι λογικό για τις χώρες με χαμηλά επίπεδα χρέους και «υγιή» ισοζύγια πληρωμών, να απαιτούν να ακολουθήσουν οι άλλοι τα βήματά τους, αλλά απλά δεν είναι δυνατόν όλα τα έθνη ταυτόχρονα να έχουν πλεονασματικά ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών, παρά τους ευσεβείς πόθους των συντηρητικών Γερμανών οικονομολόγων.
Όπως υποστηρίζει ο King, ο Mohamed El-Erian (Pimco), έχει απόλυτο δίκιο όταν προειδοποιεί για τους κινδύνους που εγκυμονούν για την ευρωζώνη οι στρατηγικές νομισματικής χαλάρωσης τις οποίες επιβάλλουν άλλες χώρες.
Αν η Ιαπωνία καταφέρει να ρίξει το γεν, αν οι Αμερικανοί συνεχίσουν να τυπώνουν χρήμα για να ρίξουν την ανεργία κάτω από το 7% και αν η Bank of England υπό τον Mark Carney επιβάλλει νέα στρατηγική φιλική προς την ανάπτυξη με χαλαρή στάση για την σταθερότητα τιμών βραχυπρόθεσμα, υπάρχει κίνδυνος να ανατραπεί όλη η καλή δουλειά που έχει κάνει ο Mario Draghi για την σταθεροποίηση του νομισματικού συστήματος της ευρωζώνης. Το κόστος εργασίας στον ευρωπαϊκό Νότο παραμένει πολύ υψηλό. Η ισχυροποίηση του ευρώ θα καταρρίψει τις ελπίδες για μελλοντική αναγέννηση της ανάπτυξης.

Οι επιπτώσεις μιας τέτοιας αποτυχίας θα είναι σίγουρα επώδυνες. Ο ευρωπαϊκός Νότος χρειάζεται πάνω απ'όλα ανάπτυξη για να μπορέσει να βελτιώσει την δημοσιονομική του θέση. Χωρίς ανάπτυξη, αυτή η δημοσιονομική θέση θα επιδεινωθεί. Ακόμη και με την προσφορά βοήθειας από την ΕΚΤ με τα ΟΜΤ, οι αυξήσεις στα κρατικά χρέη αναπόφευκτα θα πυροδοτήσουν κρίση πολιτική και οικονομική. Πόσο θα αντέξουν οι πιστώτριες χώρες του ευρωπαϊκου Βορρά να στηρίζουν τις ανεξέλεγκτες τροχιές των χρεών του Νότου; Και όταν αυτή η στήριξη αναπόφευκτα θα εξασθενίσει, θα βρεθεί η οικονομία της ευρωζώνης για μια φορά ακόμη στο χείλος της υφεσιακής αβύσσου;
Ο κίνδυνος αυτός αποκαλύπτει μια κρυφή αλήθεια για τον οικονομικό εθνικισμό. Συχνά μπορεί να καταλήξει όχι σε ταχύτερη ανάπτυξη αλλά, αντίθετα, σε παγκόσμια αναδιανομή του οικονομικού πόνου. Αυτό που βλέπουμε να εξελίσσεται είναι μια μάχη ανάμεσα στα συμφέροντα των δανειστών και των υπερχρεωμένων σε διεθνές επίπεδο. Όπως συμπεραίνει ο King, ο οικονομικός εθνικισμός μπορεί να προσφέρει ανακούφιση βραχυπρόθεσμα, ωστόσο ως πολιτική απάντηση σε μια οικονομική αποτυχία, θα αποτύχει.

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα »