Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεόδωρος Μαριόλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεόδωρος Μαριόλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 21 Μαρτίου 2017

Ένα Πρόγραμμα Οικονομικής Πολιτικής για την Ελλάδα


10/9/2015

Θεόδωρος Μαριόλης

Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο, και πρόεδρος του Ινστιτούτου Κοινωνικών Ερευνών Δημήτρης Μπάτσης

Εισαγωγή

Στο παρόν κείμενο κωδικοποιούνται τα βασικά σημεία ενός προγράμματος οικονομικής πολιτικής για την Ελλάδα. Στοχεύει στην ανάταξη και, εν συνεχεία, ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και της κοινωνικής παραγωγής, με γνώμονα τα γενικά εθνικά συμφέροντα, αλλά δίνοντας προτεραιότητα σε εκείνα των μισθωτών. Αποτελείται από δύο ενότητες: Η Ενότητα Ι επικεντρώνεται στην κατάσταση της ελληνικής οικονομίας, στο ζήτημα της ανάπτυξης και στην ευρωπαϊκή ΟΝΕ. Υποστηρίζει ότι η παραμονή της χώρας στην ευρωζώνη είναι ασυμβίβαστη με την υλοποίηση προγράμματος απελευθέρωσης από τον βρόχο των Μνημονίων-επιταχυνόμενης ανάπτυξης. Η Ενότητα ΙΙ προσδιορίζει το απαιτούμενο μείγμα οικονομικής πολιτικής.[1]

Η δομή και οι προτάσεις του προγράμματος έχουν συγκροτηθεί βάσει θεωρητικών και εμπειρικών μελετών της ελληνικής οικονομίας.[2] Πρόκειται για πρόγραμμα ανοικτό ως προς, πρώτον, την εξειδίκευση επιμέρους σημείων του, και, δεύτερον, την επικαιροποίηση των προαναφερθέντων εμπειρικών μελετών και, έτσι, την ανατροφοδότηση της ποσοτικής διάστασής του. Στην περίπτωση όπου υπάρξουν νέα ποσοτικά ευρήματα, τα οποία υποδηλώνουν την εμφάνιση ποιοτικών μεταβολών, θα απαιτηθεί ανασχεδιασμός του.

Υπογραμμίζεται, επίσης, ότι είναι πρόγραμμα οικονομικής πολιτικής και όχι πολιτικής οικονομίας. Αντικείμενό του είναι, επομένως, τα μέσα και οι μέθοδοι κατεύθυνσης του συστήματος σε τροχιά ευσταθούς και διευρυνόμενης αναπαραγωγής, και όχι οι – ενδεχομένως – απαιτούμενες για την επίτευξη αυτού του στόχου μεταβολές των υφιστάμενων εθνικών κοινωνικών σχέσεων παραγωγής. Πριν από την πραγμάτευση του κατά σειρά πρώτου ζητήματος, το εγχείρημα πραγμάτευσης του δευτέρου είναι άτοπο.

Ωστόσο, δεν θα ήταν άσκοπο να διευκρινιστούν τα εξής: Εάν το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό υπερβαίνει εκείνο το οποίο αντιστοιχεί στις υφιστάμενες σχέσεις παραγωγής και, ειδικότερα, οι τελευταίες «έχουν μεταβληθεί από μορφές ανάπτυξης σε δεσμά» (Marx) των πρώτων, τότε η σοσιαλιστική επανάσταση συνιστά αντικειμενική αναγκαιότητα.[3] Όσοι υποστηρίζουν το συμπέρασμα, οφείλουν να αποδείξουν την προκείμενη. Από την πλευρά μου εκτιμώ ότι η κύρια αντίθεση του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού έγκειται στο ότι, ενώ είναι κεφαλαιοκρατικός, δεν δύναται να αναπτυχθεί περαιτέρω εντός του ευρωζωνικού (ή, γενικότερα, «παγκοσμιοποιητικού») κεφαλαιοκρατικού πλαισίου. Στο ορατό μέλλον της ευρωζώνης ενέχονται δύο, κατά βάση, εναλλακτικές, αλλά ασυμβίβαστες μεταξύ τους, προοπτικές. Η μία είναι η ανάδυση νέου – εθνικού και εν συνεχεία διεθνικού – προτύπου ανάπτυξης, το οποίο θα βασίζεται σε μετακεφαλαιοκρατικές σχέσεις παραγωγής. Η άλλη είναι ο – δια μετάβασης στο στάδιο της «Πλήρους Οικονομικής (Κεφαλαιοκρατικής) Ολοκλήρωσης» – μετασχηματισμός της Ελλάδας σε κάτι ανάμεσα στην Πολιτεία του Μισισίπι και στο Χαμπερστόουν-Ατακάμα της ευρωζώνης, με ορισμένες «νησίδες» τύπου Μαϊάμι. Η κατά σειρά πρώτη προοπτική οδηγεί στην επίλυση της κύριας αντίθεσης, ενώ η δεύτερη στην  – πολιτική, ιδεολογική και δικαϊκή –  επισκότισή της.

Ενότητα Ι

Η Κατάσταση της Ελληνικής Οικονομίας, το Ζήτημα της Ανάπτυξης και η ΟΝΕ

Ι.1. Τα Δεδομένα

Η βαθιά ύφεση της ελληνικής οικονομίας, η επακόλουθη εκτίναξη της ανεργίας και η πολωτική αναδιανομή του εισοδήματος εις βάρος των μισθωτών, των αυτοαπασχολούμενων και των συνταξιούχων είναι, με διεθνή μέτρα και σταθμά, πρωτοφανείς. Μάλλον πιο εντυπωσιακό, όμως, είναι ότι το υπ’ αριθμόν ένα ζήτημα για τις «Μνημονιακές Κυβερνήσεις» ήταν και είναι η εφαρμογή μέτρων, τα οποία εντείνουν, στον ένα ή στον άλλο βαθμό, την ύφεση και την αποσάθρωση της παραγωγικής βάσης της χώρας. Παραλλήλως, αυτή η εφαρμογή συσκοτίζεται, άλλοτε εκουσίως και άλλοτε ακουσίως, με κάθε είδους ιδεοληψία, όπως: «ευρωπαϊσμός-κοσμοπολιτισμός», «μεταρρυθμίσεις-εκσυγχρονισμός», «επιστροφή στην εθνική παραγωγή-αυτάρκεια» και «κατοχική δραχμή», από την μία πλευρά, και «ιμπεριαλιστική εκμετάλλευση μέσω μεταφοράς αξίας και υπεραξίας», «πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους» και «παγκόσμια κρίση-επανάσταση», από την άλλη.

Τα δεδομένα της ελληνικής οικονομίας δείχνουν τα εξής:

Ι.1.1. Ανεργία

Για να αρχίζει να μειώνεται η ανεργία πρέπει να σημειωθούν ρυθμοί αύξησης του ΑΕΠ άνω του 2%. Ενδεικτικά, η εντός περιόδου 5 ετών συμπίεση της ανεργίας στο ποσοστό του 10% προαπαιτεί μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ κατά 5.4% και δημιουργία 181 χιλ. θέσεων εργασίας ανά έτος.

Ι.1.2. Αποταμίευση και επενδύσεις

Μετά την είσοδο στην ευρωζώνη, η ετήσια καθαρή εθνική αποταμίευση είναι συστηματικά αρνητική (από το έτος 1960, για το οποίο υπάρχουν συμβατά στατιστικά στοιχεία, έως την είσοδο ήταν μόνον θετική). Η ελληνική οικονομία είναι η μοναδική της ευρωζώνης με αυτό το γνώρισμα.

Ειδικότερα, οι αθροιστικές καθαρές αποταμιεύσεις της περιόδου 2008-2013 (σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ) ανέρχονται σε μείον 127 δις ευρώ (ετήσιος μέσος όρος: μείον 21 δις ευρώ). Οι καθαρές επενδύσεις εμφανίζουν έντονη κάμψη μετά το έτος 2008, και καθίστανται αρνητικές από το 2011: μείον 4.4 δις το 2011, μείον 9.9 δις το 2012 και μείον 13 δις το 2013. Η αρνητικότητα των καθαρών επενδύσεων αποτελεί νέο ποιοτικό δεδομένο με πολλαπλές συνεπαγωγές, διότι δηλώνει ότι το σύστημα έχει εισέλθει σε διαδικασία φθίνουσας αναπαραγωγής.

Τέλος, πρέπει να τονιστεί ότι χωρίς υψηλά θετική καθαρή εθνική αποταμίευση δεν δύνανται να μειωθούν τα δημοσιονομικά ελλείμματα ούτε να υπάρξει ανάπτυξη, εκτός εάν βασίζεται στον συνεχή εξωτερικό δανεισμό. Αλλά η συντηρούμενη μέσω εξωτερικού δανεισμού ανάπτυξη ήταν, ακριβώς, το κύριο γνώρισμα του υποδείγματος «ισχυρή Ελλάδα μέσα σε μία ισχυρή Ευρώπη», το οποίο κατέρρευσε: κατά την περίοδο 2000-2010, ο αθροιστικός καθαρός εξωτερικός δανεισμός της χώρας ανήλθε στο 148% των αθροιστικών καθαρών επενδύσεων αυτής.

Ι.1.3. Δημόσια Οικονομικά

Το έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης μειώθηκε, από τα 36 δις ευρώ (16% του ΑΕΠ), το 2009, στα 6 δις ευρώ (4% του ΑΕΠ), το 2014: οι δαπάνες μειώθηκαν από τα 125 δις (54% του ΑΕΠ) στα 88 δις (49% του ΑΕΠ), τα έσοδα μειώθηκαν από τα 89 δις (38% του ΑΕΠ) στα 82 δις (46% του ΑΕΠ), και το πρωτογενές ισοζύγιο μειώθηκε από τα μείον 24 δις (-10.5% του ΑΕΠ) στα 0.6 δις (0.4% του ΑΕΠ). Το χρέος της Γενικής κυβέρνησης αυξήθηκε από τα 300 δις (130% του ΑΕΠ) στα 356 δις το 2011 (171% του ΑΕΠ). Με το PSI, μειώθηκε στα 305 δις το 2012 (157% του ΑΕΠ), ενώ το 2014 ανήλθε, εκ νέου, στα 317 δις (177% του ΑΕΠ). Σημειώνεται, επίσης, ότι:
  • Κατά την περίοδο 2008-2012 τα πιο φτωχά νοικοκυριά έχασαν σχεδόν το 86% του εισοδήματός τους, ενώ τα πλουσιότερα έχασαν το 17-20%. Η φορολογική επιβάρυνση των φτωχών αυξήθηκε κατά 337%, ενώ των ανωτέρων εισοδηματικά τάξεων αυξήθηκε μόνον κατά 9% (Θεοδοσίου, 2015). Το έτος 2013, 2.5 εκατ. άτομα βρίσκονταν «κάτω από το όριο της φτώχειας» και 3.8 εκατ. άτομα βρίσκονταν «σε κίνδυνο φτώχειας λόγω υλικών στερήσεων και ανεργίας». Βάσει αυτών και άλλων ομοειδών στοιχείων, η ασκούμενη πολιτική έχει χαρακτηρισθεί ως «πόλεμος εναντίον των φτωχών».
  • Ακόμα και εάν δεν αμφισβητηθούν οι – όχι και τόσο πραγματοκρατικές – παραδοχές του ΔΝΤ (ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας 2.8%, πρωτογενές πλεόνασμα 4.2% και μέσο ετήσιο επιτόκιο 3.6%), απαιτούνται περί τα 26 έτη, ούτως ώστε να μειωθεί το δημόσιο χρέος στο επίπεδο της Συνθήκης του Μάαστριχτ, δηλαδή στο 60% του ΑΕΠ (Λαπαβίτσας, 2014). Με την ευκαιρία, ας ξαναθυμηθούμε ότι η ικανοποίηση και των δύο σχετικών κριτηρίων του Μάαστριχτ (χρέος 60% και έλλειμμα 3%), τα οποία δεν έχουν, βεβαίως, την ελάχιστη οικονομική θεμελίωση, διασφαλίζεται με ρυθμό μεγέθυνσης του ονομαστικού ΑΕΠ 5.3% (και είναι ανεξάρτητη του ύψους του επιτοκίου, το οποίο καθορίζει, στην προκείμενη περίπτωση, το ύψος του πρωτογενούς ισοζυγίου).
Ι.1.4. Εσωτερική υποτίμηση

Η ισχυρή εσωτερική υποτίμηση (εκτιμάται ότι, κατά την περίοδο 2009-2013, οι μέσοι πραγματικοί μισθοί μειώθηκαν κατά 24%) δεν οδήγησε σε ευσταθή και σημαντική άνοδο των εξαγωγών. Μάλιστα, σε σταθερές τιμές του έτους 2010, οι εξαγωγές μειώθηκαν κατά 3.3%, οι εισαγωγές μειώθηκαν κατά 15.5%, ενώ το μερίδιο των εξαγωγών της ελληνικής οικονομίας στις παγκόσμιες εξαγωγές μειώθηκε κατά 9.4%. Επομένως, η παρατηρούμενη βελτίωση του ισοζυγίου αγαθών και υπηρεσιών οφείλεται, κυρίως, στην καθίζηση των εισαγωγών, η οποία ακολούθησε εκείνη της οικονομικής δραστηριότητας. Η συστηματική αύξηση των εξαγωγών αποτελεί, ωστόσο, όρο αύξησης της εθνικής αποταμίευσης. Σημειώνεται, τέλος, ότι η «Καθαρή Διεθνής Επενδυτική Θέση» (εκφράζει τις καθαρές υποχρεώσεις των κατοίκων της χώρας έναντι των μη κατοίκων) της Ελλάδας χειροτερεύει συστηματικά: από το μείον 44% του ΑΕΠ το 2000, έφτασε στο μείον 98% το 2010, ενώ για το 2014 εκτιμάται στο μείον 121% (το καθαρό εξωτερικό χρέος εκτιμάται στο 130%).

Ι.1.5. Δομικά χαρακτηριστικά της οικονομίας και διεθνές εμπόριο

Ι.1.5.1. Χαρακτηριστικά

Συνεπεία της συμμετοχής στην ευρωπαϊκή «ολοκλήρωση», συρρικνώθηκε, από την μία πλευρά, ο τομέας παραγωγής «διεθνώς εμπορεύσιμων εμπορευμάτων» (δηλαδή, εμπορευμάτων για την διεθνή αγορά), ο οποίος δεν μπόρεσε να επιβιώσει ως είχε στον διεθνή ανταγωνισμό, και διογκώθηκε, από την άλλη πλευρά, ο τομέας παραγωγής «μη διεθνώς εμπορεύσιμων εμπορευμάτων» (δηλαδή, εμπορευμάτων μόνον για την εγχώρια αγορά – βλέπε Gibson, 2010). Ειδικότερα:
  • Η ελληνική οικονομία χαρακτηρίζεται από συγκριτικά χαμηλότερη παραγωγικότητα στον τομέα παραγωγής διεθνώς εμπορεύσιμων εμπορευμάτων, ενώ η παραγωγικότητά της είναι αντίστοιχη του ευρωπαϊκού μέσου όρου μόνον στον τομέα παραγωγής μη διεθνώς εμπορεύσιμων εμπορευμάτων (ιδίως, στον κλάδο των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, των κατασκευών και του εσωτερικού εμπορίου).
  • Η – πριν από το ξέσπασμα της λεγόμενης κρίσης – παρατηρούμενη αύξηση του ελληνικού ΑΕΠ προερχόταν πρωτίστως από την ανάπτυξη του τομέα των διεθνώς μη εμπορεύσιμων εμπορευμάτων, ενώ οι κλάδοι του άλλου τομέα είτε ήταν στάσιμοι (επί τρεις δεκαετίες) είτε αναπτύσσονταν με αργούς ρυθμούς (όπως, για παράδειγμα, ο τουρισμός).
  • Η εν λόγω διατομεακή μεταβολή λειτούργησε ανατροφοδοτικά στην περαιτέρω μείωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας και συνέβαλε, έτσι, στη δημιουργία εξωτερικών ελλειμμάτων και, μέσω αυτών, στη δημιουργία δημοσίων ελλειμμάτων («δίδυμα ελλείμματα»).
  • Στις εισαγωγές σημειώνεται συνεχής άνοδος του μεριδίου των «προϊόντων υψηλής τεχνολογίας», ενώ για τις εξαγωγές ισχύει μάλλον το αντίθετο. Επίσης, η Ελλάδα χαρακτηρίζεται από ιδιαιτέρως χαμηλό ποσοστό διεθνούς ενδοκλαδικού εμπορίου στην μεταποίηση (ως προς τα υπόλοιπα μέλη της ευρωζώνης), πράγμα που έχει ιδιαιτέρως αρνητική σημασία, διότι η ανάπτυξη του ενδοκλαδικού εμπορίου αντιστοιχεί σε οικονομίες με παρόμοιο και, ταυτοχρόνως, υψηλό τεχνολογικό επίπεδο.
Ι.1.5.2. Σωρευτική αιτιότητα

Είναι γνωστό ότι:
  • Σε κάθε οικονομία, ο ποσοστιαίος ρυθμός μεγέθυνσης της συνολικής παραγωγικότητας καθορίζεται σε σημαντικό βαθμό από το ρυθμό μεγέθυνσης του βιομηχανικού τομέα της.
  • Η ελληνική οικονομία (όπως και, γενικά, οι χώρες του ευρωπαϊκού «Νότου») είναι εξειδικευμένη σε εμπορεύματα χαμηλής εισοδηματικής ελαστικότητας ζήτησης, δηλαδή στα «παραδοσιακά ή εντάσεως φυσικών πρώτων υλών, χαμηλής/μέσης τεχνολογίας και ανειδίκευτης εργασίας» εμπορεύματα.
Συνάγεται, λοιπόν, ότι έχει δημιουργηθεί ένας φαύλος «κύκλος σωρευτικής αιτιότητας»: Άνευ εξωτερικού δανεισμού, η ελληνική οικονομία δύναται να μεγεθυνθεί μόνον με συγκριτικά χαμηλούς ρυθμούς, πράγμα που έχει αρνητικό αντίκτυπο στην παραγωγικότητα και, άρα, στη διεθνή ανταγωνιστικότητά της, και αυτό, με τη σειρά του, την ωθεί εκ νέου στο ήδη διαμορφωμένο πρότυπο διεθνούς εξειδίκευσης. Ειδικότερα, έχει εκτιμηθεί ότι, άνευ εξωτερικού δανεισμού και εντός της ευρωζώνης, η ελληνική οικονομία δεν μπορεί να μεγεθυνθεί παρά κάτω από το 60% του μέσου ρυθμού μεγέθυνσης του συνόλου των εμπορικών εταίρων της (Μαριόλης, 2015α).

Ι.2. Το Ζήτημα της Ανάπτυξης

Κάθε εθνική οικονομία αποτελείται από τρεις τομείς, τον Ιδιωτικό (επιχειρήσεις και νοικοκυριά), τον Δημόσιο και τον Εξωτερικό τομέα. Όταν, λοιπόν, βρίσκεται σε βαθιά ύφεση, πρέπει ένας, τουλάχιστον, εξ αυτών να λειτουργήσει ως «ατμομηχανή», δηλαδή να καθοδηγήσει την τόνωση της συνολικής ενεργού ζήτησης. Τέλος, αυτή η τόνωση επιτυγχάνεται μέσω δημοσιονομικών, νομισματικών, συναλλαγματικών, εισοδηματικών, εμπορικών και διαρθρωτικών πολιτικών.

Δεδομένης της συμμετοχής της χώρας στην ΟΝΕ:
  • Οι εθνικές αρχές δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν την νομισματική, συναλλαγματική και εμπορική πολιτική.
  • Η δημοσιονομική πολιτική περιορίζεται από τα «κριτήρια του Μάαστριχτ» (και, γενικότερα, την αρχιτεκτονική της ΟΝΕ).
  • Η εισοδηματική πολιτική δεν δύναται παρά να ασκείται μονομερώς, δηλαδή εις βάρος των μισθωτών. Διότι, δεδομένης της πλήρους ελευθερίας στην κίνηση των διεθνών χρηματικών κεφαλαίων, η οποία συνεπάγεται τάση διαμόρφωσης ενός διεθνώς ενιαίου επιτοκίου-ποσοστού κέρδους, μόνον οι μισθοί αποτελούν μεταβλητή ελέγχου για τις αρχές οικονομικής πολιτικής (Μαριόλης, 2012, 2015β). Και θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι οι μισθοί συνιστούν το μεγαλύτερο τμήμα της καταναλωτικής ζήτησης, με συνέπεια κάθε μείωσή τους να ενεργοποιεί τάση ισχυρότερης μείωσης της συνολικής ζήτησης.
Από την άλλη πλευρά:
  • Ο Επιχειρηματικός τομέας βρίσκεται σε δεινή θέση, αποστραγγίζεται με φόρους, και εμφανίζει, ως σύνολο, περιορισμένες προοπτικές κερδοφορίας.
  • Ο Δημόσιος τομέας είναι φορτωμένος με χρέη, ενώ αποδιαρθρώνεται περαιτέρω μέσω της ασκούμενης συσταλτικής πολιτικής των «Μνημονίων».
  • Παρά την εσωτερική υποτίμηση, η οποία οδηγεί (όταν και όποτε οδηγεί) σε έμμεση και βραδεία αύξηση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας (και όχι, όπως η εξωτερική-νομισματική υποτίμηση, σε άμεση και ταχεία αύξηση αυτής), ο Εξωτερικός τομέας δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί. Πέραν όσων ήδη αναφέρθηκαν (Παράγραφος Ι.1.5), η αδυναμία του συναρτάται με τρεις παράγοντες:
  • Χρησιμοποιεί το ευρώ, δηλαδή ένα από τα «σκληρότερα» νομίσματα της παγκόσμιας οικονομίας.
  • Η συναλλαγματική πολιτική υπάγεται στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και όχι στην Τράπεζα της Ελλάδας. Κάθε ανατίμηση του ευρώ έρχεται, επομένως, σε αντίφαση με την πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης.
  • Ανταγωνίζεται τους πολύ πιο προηγμένους εξωτερικούς τομείς άλλων υρωζωνικών οικονομιών βάσει «οιονεί-απολύτων πλεονεκτημάτων κόστους».[4]
Σε τελική ανάλυση, λοιπόν, η «πολιτική των Μνημονίων» δύναται να θεωρηθεί εγχείρημα αντιμετώπισης πλέγματος ζητημάτων, εκ των οποίων αυτό της διεθνούς ανταγωνιστικότητας κατέχει την κεντρική θέση, μέσω τριών «εργαλείων»:
  • Συσταλτική δημοσιονομική πολιτική.
  • Μονομερής, εις βάρος των μισθωτών, εισοδηματική πολιτική.
  • Αποδιάρθρωση της αγοράς εργασίας και του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, η οποία αποκαλείται «διαρθρωτική πολιτική ή μεταρρύθμιση».
Σύμφωνα με εκτιμήσεις μας (MariolisandSoklis, 2015), για κάθε 1 εκατ. ευρώ μείωσης της ζήτησης για προϊόντα του:
  • Πρωτογενή τομέα: το συνολικό προϊόν της οικονομίας μειώνεται κατά 1.05 εκατ. ευρώ και η απασχόληση κατά 57 εργαζομένους.
  • Βιομηχανικό τομέα: το συνολικό προϊόν της οικονομίας μειώνεται κατά 0.74 εκατ. και η απασχόληση κατά 20 εργαζομένους.
  • Τομέα των Υπηρεσιών: το συνολικό προϊόν της οικονομίας μειώνεται κατά 1.22 εκατ. και η απασχόληση κατά 27 εργαζομένους.
  • Δημοσίου τομέα: το συνολικό προϊόν της οικονομίας μειώνεται κατά 1.55 εκατ. ευρώ και η απασχόληση κατά 41 εργαζομένους.
Έπεται, λοιπόν, ότι η «πολιτική των Μνημονίων», δεν μπορούσε παρά να οδηγήσει και όντως οδήγησε, εντός τριών ετών (2010-2013), σε:
  • Υπερβαίνουσα το 22% ύφεση (σε σταθερές τιμές του έτους 2010).
  • Υπερβαίνουσα το 27% ανεργία.
  • Νέο δανεισμό για την εξυπηρέτηση παλαιότερου δανεισμού.
  • Εκποιήσεις και υποθηκεύσεις δημοσίων και ιδιωτικών περιουσιακών στοιχείων.
Έπεται, όμως, επίσης ότι η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομικής είναι αδύνατον να λάβει χώρα εντός αυτού του ασφυκτικού «κλωβού υπότασης». Το ζήτημα της ανάπτυξης πρέπει, επειγόντως, να τεθεί σε τελείως διαφορετική βάση δια της υλοποίησης προγράμματος στοχευμένης τόνωσης της ζήτησης.

Ι.3. Η Συμμετοχή στην ΟΝΕ: Από Μέσο σε Σκοπό

Όταν άρχισε να σχηματίζεται η ευρωζώνη, αλλά και τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας της, γράφτηκε συστηματικά ότι η δημιουργία της δεν ήταν Σκοπός. Η ζώνη του κοινού νομίσματος θα ήταν, υποτίθεται, ένα Μέσο συμβολής στην επίτευξη βασικών στόχων της οικονομικής πολιτικής, δηλαδή:
  • της μικροοικονομικής αποτελεσματικότητας,
  • της μακροοικονομικής σταθερότητας, και
  • της ισόρροπης ανάπτυξης μεταξύ χωρών και περιφερειών.
Κανείς, ανάμεσα στους πλέον θερμούς υποστηρικτές της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, δεν διατύπωσε αντίθετη θέση.

Δεκαπέντε χρόνια μετά, τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά. Όχι μόνον λόγω των ισχνών μέσων ρυθμών ανάπτυξης, οι οποίοι έχουν σημειωθεί στην ευρωζώνη συνολικά, ή/και των μεγάλων αποκλίσεών τους από χώρα σε χώρα (ιδίως, μεταξύ «Βορρά-Νότου»), αλλά και λόγω της μεταστοιχείωσης του – υποτιθέμενου – Μέσου σε – μοναδικό και αδιαμφισβήτητο – Σκοπό.

Η τελευταία συμφωνία «δανειστών»-κυβέρνησης-πλειοψηφίας αντιπολίτευσης, της 13ης Ιουλίου 2015, εξαντλείται σε παραθέσεις μέτρων, από τα οποία δεν απουσιάζουν μόνον αναλυτικές εκτιμήσεις για τις επιπτώσεις τους, αλλά και οι αναφορές στην ενεργοποίηση αναπτυξιακών μηχανισμών. Πρόκειται για μέτρα, τα οποία έχουν, εκ νέου, συσταλτικό χαρακτήρα και προάγουν τη φτωχοποίηση, τις απορρυθμίσεις αγορών και την εκποίηση της δημόσιας περιουσίας. Αυτό δεν είναι αποτέλεσμα λαθεμένης ανάλυσης ή παραλογισμών (όπως διατείνονται ορισμένες «αριστερο-κεϋνσιανές» πλευρές) αλλά δομικών περιορισμών, οι οποίοι απορρέουν από τη συμμετοχή μίας χώρας στην ευρωζώνη. Όπως ήδη επισημάνθηκε, η περικοπή δημοσίων δαπανών και η μονομερής, εις βάρος των μισθωτών, εισοδηματική και φορολογική πολιτική, είναι τα κύρια εργαλεία οικονομικής πολιτικής, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιούν οι εθνικές κυβερνήσεις στην υπαρκτή ευρωζώνη ανεξαρτήτως των προθέσεών τους. Σε χώρες όπως η Ελλάδα, η πλάστιγγα γέρνει εις βάρος, επιπλέον, της αυτοαπασχόλησης, της μικροϊδιοκτησίας, και των πολύ μικρών και μικρών επιχειρήσεων.

Το ευρώ μετατράπηκε, λοιπόν, από Μέσο σε Σκοπό, ενώ στη θέση του Μέσου τοποθετήθηκε ένα αναλλοίωτο μείγμα μονομερών-συσταλτικών πολιτικών. Η παραμονή της χώρας στην ευρωζώνη συνιστά τακτική χωρίς στρατηγική, για τα συμφέροντα της συντριπτικής πλειοψηφίας του ελληνικού λαού, και είναι ασυμβίβαστη με την υλοποίηση προγράμματος απελευθέρωσης από τον βρόχο των Μνημονίων-επιταχυνόμενης ανάπτυξης.

Ενότητα ΙΙ

Η Έξοδος από την ευρωζώνη

Η κατόπιν – προετοιμασμένων και, άρα, μη μακρόσυρτων – διαπραγματεύσεων έξοδος από την ευρωζώνη αποτελεί την «πρώτη καλύτερη επιλογή», διότι περιορίζει αισθητά τους αστάθμητους παράγοντες, οι οποίοι αντικειμενικά ενέχονται κατά και μετά από αυτήν έξοδο (για τη νομική διάσταση, βλέπε Μηλιαράκης, 2015). Εκτιμώ ότι η ελληνική πλευρά πρέπει να εμμείνει, κατά βάση, στα εξής:
  • Παύση πληρωμών και αναδιάρθρωση χρέους βάσει του κριτηρίου της «βιωσιμότητάς» του. Υιοθέτηση «ρήτρας ανάπτυξης», για ρυθμούς μεγέθυνσης του ΑΕΠ ίσους ή μεγαλύτερους του 4%, ούτως ώστε να συμπιέζεται αισθητά η ανεργία.
  • Παροχή ρευστότητας από την ΕΚΤ στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα, έως τη μετάβαση στο νέο νόμισμα, και υποστήριξη της νέας, χαμηλότερης, συναλλαγματικής ισοτιμίας (σε συμφωνία με τους στόχους της εθνικά ανεξάρτητης νομισματικής πολιτικής), έως την εμφάνιση δειγμάτων ευσταθούς ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας.
  • Μη ένταξη του νέου νομίσματος στον «Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών ΙΙ».
  • Εφαρμογή συστήματος «ρητρών εξαίρεσης» για την άσκηση στοχευμένων πολιτικών βιομηχανικής ανάπτυξης και αύξησης της απασχόλησης βάσει αναλυτικού μακροχρονίου, της τάξης των πέντε ετών, προγράμματος.[5]
Εάν οι διαπραγματεύσεις αποτύχουν, τότε η ελληνική κυβέρνηση έχει το δικαίωμα να ανακοινώσει αλλαγή του νομίσματος σύμφωνα με την αρχή Lexmonetae. Εάν, τέλος, το αίτημα περί εθνικής ανεξαρτησίας της νομισματικής πολιτικής ή «ρητρών εξαίρεσης» δεν γίνει δεκτό από την Ευρωπαϊκή Ένωση, τότε πρέπει να επιλεγεί η έξοδος και από αυτήν.

ΙΙ.1. Το Γενικό Πλαίσιο της Νέας Οικονομικής Πολιτικής

Με την έξοδο από την ευρωζώνη απαιτούνται:[6]
  • Εισαγωγή νέου νομίσματος[7] σε ισοτιμία: 1:1.
  • Νομισματική υποτίμηση.
  • Σύσταση μηχανισμού φραγμών στις διεθνείς κινήσεις χρηματικών κεφαλαίων.
Αυτές οι ρυθμίσεις στοχεύουν:
  • Στην μεταστροφή της αλλοδαπής και ημεδαπής ζήτησης προς τα εγχωρίως παραγόμενα εμπορεύματα.
  • Στην αύξηση της εθνικής αποταμίευσης (βλέπε την Παράγραφο Ι.1.2).
  • Στη δημιουργία βαθμών ελευθερίας στην άσκηση εθνικά ανεξάρτητης και αναπτυξιακής νομισματικής πολιτικής.
  • Στην υποστήριξη της ισοτιμίας του νέου νομίσματος.
ΙΙ.2. Άμεσες Συνέπειες

ΙΙ.2.1. Πληθωρισμός και διεθνής ανταγωνιστικότητα

Λαμβανομένων υπόψη εναλλακτικών δεικτών διαχρονικής εξέλιξης της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, καθώς και των επειγόντων αναπτυξιακών αναγκών αυτής, ενδείκνυται ποσοστό υποτίμησης με «κέντρο» το 40% και «άκρα» το 30% και 50%. Εκτιμούμε ότι η ελαστικότητα του μέσου πληθωρισμού κόστους (μετρούμενου σε όρους της ακαθάριστης αξίας της εγχώριας παραγωγής) ως προς την ονομαστική υποτίμηση του ημεδαπού νομίσματος δεν πρέπει να θεωρείται μεγαλύτερη του 0.20 (KatsinosandMariolis, 2012). Επομένως, μία ονομαστική υποτίμηση στο εύρος του 30% με 50%, προκαλεί:
  • Εισαγόμενο μέσο πληθωρισμό της τάξης του 6% με 10%, αντιστοίχως, για το πρώτο έτος (4% με 6%, για το δεύτερο έτος).
Οι τρεις κλάδοι όπου αναπτύσσονται οι ισχυρότερες πληθωριστικές πιέσεις είναι:
  • Οπτάνθρακας, προϊόντα διύλισης πετρελαίου, πυρηνικά καύσιμα: 22% με 37%.
  • Υπηρεσίες πλωτών μεταφορών: 14% με 23%.
  • Αυτοκίνητα και οχήματα: 13% με 22%.
Αντιθέτως, οι τρεις κλάδοι όπου αναπτύσσονται οι ασθενέστερες πληθωριστικές πιέσεις είναι:
  • Εκπαιδευτικές υπηρεσίες: 0.7% με 1.1%.
  • Υπηρεσίες που αφορούν ακίνητα: 0.4% με 0.7%.
  • Προϊόντα δασοκομίας και υλοτομίας: 0.2% με 0.3%.
Τέλος, οι πληθωριστικές πιέσεις σε τέσσερις κλάδους, τα εμπορεύματα των οποίων έχουν ιδιαίτερη σημασία (τρόφιμα, φάρμακα, τουρισμός και υγεία) είναι:
  • Τρόφιμα και ποτά: 4% με 6%.
  • Χημικές ουσίες και χημικά προϊόντα: 11% με 19%.
  • Υπηρεσίες παροχής καταλύματος και εστίασης: 5% με 8%.
  • Υπηρεσίες υγείας και κοινωνικής μέριμνας: 10% με 17%. 
  • Αύξηση της μέσης διεθνούς ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας κατά 23% με 37%, αντιστοίχως (σε όρους πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας). Οι τομειακές διαστάσεις αυτής της βελτίωσης έχουν ως εξής:
  • Πρωτογενής τομέας: 25% με 40%.
  • Βιομηχανία: 20% με 31%.
  • Υπηρεσίες: 25% με 40%.
  • Βελτίωση του σε ευρώ εκφρασμένου εξωτερικού ισοζυγίου αγαθών και υπηρεσιών (σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, για το έτος 2014, οι εξαγωγές ανέρχονται σε 59 δις ευρώ και οι εισαγωγές 63.3 σε δις ευρώ): το έλλειμμα των 4.3 δις  ευρώ μετατρέπεται σε πλεόνασμα της τάξης των 4.5 με 10.6 δις  ευρώ.[8] Ειδικότερα, τα 59 δις των εξαγωγών του έτους 2014 κατανέμονται σε: 31 δις αγαθά και 28 δις υπηρεσίες, ενώ τα 63.3 δις  των εισαγωγών σε: 51.9 δις αγαθά και 11.4 δις υπηρεσίες. Άρα, χρησιμοποιώντας τις ίδιες με προηγουμένως ελαστικότητες (λόγω έλλειψης στοιχείων), δύναται να εκτιμηθεί, χονδρικά, ότι:
  • Το έλλειμμα των 20.9 δις σε αγαθά μειώνεται στα 12.5 με 6.9 δις (ο μηδενισμός του ελλείμματος απαιτεί ονομαστική υποτίμηση της τάξης του 78%).
  • Το πλεόνασμα των 16.6 δις σε υπηρεσίες αυξάνεται στα 17 με 17.5 δις (για χαμηλά ποσοστά ονομαστικής υποτίμησης το πλεόνασμα μειώνεται κάπως, ελαχιστοποιείται για ονομαστική υποτίμηση της τάξης του 6%, και επανέρχεται στο αρχικό ύψος των 16.6 δις για ονομαστική υποτίμηση της τάξης του 12%).
Λαμβανομένων υπόψη των διεθνών δεδομένων (θεωρητικών και εμπειρικών), αλλά και την ιδιομορφία της δημιουργούμενης από την μετάβαση στο νέο νόμισμα κατάστασης, τα πρώτα δείγματα της βελτίωσης του ισοζυγίου αγαθών και υπηρεσιών θα αρχίσουν να διαμορφώνονται έπειτα από μία χρονική περίοδο, η οποία δεν αναμένεται να είναι μικρότερη των έξι και αισθητά μεγαλύτερη των δώδεκα μηνών (με πολύ πιθανότερο το δεύτερο όριο).

 Πρέπει, τέλος, να σημειωθεί ότι όλες οι προηγούμενες εκτιμήσεις έχουν πραγματοποιηθεί σε όρους του μάλλον δυσμενέστερου σεναρίου για την εξέλιξη του εισαγόμενου πληθωρισμού (και, άρα, της ανταγωνιστικότητας), υπό την έννοια ότι έχουμε προϋποθέσει (είτε για λόγους ασφαλείας είτε επειδή δεν υπάρχουν πρωτογενή στοιχεία): (i) τιμαριθμική αναπροσαρμογή των μισθών, (ii) αμετάβλητους φορολογικούς συντελεστές επί της παραγωγής, (iii) αμετάβλητες τιμές εισαγωγών σε ξένο νόμισμα, και (iv) μη υποκατάσταση εισαγωγών στην παραγωγή και στην κατανάλωση.

ΙΙ.2.2. Ανάπτυξη και διανομή εισοδήματος

Η προκαλούμενη από την υποτίμηση τόνωση της ζήτησης δύναται, λοιπόν, να θέσει την οικονομία σε τροχιά ανάπτυξης. Ειδικότερα, εκτιμάται ότι, με παράλληλη παύση, πρώτον, του εξωτερικού δανεισμού, αλλά και, δεύτερον, της καταβολής τόκων για την εξυπηρέτηση του, το προαναφερθέν εύρος υποτίμησης δεν είναι ασύμβατο με την αύξηση του ΑΕΠ κατά 4% με 7%, αντιστοίχως (Μαριόλης, 2015α).

Η άποψη ότι οι νομισματικές υποτιμήσεις πλήττουν τα συμφέροντα των μισθωτών, διότι οδηγούν, αναπόφευκτα, σε μείωση των μοναδιαίων πραγματικών μισθών, είναι εσφαλμένη. Το ορθό είναι ότι, όταν υφίσταται πλήρης απασχόληση του επενδεδυμένου κεφαλαίου, οι υποτιμήσεις τείνουν να οδηγούν είτε σε μείωση του μέσου μοναδιαίου πραγματικού μισθού (με αμετάβλητο το μέσο πραγματικό ποσοστό κέρδους) είτε σε μείωση του μέσου πραγματικού ποσοστού κέρδους (με αμετάβλητο το μέσο μοναδιαίο πραγματικό μισθό). Δεδομένης, όμως, της βαθιάς ύφεσης της ελληνικής οικονομίας, η υποαπασχόληση του επενδεδυμένου κεφαλαίου είναι υψηλή (εκτιμάται σε επίπεδα άνω του 30%). Δεν αποκλείεται, επομένως, η προκαλούμενη από την υποτίμηση (σε συνδυασμό, μάλιστα, με τα άλλα μέτρα οικονομικής πολιτικής, τα οποία προτείνονται στη συνέχεια του παρόντος) τόνωση της ζήτησης για τα εγχωρίως παραγόμενα εμπορεύματα να αυξήσει το βαθμό απασχόλησης του κεφαλαίου σε ύψη όπου καθίσταται δυνατή η αύξηση και των δύο, προαναφερθέντων, μεταβλητών της διανομής του εισοδήματος. Στην αντίθετη περίπτωση, βεβαίως, κάθε κυβέρνηση έκφρασης των συμφερόντων των μισθωτών οφείλει να προασπίσει αυτά έναντι άλλων συμφερόντων.

ΙΙ.3. Κλαδική Πολιτική: Άξονες και Υλοποίηση

ΙΙ.3.1. Ζητούμενα

Η οικονομική πολιτική δεν δύναται περιοριστεί στο μέτρο της νομισματικής υποτίμησης. Οφείλει, επίσης, να εστιάσει σε εκείνα τα «εμπορεύματα και κλάδους-κλειδιά» της ελληνικής οικονομίας, για τα οποία πρέπει να μεταβληθεί η ζήτηση, ούτως ώστε να αυξηθούν στον μέγιστο δυνατό βαθμό:

- το συνολικά παραγόμενο προϊόν

και

- η συνολικά απασχολούμενη ποσότητα εργασίας.

Το εξαιρετικά κρίσιμο για την ελληνική οικονομία ζήτημα έγκειται στο ότι αυτή η μεταβολή της ζήτησης πρέπει να συντελεστεί υπό τους όρους-περιορισμούς της μείωσης:

- του δημοσίου ελλείμματος

και

- του εξωτερικού ελλείμματος.

ΙΙ.3.2. Άξονες

Από μελέτη για την υφιστάμενη διάρθρωση της ελληνικής οικονομικής προκύπτει ότι οι βασικοί άξονες της εν λόγω κλαδικής πολιτικής είναι οι εξής (MariolisandSoklis, 2015):

1. Αύξηση της κρατικής κατανάλωσης για τα εμπορεύματα:

  • Υπηρεσίες επιστημονικής έρευνας και ανάπτυξης.
  • Υπηρεσίες δημόσιας διοίκησης και άμυνας, υπηρεσίες υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης.
  • Υπηρεσίες εκπαίδευσης.
  • Υπηρεσίες ανθρώπινης υγείας.
  • Υπηρεσίες κοινωνικής μέριμνας.
2. Αύξηση των επενδύσεων για το εμπόρευμα:

- Υπηρεσίες επισκευής και εγκατάστασης μηχανημάτων και εξοπλισμού.

3. Επιλεκτική μείωση τμημάτων της κρατικής κατανάλωσης για τα εμπορεύματα:

- Υπηρεσίες δημιουργικές, τέχνης και διασκέδασης, υπηρεσίες βιβλιοθηκών, αρχειοφυλακείων, μουσείων και άλλων πολιτιστικών υπηρεσιών, υπηρεσίες τυχερών παιχνιδιών και στοιχημάτων.

4. Μείωση της κρατικής ζήτησης και αύξηση των εξαγωγών για τα εμπορεύματα:

  • Υπηρεσίες χονδρικού και λιανικού εμπορίου και υπηρεσίες επισκευής μηχανοκίνητων οχημάτων και μοτοσυκλετών.
  • Υπηρεσίες χονδρικού εμπορίου εκτός των μηχανοκίνητων οχημάτων και μοτοσυκλετών.
  • Υπηρεσίες λιανικού εμπορίου εκτός των μηχανοκίνητων οχημάτων και μοτοσυκλετών.
  • Υπηρεσίες παραγωγής κινηματογραφικών ταινιών, βίντεο, τηλεοπτικών προγραμμάτων, ηχογραφήσεων, μουσικών εκδόσεων, προγραμματισμού και τηλεοπτικών εκπομπών.
  • Υπηρεσίες προγραμματισμού ηλεκτρονικών υπολογιστών, παροχής συμβουλών και άλλων συναφών δραστηριοτήτων, και υπηρεσίες πληροφοριών.
5. Αύξηση των εξαγωγών για τα εμπορεύματα:

  • Προϊόντα δασοκομίας, υλοτομίας.
  • Προϊόντα αλιείας και υδατοκαλλιέργειας.
  • Βασικά μέταλλα.
  • Υπηρεσίες πλωτών μεταφορών.
  • Υπηρεσίες επιστημονικής έρευνας και ανάπτυξης.
ΙΙ.3.3. Αποτελέσματα

Για κάθε 1 εκατ. ευρώ μεταβολής της ζήτησης, αυτή η πολιτική οδηγεί, κατά μέσο όρο, σε:
  • Αύξηση του προϊόντος κατά 1.18 εκατ. ευρώ.
  • Αύξηση της απασχόλησης κατά 45 εργαζόμενους.
  • Μείωση του δημοσίου ελλείμματος κατά 0.35 εκατ. ευρώ (υποθέτοντας έναν μέσο φορολογικό συντελεστή της τάξης του 0.30).
  • Βελτίωση του εξωτερικού ισοζυγίου αγαθών και υπηρεσιών κατά 0.95 εκατ. ευρώ.
ΙΙ.3.4. Υλοποίηση

Διαπιστώνεται ότι:
  • Τα περισσότερα εμπορεύματα, για τα οποία απαιτείται αύξηση των εξαγωγών, αφορούν, κατά πρώτον, στον τομέα των Υπηρεσιών και, κατά δεύτερον, στον Πρωτογενή τομέα. Όπως έχει ήδη σημειωθεί (Παράγραφος ΙΙ.2.1), η διεθνής ανταγωνιστικότητα αυτών των δύο τομέων αυξάνεται, συνεπεία μίας υποτίμησης, περισσότερο από όσο αυξάνεται η μέση διεθνής ανταγωνιστικότητα του συστήματος.
  • Τα περισσότερα εμπορεύματα, για τα οποία απαιτείται αύξηση της εγχώριας ζήτησης, σχετίζονται με τον Δημόσιο τομέα.
  • Υφίστανται λίγα μόνον βιομηχανικά εμπορεύματα-κλειδιά. Αυτό οφείλεται στο ότι ο τομέας της ελληνικής βιομηχανίας είναι ιδιαιτέρως εξαρτημένος από εισαγόμενα εμπορεύματα, γεγονός που αντανακλάται και στη συγκριτικά μικρότερη βελτίωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητάς του συνεπεία μίας υποτίμησης (Παράγραφος ΙΙ.2.1).
Από αυτές τις διαπιστώσεις έπονται, κατά αντιστοιχία, τα ακόλουθα:
  • Η νομισματική υποτίμηση υποβοηθά σημαντικά την τόνωση της ζήτησης αυξάνοντας ιδιαιτέρως την διεθνή ανταγωνιστικότητα εμπορευμάτων του Πρωτογενούς τομέα και των Υπηρεσιών.
  • Απαιτείται μία «επιθετική» πολιτική στοχευμένης ανακατανομής και, ταυτοχρόνως, αύξησης των δημοσίων δαπανών. Οι δημόσιες δαπάνες χρηματοδοτούνται, κατά κανόνα, με τρεις τρόπους: δανεισμό, φορολόγηση, και έκδοση νέου χρήματος («νομισματική χρηματοδότηση ελλειμμάτων»). Δεδομένης της κατάστασης, στην οποία βρίσκεται η ελληνική οικονομία, οι δύο πρώτοι τρόποι πρέπει – σε πρώτη φάση – να απορριφθούν. Απομένει, λοιπόν, η έκδοση νέου χρήματος, για την οποία λέγεται, από ορισμένες πλευρές, ότι οδηγεί σε «υψηλό πληθωρισμό». Αυτή η άποψη παραβλέπει, ωστόσο, έναν παράγοντα που έχουμε ήδη σημειώσει, δηλαδή τον βαθμό υποαπασχόλησης της δυναμικότητας παραγωγής. Εκτιμούμε, ειδικότερα, ότι μία αύξηση της «νομισματικής βάσης» κατά 10 δις ευρώ, για τη χρηματοδότηση κρατικών δαπανών σε εμπορεύματα του Πρωτογενούς τομέα και των Υπηρεσιών (για παράδειγμα), αποτελεί όριο συμβατό με πληθωρισμό της τάξης του 10%, και δύναται να οδηγήσει σε:
  • Δημιουργία 420 χιλ. θέσεων εργασίας.
  • Αύξηση του ΑΕΠ κατά 11.4 δις ευρώ ή 6.4%.
  • Μείωση του δημοσίου ελλείμματος κατά 3.4 δις ευρώ.
  • Άνευ διαρκούς εξωτερικού δανεισμού και νομισματικών υποτιμήσεων, οι μακροπρόθεσμες αναπτυξιακές δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας είναι περιορισμένες (Παράγραφος Ι.1.5). Απαιτείται, επομένως, μεταβολή της διακλαδικής δομής της, με δύο κύριους στόχους, έναν γενικό και έναν ειδικό:
  • Γενικός: μείωση του βαθμού εξάρτησης του Βιομηχανικού τομέα από εισαγόμενες εισροές («εκβιομηχάνιση μέσω υποκατάστασης εισαγωγών»).
  • Ειδικός: ανάπτυξη της παραγωγής εμπορευμάτων υψηλής έντασης ειδικευμένης εργασίας και τεχνολογίας (ηλεκτρονικά και οπτικά προϊόντα, εξοπλισμός μεταφορών, χημικά, φαρμακευτικά κ.λπ.). Αυτά τα εμπορεύματα έχουν κομβικό ρόλο στην αύξηση των εξαγωγών και του εθνικού εισοδήματος, ακριβώς επειδή χαρακτηρίζονται από υψηλή εισοδηματική ελαστικότητα ζήτησης και, επομένως, από διεθνή ανταγωνιστικότητα, η οποία δεν εξαρτάται πρωτίστως από τις τιμές τους
Ειδικά για την ελληνική οικονομία, το εγχείρημα της υποκατάστασης εισαγωγών για τα εμπορεύματα «Ηλεκτρονικοί υπολογιστές, ηλεκτρονικά και οπτικά προϊόντα» θα ήταν σκόπιμο: το 68% των ακαθάριστων επενδύσεων σε αυτά τα εμπορεύματα προέρχεται από εισαγωγές, ενώ οι τελευταίες υπερβαίνουν κατά 17 φορές την εγχώρια ακαθάριστη παραγωγή (για τον κύριο «Εξοπλισμό μεταφορών» οι αντίστοιχοι δείκτες είναι 76% και 16). Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, το υψηλής στάθμης διαθέσιμο επιστημονικό δυναμικό της χώρας θα μπορούσε να αξιοποιηθεί στην περαιτέρω ανάπτυξη του κλάδου των «Υπηρεσιών προγραμματισμού ηλεκτρονικών υπολογιστών», ο οποίος χαρακτηρίζεται, ήδη σήμερα, από ικανοποιητικούς δείκτες εξάρτησης από εισαγόμενες εισροές (10% κάτω από τον μέσο όρο της ελληνικής οικονομίας), εξαγωγικής επίδοσης (10% πάνω από τον μέσο όρο), εισαγωγικής διείσδυσης (81% κάτω από τον μέσο όρο), και διεθνούς ενδοκλαδικού εμπορίου (88% πάνω από τον μέσο όρο).

Η μεταβολή της διακλαδικής δομής εγγυάται τη συστηματική άνοδο του επιπέδου της εθνικής αποταμίευσης, και επιτυγχάνεται με τις ακόλουθες δύο μεθόδους:
  • Άμεση μέθοδος: επανεπένδυση ενός βαθμιαία αυξανόμενου τμήματος του καθαρού προϊόντος του τομέα παραγωγής μέσων παραγωγής στον εαυτό του.
  • Έμμεση μέθοδος: απόκτηση των απαιτούμενων, επιπρόσθετων μέσων παραγωγής μέσω του διεθνούς εμπορίου.
Ενδεικτικά, η ανάπτυξη ενός σχετικά καθέτως ολοκληρωμένου κλάδου (προς τα «εμπρός» και «πίσω») με πυρήνα την ΕΛΒΟ, την ΕΑΣ, τα ναυπηγεία και την ΛΑΡΚΟ, σε συνδυασμό, μάλιστα, με την αξιοποίηση του – φημολογούμενου όσον αφορά, κυρίως, στο πετρέλαιο και στο φυσικό αέριο – ορυκτού πλούτου της χώρας,[9] θα συνέβαλε αποφασιστικά στη δυνατότητα ταυτόχρονης εφαρμογής των ως άνω δύο μεθόδων.

ΙΙ.4. Συναλλαγματική Πολιτική

Η από τις αρχές οικονομικής πολιτικής επιδίωξη σταθεροποίησης του ύψους της νέας συναλλαγματικής ισοτιμίας περιορίζει το λεγόμενο «κόστος νομισματικής αβεβαιότητας» και συμβάλλει, έτσι, στη δημιουργία περιβάλλοντος ευστάθειας για το σύνολο των οικονομικών δραστηριοτήτων. Σε αυτήν, την περίπτωση, όμως, ανακύπτουν τα ακόλουθα δύο ζητήματα:
  • Συστέλλεται η εθνική ανεξαρτησία της νομισματικής πολιτικής (ανεξαρτησία η οποία, όπως σημειώθηκε στην Παράγραφο ΙΙ.3.4, είναι βασικό στοιχείο του μείγματος της απαιτούμενης αναπτυξιακής πολιτικής). Διότι, ως γνωστόν, σε συνθήκες σταθερής συναλλαγματικής ισοτιμίας και πλήρους ελευθερίας στις διεθνείς κινήσεις χρηματικών κεφαλαίων, είναι αδύνατη η άσκηση εθνικά ανεξάρτητης νομισματικής πολιτικής («Ασύμβατο Τρίγωνο»).
  • Η Κεντρική Τράπεζα πρέπει να διαθέτει επαρκή συναλλαγματικά διαθέσιμα για να στηρίζει το ύψος της ισοτιμίας. Στην αντίθετη περίπτωση, το μέσο της αύξησης των επιτοκίων ωθεί την οικονομία στην ύφεση και, αργά ή γρήγορα, οι αρχές αναγκάζονται να το εγκαταλείψουν, αφήνοντας το ύψος της ισοτιμίας να καθορισθεί από τις δυνάμεις της αγοράς.
Για την αντιμετώπισή τους επιβάλλεται, λοιπόν, η σύσταση μηχανισμού φραγμών στις διεθνείς κινήσεις χρηματικών κεφαλαίων, ο οποίος να είναι καταρχάς ιδιαίτερα αυστηρός και να αμβλυνθεί στη συνέχεια, σε συνάρτηση με την αναπτυξιακή πορεία της οικονομίας. Ειδικότερα, να επιτρέπει μόνον εκείνες τις πράξεις συναλλάγματος, οι οποίες, πρώτον, αφορούν συναλλαγές του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, δεύτερον, αφορούν μακροπρόθεσμες εισροές χρηματικών κεφαλαίων και, τρίτον, πραγματοποιούνται από τις αρχές οικονομικής πολιτικής. Ο μηχανισμός πρέπει να διατηρηθεί και όταν η οικονομία εισέλθει στη φάση της ανάκαμψης, διότι, στην αντίθετη περίπτωση, δεν αποκλείεται να σημειωθεί ισχυρή εισροή μη μακροπρόθεσμων («κερδοσκοπικών») κεφαλαίων, η οποία να προκαλέσει πιέσεις για ανεπιθύμητη ανατίμηση του νομίσματος και, γενικότερα, να δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα στην εφαρμογή του ενδεδειγμένου, σε εκείνην τη φάση, μείγματος οικονομικής πολιτικής (η εμπειρία του Μεξικού κατά την περίοδο 1991-1993 είναι χαρακτηριστική).

Σε αυτήν τη βάση είναι απαραίτητο να επισημανθούν τα ακόλουθα:
  • Η πλήρης ελευθερία στις διεθνείς κινήσεις χρηματικών κεφαλαίων αποτελεί σημαντική πηγή αστάθειας στο διεθνές οικονομικό σύστημα, η οποία συμβάλλει στην αύξηση της έντασης και συχνότητας διαφόρων ειδών κρίσεων: για παράδειγμα, έχει υποστηριχθεί ότι, κατά την περίοδο 1970-2008, δηλαδή στην μετα-BrettonWoods εποχή, σημειώθηκαν 124 τραπεζικές κρίσεις, 208 συναλλαγματικές κρίσεις και 63 κρίσεις κρατικού χρέους. Ιδίως μετά τη διεθνή κρίση του 2008-2009, δημοσιοποιούνται συνεχώς εκκλήσεις και αναλύσεις υπέρ της διαμόρφωσης εναλλακτικού διεθνούς χρηματοπιστωτικού πλαισίου, γενικά, και επιβολής περιορισμών στις διεθνείς κινήσεις χρηματικών κεφαλαίων, ειδικά (Rodrik, 2012).
  • Σε συνθήκες σταθερής συναλλαγματικής ισοτιμίας και πλήρους ελευθερίας στις διεθνείς κινήσεις χρηματικών κεφαλαίων, οι εθνικές αρχές οικονομικής πολιτικής αυτοδεσμεύονται σε συνεχή διαδικασία ανταγωνιστικής μείωσης-συγκράτησης των ημεδαπών μισθών, προκειμένου να σταθεροποιούν ή προάγουν (αναλόγως της συγκυρίας) τη θέση του εξωτερικού τομέα των οικονομιών τους (Μαριόλης, 2015β). Η συνύπαρξη των εν λόγω συνθηκών βρίσκεται, επομένως, σε συστηματική αντίθεση με τα συμφέροντα των μισθωτών.
  • Οι συναλλαγματικές κρίσεις, όπου τελικά εξαντλούνται, αναπόφευκτα, τα συναλλαγματικά διαθέσιμα της Κεντρικής Τράπεζας στην προσπάθεια στήριξης της ισχύουσας συναλλαγματικής ισοτιμίας, προϋποθέτουν την ανάπτυξη προσδοκιών, από την αγορά, για την μη διατηρησιμότητα αυτής της ισοτιμίας. Οι προσδοκίες δεν αναπτύσσονται, όμως, στο κενό, αλλά όταν οι αγορές ανιχνεύουν αντίφαση στο συνολικό μείγμα της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής ή/και ανισορροπίες στην παραγωγική βάση (στις οποίες περιλαμβάνεται ο υψηλός δανεισμός των ημεδαπών επιχειρήσεων σε ξένο νόμισμα). Η συνοχή της εδώ εκτιθέμενης οικονομικής πολιτικής, σε συνδυασμό με τον μηχανισμό φραγμών στις διεθνείς κινήσεις χρηματικών κεφαλαίων, αναμένεται να λειτουργήσουν αποτρεπτικά για την ανάπτυξη τέτοιων προσδοκιών. Σε κάθε περίπτωση, και αυτό θα πρέπει να τονιστεί, το αποφασιστικό ζήτημα είναι η παραγωγική κινητοποίηση της ελληνικής οικονομίας και, μάλιστα, στην κατεύθυνση της υποκατάστασης των εισαγωγών και της διεύρυνσης των εξαγωγών. Εάν αυτό δεν επιτευχθεί, τότε δεν υφίσταται μακροχρονίως αποτελεσματικός τρόπος στήριξης της ισοτιμίας, οι μεταβολές της οποίας δεν εκφράζουν παρά μεταβολές του λόγου ισοδυναμίας ανάμεσα στην εθνική «αφηρημένη εργασία» (Marx) και στην αντίστοιχη διεθνή εργασία.
  • Δεδομένου ότι μεγάλο μέρος (άνω του 60%) του συνολικού εμπορίου της Ελλάδας διεξάγεται με χώρες εκτός της ΟΝΕ, είναι σκόπιμη, έπειτα από την ολοκλήρωση της μετάβασης στο νέο νόμισμα, η από τις εθνικές αρχές παρακολούθηση της ισοτιμίας σε σχέση με ένα αντιστοίχως σταθμισμένο (δηλαδή, με βάση τις εισαγωγές από και τις εξαγωγές προς τους κυριότερους εμπορικούς εταίρους) «καλάθι» αλλοδαπών νομισμάτων. Διότι με αυτόν τον τρόπο λαμβάνεται υπόψη η εξέλιξη της ανταγωνιστικότητας ως προς το σύνολο των εμπορικών εταίρων και, έτσι, επαυξάνεται η ακρίβεια των απαιτούμενων διορθωτικών κινήσεων. Μεταξύ αυτών δεν θα πρέπει να αποκλείεται εκ των προτέρων η εισαγωγή συστήματος «δυαδικής συναλλαγματικής ισοτιμίας».

ΙΙ.5. Μεσοχρόνιο και Μακροχρόνιο Πρόγραμμα

Το Πρόγραμμα της Εξόδου από τη ΟΝΕ πρέπει, επομένως, να περιλαμβάνει δύο σκέλη: το Μεσοχρόνιο (με ορίζοντα τα δύο έτη) και το Μακροχρόνιο (πέντε ετών).

Στο Μεσοχρόνιο πρόγραμμα αντιστοιχούν, κατά πρώτον, τα εξής:
  • Παύση πληρωμών και αναδιάρθρωση χρέους.
  • Κλαδική πολιτική αύξησης της παραγωγής και της απασχόλησης εργασίας:
  • Ο μοχλός της νομισματικής υποτίμησης χρησιμοποιείται για την μείωση του εξωτερικού ελλείμματος και την μη επιβάρυνση του δημοσίου ελλείματος. Δίνει ώθηση στους εξαγωγικούς κλάδους όλων των τομέων και πρέπει να αξιοποιηθεί στον μέγιστο δυνατό βαθμό από τον Βιομηχανικό τομέα.
  • Ο μοχλός της νομισματικά χρηματοδοτούμενης δημοσιονομικής πολιτικής χρησιμοποιείται για τη μείωση του δημοσίου ελλείμματος και την ελαχιστοποίηση της επιβάρυνσης του εξωτερικού ελλείμματος. Δίνει ώθηση σε εκείνους τους μη εξαγωγικούς κλάδους, οι οποίοι δεν είναι ισχυρά εξαρτημένοι από τις εισαγωγές και, ταυτοχρόνως, δημιουργούν ισχυρά πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα παραγωγής και απασχόλησης
  • Σύσταση μηχανισμού φραγμών στις διεθνείς κινήσεις χρηματικών κεφαλαίων.
  • Συγκρότηση μηχανισμού ελέγχου της εξέλιξης των τιμών («Παρατηρητήριο Τιμών»), και πρωτίστως της διάχυσης του πληθωριστικού «κύματος» της υποτίμησης, σε συμφωνία με, πρώτον, εκείνην τη διάχυση, η οποία αναμένεται βάσει των υφιστάμενων τεχνικών συνθηκών παραγωγής και, δεύτερον, την ασκούμενη εισοδηματική πολιτική.
  • Καταγραφή και έναρξη αξιοποίησης του ορυκτού πλούτου. Επτά δεκαετίες μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, ο ορυκτός πλούτος της χώρας παραμένει, σύμφωνα με δημοσιεύματα ειδικών, άγνωστος στις εθνικές αρχές.
  • Σε συνδυασμό με τις εξαγωγικές επιδόσεις που θα έχουν σημειωθεί, ολοκλήρωση του σχεδιασμού και απαρχές υλοποίησης της μεταβολής της διακλαδικής δομής δια υποκατάστασης εισαγωγών και ανάπτυξης της παραγωγής εμπορευμάτων υψηλής εισοδηματικής ελαστικότητας ζήτησης. Η ολοκλήρωση αυτής της δομικής μεταβολής αποτελεί το Μακροχρόνιο σκέλος του προγράμματος.
Σημειώσεις

[1]. Για συζητήσεις, παρατηρήσεις και προτάσεις είμαι υπόχρεος στους Αλέκο Αλαβάνο, Γιάννη Θεοδοσίου, Κώστα Λαπαβίτσα, Κώστα Παπουλή, Γιώργο Σώκλη και Νίκο Ροδουσάκη. Οι προαναφερθέντες δεν συμφωνούν κατ' ανάγκην με ό,τι υποστηρίζεται εδώ.

[2]. Ο χαρακτήρας του κειμένου επιβάλλει τον περιορισμό των βιβλιογραφικών παραπομπών στο απολύτως αναγκαίο.

[3]. Θα είναι σαφές ότι επικαλούμαι τον θεμελιώδη νόμο του Ιστορικού Υλισμού, τον «νόμο της υποχρεωτικής αντιστοιχίας των σχέσεων παραγωγής προς τον χαρακτήρα των παραγωγικών δυνάμεων».

[4]. Εν μέσω της λεγόμενης κρίσης (δηλαδή, μετά το 2010) οι ελληνικές αρχές οικονομικής πολιτικής (και άλλοι) ανακάλυψαν τη σημασία των «συγκριτικών πλεονεκτημάτων κόστους». Αυτά, όμως, τα πλεονεκτήματα έχουν σημασία μόνον για το διεθνές εμπόριο με οικονομίες εκτός ευρωζώνης, ενώ για το διεθνές εμπόριο με τις ευρωζωνικές οικονομίες σημασία έχουν τα «οιονεί-απόλυτα πλεονεκτήματα κόστους» και, όσο αναπτύσσεται η ευρωπαϊκή «ολοκλήρωση», τα «απόλυτα πλεονεκτήματα κόστους». Τέλος, στις ευρωζωνικές οικονομίες, τα κατά σειρά πρώτα πλεονεκτήματα υπερκαθορίζονται από τα δεύτερα.

[5]. Οι «ρήτρες εξαίρεσης» θα πρέπει να αφορούν σε όσο το δυνατόν περισσότερες μορφές δασμολογικών και μη δασμολογικών (επιδοτήσεις εξαγωγών, αξίωση ελαχίστου εγχώριου μεριδίου παραγωγής, ποσοστώσεις εισαγωγών, προμήθειες δημοσίου) παρεμβάσεων. Αυτές θα μπορούσαν να αντισταθμιστούν, σε ορισμένο βαθμό, με συμφωνίες για μεταφορά τεχνολογίας μέσω εγχωρίων συμπαραγωγών με αλλοδαπές επιχειρήσεις.

[6]. Λαμβάνεται υπόψη η περίπτωση της μη συναινετικής διπλής εξόδου. Για τεχνικές όψεις-βήματα, τα οποία δεν θίγονται εδώ (νομισματική κυκλοφορία, εθνικοποίηση και αναδιάρθρωση τραπεζικού συστήματος, ρύθμιση δανείων, κ.λπ.), βλέπε Λαπαβίτσας και Φλάσμπεκ (2015) και, σε συνοπτική μορφή, Λαπαβίτσας (2015).

[7].Θα προτιμούσα ένα νέο όνομα για αυτό, όπως, ας πούμε, «Ελλάδιο».

[8]. Για την εκτίμηση υποθέτουμε, σε συμφωνία με ευρήματα άλλων μελετών, ότι η ελαστικότητα του όγκου των εξαγωγών (των εισαγωγών) ως προς την πραγματική συναλλαγματική ισοτιμία ισούται με 0.6 (με μείον 0.9). Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία για το έτος 2014, της τελευταίας Έκθεσης του Διοικητή της ΤτΕ, οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών ανέρχονται σε 54.7 δις ευρώ και οι εισαγωγές σε 52.9 δισ. ευρώ. Επαναλαμβάνοντας τον υπολογισμό, το πλεόνασμα των 1.8 δις αυξάνεται στα 8.9 με 13.7 δις ευρώ.

[9]. Σχετικά, βλέπε Βατικιώτης (2013), Ζαργάνης και Φιλόπουλος (2015α, β). Θα είχε ενδιαφέρον να πληροφορηθούμε τι απέγινε, μεταξύ άλλων, το μοντέλο Aletis, που παρουσιάστηκε το 2001 από την ΕΛΒΟ, στο Διεθνές Σαλόνι Αυτοκινήτου της Φρανκφούρτης, αλλά δεν κατασκευάστηκε ποτέ.

Αναφορές

Βατικιώτης, Λ. (2013) ΕΑΣ, ΕΛΒΟ, ΛΑΡΚΟ: Ομαδική εκτέλεση, με συνοπτικές διαδικασίες.

https://leonidasvatikiotis.wordpress.com/

Gibson, H. D. (2010) Ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας κατά τομέα την περίοδο 1995-2003, στο: Γ. Οικονόμου, Ι. Σαμπεθάι και Γ. Συμιγιάννης (Επιμ.) (2010) Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών της Ελλάδος: Αιτίες Ανισορροπιών και Προτάσεις Πολιτικής, Αθήνα, Τράπεζα της Ελλάδος.

Ζαργάνης, Β. και Φιλόπουλος, Θ. (2015α) Το ενεργειακό δυναμικό και η ενεργειακή βάση, στο: Θ. Μαριόλης (Επιμ.) (2015).

Ζαργάνης, Β. και Φιλόπουλος, Θ. (2015β) Η βαρειά μεταλλουργική βιομηχανία, στο: Θ. Μαριόλης (Επιμ.) (2015).

Θεοδοσίου, Ι. (2015) Η λιτότητα στην Ελλάδα είναι πόλεμος εναντίον των φτωχών.

http://www.sxedio-b.gr/index.php/repub/item/1266-litotita-ptoxoi

Katsinos, A. and Mariolis, T. (2012) Switch to devalued drachma and cost-push inflation: a simple input-output approach to the Greek case, Modern Economy, 3, pp. 164-170.

Λαπαβίτσας, Κ. (2014) Ένα Ριζοσπαστικό Πρόγραμμα για την Ελλάδα και την Περιφέρεια της Ευρωζώνης, Αθήνα, Α.Α. Λιβάνης.

Λαπαβίτσας, Κ. (2015) Η μετάβαση στο εθνικό νόμισμα.

http://costaslapavitsas.blogspot.gr/2015/09/blog-post_5.html

Λαπαβίτσας, Κ. και Φλάσμπεκ, Χ. (2015) Σχέδιο Κοινωνικής Αλλαγής και Εθνικής Ανασυγκρότησης για την Ελλάδα, Mimeo.

Μαριόλης, Θ. (2012) Εγκώμιο στο Ευρώ, στο: Μέτωπο Αλληλεγγύης και Ανατροπής (2013) Ο Μόνος Δρόμος είναι ο Δεύτερος Δρόμος. Ευρώ ή Δραχμή; Σχέδιο Β, Επιμέλεια έκδοσης: Α. Αλαβάνου, Αθήνα, Δ. Κοροντζής.

Μαριόλης, Θ. (Επιμ.) (2015) Μελέτες στο Έργο του Δημήτρη Μπάτση «Η Βαρειά Βιομηχανία στην Ελλάδα». Σχεδιασμένη Καθυπόταξη ή Σχεδιασμένη Ανάπτυξη; (υπό έκδοση).

Μαριόλης, Θ. (2015α) Ανεργία, εξωτερικός τομέας, και αναπτυξιακή δομική μεταβολή της ελληνικής οικονομίας, στο: Θ. Μαριόλης (Επιμ.) (2015).

Μαριόλης, Θ. (2015β)Ο θεμελιώδης οικονομικός νόμος της ζώνης του ευρώ, στο: Θ. Μαριόλης (Επιμ.) (2015).

(περιληπτική εκδοχή: http://www.theo-mariolis.gr/site/index.php/2011-09-07-18-17-23/2011-09-07-12-04-52/105-2015-08-12-18-59-01)

Mariolis, T. and Soklis, G. (2015) The Sraffian Multiplier for the Greek Economy: Evidence from the Supply and Use Table for the year 2010, Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών,Discussion Paper No. 142, Αθήνα, Ιούνιος 2015.

http://www.kepe.gr/index.php/el/erevna/dimosieyseis/ergasies-gia-sizitise-el/item/2735-dp_142

Μηλιαράκης, Π. (2015) Η νομική διάσταση της εξόδου από την ΟΝΕ, στο: Κ. Λαπαβίτσας και Χ. Φλάσμπεκ (2015).

Rodrik, D. (2012) Το Παράδοξο της Παγκοσμιοποίησης, Αθήνα, Κριτική.

Πηγή

Διαβάστε περισσότερα »

Κυριακή 10 Μαΐου 2015

Επιστροφή σε υποτιμημένη δραχμή, πληθωρισμός κόστους και διεθνής ανταγωνιστικότητα


19/7/2011

Των Θ. Μαριόλη και Απ. Κάτσινου*

Μία μελέτη εισροών-εκροών

1. Εισαγωγή

Κατά την άποψή μας, το βασικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας είναι αυτό της διεθνούς ανταγωνιστικότητας και όχι του δημοσίου χρέους ή της αναδιανομής του εισοδήματος, τα οποία συνιστούν επιφαινόμενα. Η αντιμετώπισή του κρίνεται, επομένως, ως επιβεβλημένη και επείγουσα, καίτοι είναι μάλλον αδύνατο να πραγματοποιηθεί, για συστημικούς λόγους, εντός της ΟΝΕ (βλ. Μαριόλης, 1999, 2011, και Μαριόλης και Παπουλής, 2010). Σύμφωνα με σχετικά πρόσφατες εκτιμήσεις του ΔΝΤ, οι οποίες βασίζονται (και) σε ορισμένες μη ρεαλιστικές, για την τρέχουσα περίοδο, παραδοχές, η εξισορρόπηση του τομέα εξωτερικών συναλλαγών της ελληνικής οικονομίας προαπαιτεί μία υποτίμηση, σε πραγματικούς όρους, της τάξης του 22.1% με 46.6%.[1]

Στα ακόλουθα συνοψίζουμε τα αποτελέσματα μελέτης μας, η οποία εκτιμά τις επιπτώσεις ονομαστικής υποτίμησης κατά 50% στον πληθωρισμό κόστους και, κατ' επέκταση, στη διεθνή ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας (μετρούμενη σε όρους πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας). Με άλλα λόγια, δηλαδή, επιχειρούμε μία απάντηση στο ακόλουθο ερώτημα: εάν (i) σημειωθεί επιστροφή σε υποτιμημένη κατά 50% δραχμή, (ii) οι τεχνικές συνθήκες παραγωγής παραμείνουν αμετάβλητες, (iii) αντιπαρέλθουμε κάθε άλλο παράγοντα πληθωρισμού (π.χ. πληθωρισμός ζήτησης προκαλούμενος από νομισματική χρηματοδότηση του δημοσίου ελλείμματος) και (iv) οι εθνικές αρχές οικονομικής πολιτικής είναι σε θέση να διασφαλίσουν τη βιωσιμότητα της ακολουθούμενης συναλλαγματικής πολιτικής (επ' αυτού, βλ. π.χ. Krugman και Obstfeld, 2011, σσ. 320-335) και, γενικά, να διευθετήσουν τις όποιες διαταράξεις δημιουργήσει η αποχώρηση της χώρας από τη Ζώνη του Ευρώ, τότε ποια θα είναι η διαχρονική εξέλιξη των τιμών των εμπορευμάτων, τα οποία παράγει η ελληνική οικονομία;
Σπεύδουμε, ωστόσο, να τονίσουμε a priori ότι, καίτοι τα αποτελέσματα αυτού του πειράματος «αδρανούς ατμόσφαιρας» είναι σημαντικά και χρήσιμα, δεν επαρκούν, αυτά καθαυτά, για να δικαιώσουν ούτε αυτές/ούς που είναι υπέρ της επιστροφής στη δραχμή ούτε εκείνους που είναι κατά. Δεν μπορούμε να επιμείνουμε, εδώ, σε ένα από τα κύρια γνωρίσματα της μοντέρνας εποχής, δηλ. στη συνεχή διαδικασία αναγωγής πολυδιάστατων ζητημάτων στο μονόμετρο ερώτημα «υπέρ ή κατά;», αλλά μόνον να υπενθυμίσουμε μία παρατήρηση του Vaneigem (1962-63, §18): «Προσφέροντας μία καρικατούρα των ανταγωνισμών, η εξουσία πιέζει τον καθένα να είναι υπέρ ή κατά της Μπριζίτ Μπαρντό, του «νέου μυθιστορήματος», της Σιτροέν Κατρ Σεβώ, του σπαγγέτι, του μεσκάλ, της μίνι φούστας, του ΟΗΕ, των κλασικών ανθρωπιστικών σπουδών, της εθνικοποίησης, του θερμοπυρηνικού πολέμου και του ωτοστόπ. Ζητείται η γνώμη όλων για κάθε λεπτομέρεια, προκειμένου να τους αφαιρεθεί ακόμα αποτελεσματικότερα η δυνατότητα να έχουν μία γνώμη για την ολότητα.» (πρόσθετη έμφαση).

2. Το αναλυτικό πλαίσιο

Το αναλυτικό πλαίσιο της μελέτης είναι ακριβώς αυτό που συγκροτήθηκε στο Μαριόλης et al. (1996) και, επομένως, δεν απαιτείται να εκτεθεί, εδώ (ούτε, βεβαίως, να αναλυθούν τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα μίας υποτίμησης, γενικά): συνίσταται σε τρία εναλλακτικά πολυτομεακά υποδείγματα-σενάρια εξέλιξης των τιμών, τα οποία εφοδιάζουμε, τώρα, με στοιχεία από τον Συμμετρικό Πίνακα Εισροών-Εκροών (SIOT) της ελληνικής οικονομίας, για το έτος 2005, ο οποίος είναι ο πλέον πρόσφατος από τους διαθέσιμους και συναθροίζει το σύνολο των εγχωρίως παραγομένων εμπορευμάτων σε 59. [2]
Έχουμε λόγους να θεωρούμε ότι αυτό το πλαίσιο ενέχει, σε βραχυχρόνιο ορίζοντα, σημαντικούς βαθμούς αξιοπιστίας, όχι μόνον λόγω της θεωρητικής συνοχής του αλλά και επειδή δοκιμάστηκε, πρακτικά, κατά την τελευταία υποτίμηση της δραχμής (ύψους 14%), το Μάρτιο του 1998. Είχαμε, τότε, προβλέψει ότι (i) η δραχμή μάλλον θα υποτιμηθεί κατά ποσοστό της τάξης του 15%, (ii) το ετήσιο πληθωριστικό «κύμα» θα είναι, το πολύ, της τάξης του 1.25% με 1.88% (και όχι της τάξης του 10% και 20%, που προέβλεπε η συντριπτική πλειοψηφία των αναλυτών και των πολιτικών εκπροσώπων, η οποία διαβεβαίωνε, επίσης, ότι η δραχμή δεν πρόκειται να υποτιμηθεί), και (iii) η διεθνής ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας θα αυξηθεί, κατά το πρώτο έτος, μετά την υποτίμηση, κατά 12%, περίπου. Τα γεγονότα που ακολούθησαν δεν διέψευσαν αυτές τις προβλέψεις (για μία κριτική ανάλυση της τότε συγκυρίας, βλ. Μαριόλης και Σταμάτης, 1999, Μέρος 3).

3. Εμπειρικά αποτελέσματα

Τα αποτελέσματα των κύριων εκτιμήσεων της μελέτης συνοψίζονται στους Πίνακες 1 και 2.

Ο Πίνακας 1 αντιστοιχεί στο λιγότερο ευνοϊκό σενάριο, δηλ. σε αυτό με τον υψηλότερο πληθωρισμό κόστους, και εκθέτει την εξέλιξη των τιμών, εκείνων των εμπορευμάτων (από τα 59) που θα εμφανίσουν τις τρεις μεγαλύτερες και τις τρεις μικρότερες αυξήσεις τιμής, στα πέντε πρώτα έτη μετά την υποτίμηση κατά 50% (με κατάλληλη επιλογή των φυσικών μονάδων μέτρησης, η τιμή κάθε εμπορεύματος τίθεται ίση με 100 νομισματικές μονάδες, πριν λάβει χώρα η υποτίμηση). Επειδή η εξέλιξη της τιμής κάθε εμπορεύματος καθορίζεται, σε γενικές γραμμές, από τις ποσότητες των εισαγομένων εμπορευμάτων, οι οποίες απαιτούνται άμεσα και έμμεσα για την παραγωγή του, ο Πίνακας 1 υποδηλώνει, ταυτοχρόνως, και τα εμπορεύματα της ελληνικής οικονομίας που εμφανίζουν, κατά την αναπαραγωγή τους, την υψηλότερη/μικρότερη εξάρτηση από τη διεθνή οικονομία.

Πίνακας 1. Τα εμπορεύματα με τις μεγαλύτερες και τις μικρότερες αυξήσεις τιμών μετά την υποτίμηση κατά 50%


Στον Πίνακα 2 εκτίθεται η εξέλιξη του ετήσιου συνολικού-γενικού ρυθμού πληθωρισμού (σε όρους ακαθάριστης αξίας εγχώριας παραγωγής), στα πέντε πρώτα έτη μετά από την υποτίμηση κατά 50%, σύμφωνα με τα τρία σενάρια της μελέτης. Διαπιστώνεται, λοιπόν, ότι το πληθωριστικό «κύμα» θα είναι της τάξης του 5.31% με 9.29%, κατά το πρώτος έτος, και 1.59% με 5.96%, κατά το δεύτερο έτος. Έτσι, εκτιμάται ότι η διεθνής ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας (σε όρους πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας) θα αυξηθεί, στο πρώτο έτος, μετά την υποτίμηση, κατά 37.2% με 42.4%. [3]

Τέλος, αναφέρεται ότι, σύμφωνα με τα αναλυτικά αποτελέσματα του λιγότερο ευνοϊκού σεναρίου, απαιτούνται περί τα 15-16 έτη, ούτως ώστε να αυξηθεί το ημεδαπό επίπεδο των τιμών κατά 45%-46% και, επομένως, να εξανεμισθούν, πρακτικά, τα οφέλη της υποτίμησης στη διεθνή ανταγωνιστικότητα. Ως γνωστόν, η ταχύτητα σύγκλισης γραμμικού δυναμικού συστήματος διακριτού χρόνου προς τη μακροχρόνια τιμή ισορροπίας του καθορίζεται από την κατανομή των μέτρων (moduli) των ιδιοτιμών της μήτρας του: Grosso modo, όσο μικρότερα είναι τα μέτρα των μη-δεσποζουσών ιδιοτιμών ως προς το μέτρο της δεσπόζουσας ιδιοτιμής, τόσο υψηλότερη είναι η ταχύτητα σύγκλισης και, συνεπώς, στην προκείμενη περίπτωση, τόσο πιο γρήγορα εξανεμίζονται τα οφέλη της υποτίμησης. Στο Σχήμα 1 εκτίθεται μία απεικόνιση της κατανομής των «ομαλοποιημένων» ιδιοτιμών της μήτρας που αντιστοιχεί στο λιγότερο ευνοϊκό σενάριο (κάθε ιδιοτιμή έχει διαιρεθεί με τη δεσπόζουσα ιδιοτιμή, η οποία ισούται, περίπου, με 0.893, και επομένως η δεσπόζουσα ομαλοποιημένη ιδιοτιμή ισούται με 1, ενώ όλες οι μη-δεσπόζουσες ομαλοποιημένες ιδιοτιμές βρίσκονται εντός του μοναδιαίου (μιγαδικού) κύκλου). Καίτοι διαφαίνεται τάση συσσώρευσης των ομαλοποιημένων ιδιοτιμών προς χαμηλές τιμές, έξι μη δεσπόζουσες ομαλοποιημένες ιδιοτιμές είναι σχετικά υψηλές, δηλ. πάνω από 0.5, και, άρα, η ταχύτητα σύγκλισης του συστήματος δεν δύναται, πράγματι, να είναι ιδιαίτερα υψηλή.[4]

Πίνακας 2. Οι ετήσιοι ρυθμοί πληθωρισμού μετά την υποτίμηση κατά 50%


Σχήμα 1. Οι ομαλοποιημένες ιδιοτιμές της μήτρας του συστήματος με την ταχύτερη αύξηση των τιμών


4. Συμπερασματικές παρατηρήσεις

Όπως η εξ αποκαλύψεως αλήθεια, στα μέσα της δεκαετίας του 1990, ήταν «η πολιτική της σκληρής δραχμής», έτσι και η τρέχουσα εξ αποκαλύψεως αλήθεια είναι ότι «η επιστροφή στη δραχμή σημαίνει καταστροφή». Μάλιστα, πανεπιστημιακός οικονομολόγος, ο οποίος τοποθετείται κριτικά, και «εξ αριστερών», έναντι του «Μεσοπρόθεσμου», προέβη, δημοσίως, στην ακόλουθη διευκρίνηση: «Δεν προτείνω την επιστροφή στη δραχμή. Δεν θα γίνουμε Αλβανία του Enver Hoxha.».[5]
Από την πλευρά μας, αδυνατούμε να αντιληφθούμε ότι, για παράδειγμα, το Βασίλειο της Νορβηγίας, η Μαλαισία ή η Δημοκρατία της Σιγκαπούρης ακολουθούν το «αλβανικό υπόδειγμα οικοδόμησης του σοσιαλισμού».[6] Εκτιμήσαμε, ωστόσο, ότι, από την άποψη τουλάχιστον των τιμιακών επιπτώσεων μίας υποτίμησης (και, μάλιστα, «γενναίας», ήτοι της τάξης του 50%), η «επιστροφή στη δραχμή» δεν συνεπάγεται κάποια καταστροφή. Μάλλον το αντίθετο: καταβάλλοντας το όποιο «κόστος» ενός πληθωρισμού της τάξης του 5% με 9%, η ελληνική οικονομία θα έχει, σε συνδυασμό με την άσκηση άλλων, οπωσδήποτε αναγκαίων, μέτρων διαρθρωτικής πολιτικής, τη δυνατότητα και το χρόνο να επωφεληθεί από την καταρχάς αύξηση της διεθνούς ανταγωνιστικότητάς της κατά 37% με 42%.[7]
Όταν οι αρχές οικονομικής πολιτικής μίας χώρας με εξαιρετικά υψηλό επίπεδο παραγωγικοτεχνικής ανάπτυξης, όπως των ΗΠΑ, προβάλλουν, συστηματικά, ενστάσεις κατά της «πολιτικής του μαλακού γουάν», είναι να απορεί κανείς με τη «θεωρία» ότι οι ελληνικές αρχές οφείλουν να είναι αδιάφορες απέναντι στους συναλλαγματικούς όρους υπό τους οποίους η χώρα, για την οποία είναι υπεύθυνες, εξάγει στη και εισάγει από τη διεθνή αγορά.

* Ο Θ. Μαριόλης είναι Αν. Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας, Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης, Πάντειο Πανεπιστήμιο και ο Απ. Κάτσινος είναι τελειόφοιτος του ΠΜΣ Οικονομικής Επιστήμης, Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης, Πάντειο Πανεπιστήμιο

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1]. Πιο αναλυτικά: Υποθέτοντας ως διατηρήσιμη τιμή ισορροπίας για το συνολικό εξωτερικό χρέος, ως ποσοστό του ΑΕΠ, το 80%, και ρυθμό μεγέθυνσης του ονομαστικού ΑΕΠ ίσο με 5%, προκύπτει ότι το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, ως ποσοστό του ΑΕΠ, πρέπει να συμπιεσθεί στο μείον 3.8%. Περαιτέρω, λαμβάνοντας υπόψη οικονομετρικές εκτιμήσεις της ελαστικότητας του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών ως προς την πραγματική συναλλαγματική ισοτιμία, εκτιμάται ότι αυτή η συμπίεση προαπαιτεί πραγματική υποτίμηση της τάξης του 22.1% με 46.6% (βλέπε Αναστασάτος, 2008).

[2]. Πρόκειται για γραμμικά υποδείγματα à la Sraffa ([1960] 1985, Μέρος Ι), δηλ. «απλής παραγωγής (single production) εμπορευμάτων μέσω εμπορευμάτων», τα οποία διαφοροποιούνται, μεταξύ τους, αναλόγως της υπόθεσης που γίνεται σχετικά με την αντίδραση της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας κάθε κλάδου παραγωγής, μετά την υποτίμηση. Για παράδειγμα, στο ένα από αυτά, το οποίο δίνει και την υψηλότερη πληθωριστική αύξηση, υποτίθεται (μεταξύ άλλων) ότι οι καθαροί φόροι επί της παραγωγής, ως ποσοστό της τιμής κάθε εμπορεύματος, παραμένουν αμετάβλητοι. Μία από τις ελάχιστες συναφείς μελέτες της ελληνικής βιβλιογραφίας είναι αυτή των Γκαργκάνα και Μομφεράτου (1979), η οποία αφορά στην περίοδο 1971-1978. Σημειώνεται, επίσης, ότι το αναλυτικό μας πλαίσιο θα μπορούσε να διευρυνθεί βάσει των συμβολών του Domberger (1980) και των Sharify and Sancho (2011). Τέλος, για τη γενική θεωρητική μελέτη των επιπτώσεων μίας υποτίμησης στις τιμές των εμπορευμάτων, στην κατανομή του εισοδήματος και στους βαθμούς απασχόλησης του επενδεδυμένου κεφαλαίου και του εργατικού δυναμικού, βλ. Krugman and Taylor (1978), Metcalfe and Steedman (1981), και Mariolis (2006, 2008).

[3]. Σημειώνεται, για τον μη ειδικό αναγνώστη, ότι, χάριν απλούστευσης, εξισώνουμε την πραγματική συναλλαγματική ισοτιμία με: (EP*) / P, όπου το Ε παριστά την ονομαστική συναλλαγματική ισοτιμία, οριζόμενη σε νομισματικές μονάδες της ημεδαπής ανά νομισματική μονάδα της αλλοδαπής, το P* το αλλοδαπό γενικό επίπεδο των τιμών, εκφρασμένο σε αλλοδαπό νόμισμα, και το P το ημεδαπό γενικό επίπεδο των τιμών, εκφρασμένο σε ημεδαπό νόμισμα. Όταν το εν λόγω κλάσμα ισούται με 1, τα δύο επίπεδα τιμών, εκφρασμένα σε ενιαίο νόμισμα, είναι, προφανώς, ίσα, ενώ όταν είναι υψηλότερο (μικρότερο) του 1, σημαίνει ότι το ημεδαπό (αλλοδαπό) επίπεδο τιμών έχει γίνει χαμηλότερο και, επομένως, ότι η ανταγωνιστικότητα της ημεδαπής (αλλοδαπής) οικονομίας έχει αυξηθεί. Στην περίπτωσή μας, εφόσον το Ε γίνεται 1.5 (από 1) και το P αυξάνεται κατά – έστω – 9.29%, έπεται ότι, εάν το P* δεν μεταβάλλεται, η πραγματική συναλλαγματική ισοτιμία αυξάνεται κατά: (0.5 – 0.0929) / (1 + 0.0929) = 0.372 ή 37.2%. Σε γενικότερους όρους, εάν το υ (%) παριστά το ποσοστό της υποτίμησης και δ το συντελεστή διαστολής του P ανά μονάδα χρόνου (P = 100 (1 + δ υ): από τον Πίνακα 2 έπεται ότι, για το πρώτο έτος, το δ βρίσκεται μεταξύ 0.106 και 0.186 και, λόγω της γραμμικότητας των υποδειγμάτων, είναι ανεξάρτητο του υ), τότε η ποσοστιαία αύξηση της ανταγωνιστικότητας ισούται με: [(1 – δ) υ] / (1 + δ υ), και, συνεπώς, η ελαστικότητά της ως προς το ποσοστό της υποτίμησης ισούται με (1 – δ) / (1 + δ υ) (άρα, μειώνεται με αυτό).

[4]. Η ταχύτητα με την οποία ο λόγος της υποδεσπόζουσας, λ2, προς τη δεσπόζουσα, λ1, ιδιοτιμή τείνει στο μηδέν, κατά μήκος του χρόνου, t = 1, 2,..., ήτοι το μέγεθος (λ2 / λ1)t = (0.715 / 0.893)t = 0.801t, αποτελεί προσεγγιστικό μέτρο της ταχύτητας σύγκλισης του συστήματος. Για το σύνολο αυτών των ζητημάτων, βλ. π.χ. Luenberger (1979, chs 5-6) και, για μία συνοπτική έκθεση, James and Rumchev (2005). Σημειώνεται, χάριν πληρότητας, ότι το πρόβλημα της μη σύγκλισης (ή αστάθειας) δύναται να αναδυθεί μόνον όταν συμπεριληφθεί η – σαφώς ρεαλιστική – περίπτωση της «συμπαραγωγής (joint production) εμπορευμάτων μέσω εμπορευμάτων» (βλ. Sraffa, [1960] 1985, Μέρος ΙΙ), αλλά αντιμετωπίζεται δια της διεύρυνσης του αναλυτικού πλαισίου με την αλληλεπίδραση προσφοράς-ζήτησης (βλ. Mariolis, 1997, 2008). Ακόμα και έτσι, όμως, τίποτε δεν διασφαλίζει ότι η υποτίμηση οδηγεί σε άνοδο του ημεδαπού γενικού επιπέδου των τιμών (δεν αποκλείεται να οδηγεί σε αποπληθωρισμό) ή, στην αντίθετη περίπτωση, της ανταγωνιστικότητας. Με άλλα λόγια, δηλαδή, απαιτείται πρόσθετη, διακριτή, εμπειρική έρευνα, η οποία θα πρέπει να βασισθεί στους Πίνακες Προσφοράς-Χρήσης (SUT) της ελληνικής οικονομίας.

[5]. Φαίνεται ότι, για αρκετούς Αριστερούς (όπως αυτοονομάζονται), η περίπτωση της Αλβανίας αποτελεί προσφιλές (αντι-) παράδειγμα. Στο όχι και τόσο μακρινό παρελθόν, η Έλλη Παππά είχε τονίσει: «Κι Ελλάδα εκτός ΟΝΕ, τι να γίνει; Αλβανία; Πιστεύω ότι η πολιτική που λέει όχι στην ΕΕ είναι αντιδραστική. Δεν νομίζω ότι κανένας μαρξιστής, ούτε κι ο Μαρξ, θα έλεγε όχι.» (Περιοδικό Έψιλον, 24 Μαΐου 1998).

[6]. Καίτοι δεν είμαστε γνώστες του αντικειμένου, κρίνουμε ότι ορισμένες αξιοσημείωτες πληροφορίες (επί της ακρίβειας των οποίων θα αποφανθούν, ωστόσο, οι ιστορικοί) βρίσκονται στο Χότζα (1985, κεφ. 3 και σσ. 240-247, 262-264 και 289-295).

[7]. Θα είναι σαφές ότι, για τις ανάγκες ρεαλιστικότερης εκτίμησης, από αυτά τα ποσοστά θα πρέπει να προσθαφαιρεθούν, αφού πρώτα, όμως, επιτευχθεί η ποσοτικοποίησή τους, ενδεχόμενες παράπλευρες επιπτώσεις της υποτίμησης ή άλλων, επικουρικών, μέτρων οικονομικής πολιτικής (π.χ. μείωση καθαρών φορολογικών συντελεστών επί της παραγωγής), καθώς επίσης και η επίπτωση της «συμπαραγωγής» (βλ. Ενότητα 1 του παρόντος, αρχή σημείωσης [2] και τέλος σημείωσης [4]).

ΑΝΑΦΟΡΕΣ
Αναστασάτος, Τ. (2008) Η επιδείνωση του ελληνικού ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών: αίτια, επιπτώσεις και σενάρια προσαρμογής, Οικονομία & Αγορές: Eurobank Research, Τόμος 3, Τεύχος 6, Ιούνιος.
Γκαργκάνας, Ν. Χ. και Μομφεράτος, Π. Χ. (1979) Διακλαδική Ανάλυση της Συμβολής του Κόστους στη Διαμόρφωση των Τιμών στην Ελλάδα, Αρχείον Μελετών και Ομιλιών, Αθήνα, Τράπεζα της Ελλάδος.
Domberger, S. (1980) Price dynamics and industrial structure in the U.K.: an input-output analysis, The Manchester School, 48, pp. 284-306.
James, G. and V. Rumchev, V. (2005) Stability of positive linear discrete-time systems, Bulletin of the Polish Academy of Sciences: Technical Sciences, 53, pp. 1-8.
Krugman, P. and Taylor, L. (1978) Contractionary effects of a devaluation, Journal of International Economics, 8, pp. 445-456.
Krugman, P. και Obstfeld, M. (2011) Διεθνής Οικονομική, τόμος 2, Αθήνα, Κριτική.
Luenberger, D. G. (1979) Introduction to Dynamic Systems. Theory, Models and Applications, New York, John Wiley and Sons.
Μαριόλης, Θ. (1999) Ο νέος διεθνής καταμερισμός εργασίας, Τετράδια της Οικονομίας, 27-28/11/1999, εφημερίδα Ημερησία (αναδημοσιεύθηκε στο: Θ. Μαριόλης και Γ. Σταμάτης (2000) Η Εντός ΟΝΕ Εποχή, Αθήνα, Στάχυ).
Μαριόλης, Θ. (2011) Ελλάδα, Ευρωπαϊκή Ένωση και Οικονομική Κρίση, Αθήνα, Matura (υπό έκδοση).
Μαριόλης, Θ., Οικονομίδης, Χ., Σταμάτης, Γ. και Φουστέρης, Ν. (1996) Ποσοτική εκτίμηση των επιπτώσεων της υποτίμησης στο «κόστος» παραγωγής, Τεύχη Πολιτικής Οικονομίας, 19, σσ. 5-55 (η ολοκληρωμένη εκδοχή της μελέτης κυκλοφόρησε το 1997, από τις εκδόσεις Κριτική).
Μαριόλης Θ. και Σταμάτης, Γ. (1999) ΟΝΕ και Νεοφιλελεύθερη Πολιτική, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα.
Μαριόλης, Θ. και Παπουλής, Κ. (2010) «Δίδυμα ελλείμματα» και διεθνής ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, στο: Επιστημονική Εταιρεία Πολιτικής Οικονομίας (2011) Οικονομική Κρίση και Ελλάδα, Επιμέλεια: Α. Βλάχου, Ν. Θεοχαράκης και Δ. Μυλωνάκης, Αθήνα, Gutenberg.
Mariolis, T. (1997) Theoretical investigation of the price response of a joint production system to currency devaluation, in: Papathanassiou, B. (Ed.) (1997) Proceedings of the 4th Balkan Conference on Operational Research, vol. 1, Thessaloniki.
Mariolis, T. (2006) Distribution and growth in a multi-sector open economy with excess capacity, Economia Internazionale/International Economics, 59, pp. 51-61.
Mariolis, T. (2008) Pure joint production, income distribution, employment and the exchange rate, Metroeconomica, 59, pp. 656-665.
Metcalfe, J. S. and Steedman, I. (1981) Some long-run theory of employment, income distribution and the exchange rate, The Manchester School, 49, pp. 1-20.
Sharify, N. and Sancho, F. (2011) A new approach for the input-output price model, Economic Modeling, 28, pp. 188-195.
Sraffa, P. ([1960] 1985) Παραγωγή Εμπορευμάτων μέσω Εμπορευμάτων. Πρελούδιο στην Κριτική της Οικονομικής Θεωρίας, Θεσσαλονίκη, Σύγχρονα Θέματα.
Vaneigem, R. (1962-63) Banalités de base, International Situationniste, No 6 & 7 (Ελληνική μετάφραση: Βανεγκέμ, Ρ. (χ.χ.) Βασικές Κοινοτοπίες, Αθήνα, Ελεύθερος Τύπος).
Χότζα, Ε. (1985) Χρουστσιοφικοί, Αθήνα, Εκδόσεις Λειψία.

Πηγή


Διαβάστε περισσότερα »

Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2013

Ο Θ. Μαριόλης βρήκε το ''λάθος'' του ΔΝΤ ενάμιση χρόνο πριν


11/10/213

Στις αρχές του 2013 το ΔΝΤ παραδέχτηκε μέσω του εκπροσώπου του Ο. Μπλανσάρ ότι έκανε λάθος στον υπολογισμό της ύφεσης που προκαλούν οι περικοπές των δημοσίων δαπανών στην Ελλάδα.(Πηγή) Από τον Μάιο του 2010 που υπογράφτηκε το πρώτο μνημόνιο, χρειάστηκαν τρία χρόνια περίπου για να το καταλάβει αυτό το ΔΝΤ. Στο θέμα αυτό η ΕΕ κράτησε σιγήν ιχθύος κι έτσι το ΔΝΤ ανέλαβε την αποκλειστική ευθύνη.


Ο Έλληνας οικονομολόγος και καθηγητής οικονομικών στο Πάντειο Θ. Μαριόλης σε εκδήλωση που έγινε στις 26 Σεπτεμβρίου 2011 είχε δηλώσει ότι ο συντελεστής ύφεσης είναι 1.71 δηλαδή για κάθε ευρώ που περικόπτεται, η ύφεση που προκαλείται είναι 1.71 ευρώ. Ο Έλληνας οικονομολόγος υπολόγισε ενάμιση χρόνο πριν την ύφεση και αποκάλυψε το λάθος του ΔΝΤ πολύ νωρίτερα απ' ότι το ταμείο.


Ολόκληρη η ομιλία του Θ. Μαριόλη εδώ.
Σχετική δημοσίευση εδώ.
Διαβάστε περισσότερα »

Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2013

Θεόδωρος Μαριόλης: Eγκώμιο στο Ευρώ


28/2/2012

Του Θεόδωρου Μαριόλη Αν. Καθηγητή Πολιτικής Οικονομίας, Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης, Πάντειο Πανεπιστήμιου

Το παρόν αποτελεί εκδοχή κειμένου επί του οποίου βασίστηκε η ομιλία μου στο «Στέκι Ελευσίνας», την Παρασκευή 20 Ιανουαρίου 2012. Ευχαριστώ τις/τους παρευρισκόμενους για ενδιαφέρουσες ερωτήσεις και συζητήσεις. Οι σημειώσεις δηλώνονται με [.], και βρίσκονται στο τέλος του κειμένου.

1. Εισαγωγή

Αν και το τελευταίο διάστημα έχουν πυκνώσει οι κριτικές απέναντι «στο ευρώ», εξακολουθούν να παραμένουν, ιδίως στην Ελλάδα, μάλλον μειοψηφικές. Σε αντίθεση με ό,τι ίσχυε έως τώρα, στο παρόν κείμενο επιθυμώ να συνταχθώ όχι μόνον με τη φαινόμενη πλειοψηφία, αλλά και να συνθέσω ένα μικρό εγκώμιο στο ευρώ. «Εγκώμιο», εκ του «κώμος», σημαίνει: «επαινετικός λόγος, ύμνος σε νικητή, δοξολόγημα» (Δορμπαράκης, 1993, σελ. 217).

Αρχικά αναφέρομαι στο ζήτημα της εθνικής οικονομικής πολιτικής, γενικά. Στη συνέχεια δείχνω τη συνοχή του συστήματος του ευρώ. Τέλος, εκθέτω το όραμα, το οποίο διαπνέει το εν λόγω σύστημα, και αντλώ ορισμένα συμπεράσματα από τη σύνολη συζήτηση.

2. Περί εθνικής οικονομικής πολιτικής

«Αν υπάρχει κάτι, υπάρχει βέβαια ή το ον ή το μη ον ή και το ον και το μη ον.»

Κατά τον Μπάρροουζ (1979), «σκοπός της τέχνης, αλλά και του συνόλου της δημιουργικής σκέψης, είναι να μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε αυτά που γνωρίζουμε και δεν ξέρουμε ότι τα γνωρίζουμε», ενώ σκοπός των θρησκευτικο-ιδεολογικών δογμάτων είναι «να μας κάνουν να αγνοούμε τα όσα γνωρίζουμε». Καίτοι τετριμμένο, έχει διαγραφεί από τη μνήμη του πολίτη της Ζώνης του Ευρώ (ΖΕ) το ιστορικό γεγονός ότι, σε ορισμένο έστω βαθμό, οι αρχές μίας εθνικής οικονομίας ρύθμιζαν και ρυθμίζουν την κατάστασή της με τα ακόλουθα μέσα-εργαλεία:

(i). Δημοσιονομικά.

(ii). Νομισματικά.

(iii). Συναλλαγματικά.

(iv). Εμπορικά (δασμολογικές και μη δασμολογικές μορφές προστασίας, όπως ποσοστώσεις εισαγωγών, επιδοτήσεις εξαγωγών, αξίωση ελάχιστου εγχώριου μεριδίου παραγωγής).

(v). Εισοδηματικά.

Βεβαίως, κατά τη χρήση αυτών των μέσων υφίστανται, όπως διδάσκει η οικονομική επιστήμη, δύο σημαντικοί περιορισμοί:

Π1. Στη γενική περίπτωση, ο αριθμός των στόχων, τους οποίους θέτουν οι αρχές οικονομικής πολιτικής, πρέπει να ισούται με τον αριθμό των χρησιμοποιούμενων μέσων.

Παράδειγμα: Οι αρχές μία οικονομίας με ανεργία και ελλειμματικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών (όπως π.χ. η ελληνική) δεν μπορούν να επαναφέρουν αυτά τα δύο μεγέθη στα όποια επιθυμητά επίπεδα μόνον με π.χ. την αύξηση  των κρατικών δαπανών (ή τη μείωση των φόρων): Αυτή η αύξηση θα οδηγήσει σε αύξηση του προϊόντος, και, άρα, σε μείωση της ανεργίας, αλλά σε χειροτέρευση του ισοζυγίου. Απαιτείται, λοιπόν, η χρήση πρόσθετου μέσου, όπως π.χ. η επιβολή δασμών. Η αύξηση των κρατικών δαπανών αυξάνει τη συνολική δαπάνη της οικονομίας («πολιτική αύξησης της δαπάνης»), ενώ η επιβολή δασμών αυξάνει (μειώνει) τη δαπάνη για τα ημεδαπά (αλλοδαπά) εμπορεύματα («πολιτική μεταστροφής της δαπάνης»), και, έτσι, δύνανται να επιτευχθούν και οι δύο στόχοι, ταυτοχρόνως (βλέπε π.χ. Krugman και Obstfeld, 2011β, σσ. 394-399).

Π2. Μεταξύ των ακολούθων τριών, (i) σταθερή συναλλαγματική ισοτιμία, (ii) ελεύθερη κίνηση χρηματικών κεφαλαίων, και (iii) εθνικά ανεξάρτητη νομισματική πολιτική, οι εθνικές αρχές μπορούν να επιλέξουν μόνον δύο («Τρίλημμα της Ανοικτής Οικονομίας ή, αλλιώς, Ασύμβατο Τρίγωνο» – βλέπε π.χ. Krugman και Obstfeld, 2011β, σσ. 604-607).

Παράδειγμα: Στη ΖΕ δεν υφίσταται μόνον ενιαίο νόμισμα αλλά και η χωρίς φραγμούς κίνηση των χρηματικών κεφαλαίων. Σωστά, επομένως, η νομισματική πολιτική έχει ανατεθεί σε υπερεθνικό, ανεξάρτητο όργανο, στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ).

3. Η συνοχή του συστήματος του ευρώ

«Όμως, όπως θα δείξουν τα πράγματα, ούτε το ον υπάρχει ούτε το μη ον ούτε το ον και το μη ον.»

Τέσσερα είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της ΖΕ:

Χ1. Το ελεύθερο εμπόριο.

Χ2. Το ενιαίο νόμισμα.

Χ3. Η ελεύθερη μετακίνηση των χρηματικών κεφαλαίων.

Χ4. Η ελεύθερη μετακίνηση του εργατικού δυναμικού.

Επομένως, κάθε οικονομία που συμμετέχει στη ΖΕ δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει την εμπορική πολιτική (λόγω του Χ1), την συναλλαγματική πολιτική (λόγω του Χ2) και τη νομισματική πολιτική (λόγω των Χ2 και Χ3 – βλέπε τον Π2) και, έτσι, της απομένουν η δημοσιονομική και η εισοδηματική πολιτική. Και για αυτές τις δύο πολιτικές, όμως, υπάρχουν a priori περιορισμοί:

Π3. Η δημοσιονομική πολιτική περιορίζεται από το «Σύμφωνο Σταθερότητας».

Π4. Η εισοδηματική πολιτική περιορίζεται από την ελευθερία της κίνησης των χρηματικών κεφαλαίων.

Θα αναφερθώ κατά σειρά σε αυτούς:

– Ας υποθέσουμε ότι μία χώρα ακολουθεί συστηματικά «χαλαρή δημοσιονομική πολιτική». Αυτό δύναται να έχει δύο επιπτώσεις: (i) αφού η εν λόγω χώρα καταφεύγει συστηματικά στις κεφαλαιαγορές, ασκεί ανοδικές πιέσεις στα επιτόκια της ΖΕ, πράγμα που δημιουργεί παρενέργειες στις υπόλοιπες χώρες-μέλη, και (ii) όσες χώρες πλήττονται από αυτήν την εξέλιξη θα πιέσουν την ΕΚΤ να ασκήσει πιο χαλαρή νομισματική πολιτική, πράγμα που αντιβαίνει στην ανεξαρτησία της τελευταίας. Είναι λογικό, επομένως, να τίθενται εξαρχής περιορισμοί στο μέγεθος των ελλειμμάτων και χρεών του δημοσίου τομέα.

– Η ελευθερία της κίνησης των χρηματικών κεφαλαίων συνεπάγεται δύο πράγματα:

(i). Την τάση διαμόρφωσης ενδοζωνικά ενιαίου επιτοκίου (ή ποσοστού κέρδους, σε μη νεοκλασική ορολογία). Συνεπώς, η κύρια μεταβλητή ελέγχου της εθνικής εισοδηματικής πολιτικής είναι οι μισθοί (και όχι τα κέρδη ανά μονάδα επενδεδυμένου κεφαλαίου), των οποίων η ενδοζωνική κλίμακα θα πρέπει να βρίσκεται-τίθεται σε ευθεία αντιστοιχία με την ενδοζωνική κλίμακα των παραγωγικοτήτων εργασίας και κεφαλαίου.[1] Για αυτό ακριβώς είναι τελείως εξωπραγματικές οι αιτιάσεις κατά της ΖΕ σχετικά με το ότι οι μισθοί στους τομείς παραγωγής διεθνώς εμπορεύσιμων εμπορευμάτων στην Ελλάδα (για παράδειγμα) είναι χαμηλότεροι από τους αντίστοιχους μισθούς στη Γερμανία (για μία συγκριτική εξέταση ορισμένων βασικών κοινωνικοτεχνικών όψεων της γερμανικής, ελληνικής, ισπανικής και φινλανδικής οικονομίας, βλέπε Mariolis et al., 2012, καθώς και Μαριόλης, 2010α). Ακόμα και μία πρόχειρη θεώρηση των στατιστικών δεδομένων δείχνει ότι η ενδοζωνική συσχέτιση μισθών-παραγωγικοτήτων είναι ιδιαίτερα ισχυρή, πράγμα που υποδηλώνει ότι το σύστημά μας λειτουργεί ως «καλοκουρδισμένη μηχανή», με την συμβολή, βεβαίως, όλων εκείνων των κοινωνικών εταίρων, οι οποίοι συνδιαμορφώνουν τις επιμέρους εθνικές εισοδηματικές πολιτικές.

(ii). Το διεθνή ανταγωνισμό για την προσέλκυση των ελεύθερα κινούμενων χρηματικών κεφαλαίων, ο οποίος ωθεί τις εθνικές αρχές στη διαμόρφωση ευνοϊκών φορολογικών πλαισίων, πράγμα που δεν αποκλείεται να οδηγεί στη συρρίκνωση της φορολογικής βάσης και, έτσι, στην αύξηση των φόρων στους μισθούς ή/και σε περικοπές των κοινωνικών δαπανών.

Στην πραγματικότητα, ωστόσο, δεν υφίστανται μόνον αυτοί οι περιορισμοί. Υφίσταται, εν δυνάμει (παρά, ακόμα, εν ενεργεία), και άλλος ένας, εξαιρετικά σημαντικός περιορισμός, ο οποίος απορρέει από το Χ4. Όταν εγκαθιδρύεται ελεύθερη μετακίνηση του εργατικού δυναμικού, ενεργοποιείται τάση διαμόρφωσης ενδοζωνικά ενιαίου ωρομισθίου (ανά είδος-ποιότητα εργασίας). Έτσι, δεδομένων των συνθηκών ελεύθερου εμπορίου και ελεύθερης μετακίνησης των χρηματικών κεφαλαίων, ο ενδοζωνικός καταμερισμός-συνδυασμός της εργασίας παύει να διέπεται από το «νόμο των συγκριτικών πλεονεκτημάτων» (ο οποίος εξακολουθεί να διέπει το εμπόριο της ΖΕ με τον υπόλοιπο κόσμο). Αντιθέτως, τείνει να διέπεται από το «νόμο των απολύτων πλεονεκτημάτων».[2] Συνεπώς, κάθε οικονομία τείνει να εξειδικεύεται, αναπόφευκτα, στην παραγωγή εκείνων των εμπορευμάτων, στα οποία εμφανίζει την απολύτως υψηλότερη, ενδοζωνικά, παραγωγικότητα, καθώς επίσης και στην παραγωγή ορισμένων διεθνώς μη εμπορεύσιμων εμπορευμάτων (όπως π.χ. ορισμένες χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, οι κατασκευές και το εσωτερικό εμπόριο), ενώ οι εθνικές αρχές χάνουν και το μέσο της εισοδηματικής πολιτικής.[3]

Σε αντίθεση, λοιπόν, με ό,τι διατείνονται διάφοροι επικριτές του, το σύστημα του ευρώ δεν εδράζεται σε παραλογισμούς ή αποσπασματικές θεωρήσεις των οικονομικών νομοτελειών, αλλά χαρακτηρίζεται από σημαντική εσωτερική συνοχή και στόχο, ο οποίος είναι η όλο και μεγαλύτερη πειθάρχηση των εθνικών οικονομιών στις «δυνάμεις της αγοράς». Στα ακόλουθα θα δούμε ότι, στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει απλά και μόνον στόχος αλλά όραμα.

4. Το όραμα του συστήματος του ευρώ

«Άρα, δεν υπάρχει τίποτα.»

Με το εν λόγω σύστημα, για το οποίο πολύ δύσκολα μπορεί κανείς να φανταστεί ένα υποκατάστατο, συντελούνται, βαθμιαία, οι ακόλουθες μεταβολές:

1. Η παραγωγή μεταφέρεται, όλο και περισσότερο, σε εκείνες μόνον τις επιχειρήσεις που σημειώνουν την υψηλότερη δυνατή παραγωγικότητα, δηλαδή στις πιο τεχνολογικά προηγμένες επιχειρήσεις. Έτσι, στον ευρωπαϊκό χώρο, η κεφαλαιοκρατική ορθολογικότητα ή, αλλιώς, αποτελεσματικότητα της παραγωγής του εισοδήματος αγγίζει το ιδεατό όριό της.

2. Τελειώνει, οριστικά και αμετάκλητα, ο όποιος ενεργός ρόλος της εθνικής οικονομικής πολιτικής: Οι εθνικές αρχές είναι αναγκασμένες, είτε το επιθυμούν είτε όχι, να ανταποκρίνονται, με τον ίδιο πάντοτε τρόπο και με τα ίδια πάντοτε ελάχιστα μέσα στην οικονομική συγκυρία, όπως αυτή διαμορφώνεται από τη δράση των «δυνάμεων της αγοράς», παρά να την διευθετούν ή, έστω, να την επηρεάζουν.[4]

3. Υπό την πίεση που αναπτύσσει η αναγκαιότητα της ενδοζωνικής αντιστοίχησης μισθών-παραγωγικότητας και η ελεύθερη μετακίνηση του εργατικού δυναμικού, αναδιαρθρώνεται η συνολική διαδικασία αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης (δηλ. από το εκπαιδευτικό μέχρι και το συνταξιοδοτικό σύστημα) και συστήνεται «απελευθερωμένη, ευέλικτη και ευρωπαϊκά ενιαία αγορά εργασίας».[5] Έτσι, η κεφαλαιοκρατική ορθολογικότητα της κατανομής τους εισοδήματος αγγίζει το ιδεατό όριό της.

Ο συνδυασμός όλων αυτών των δομικών μεταβολών δεν παραπέμπει παρά σε ένα ανόθευτο από εξωαγοραίες στρεβλώσεις και κοινωνικούς περιορισμούς κεφαλαιοκρατικό σύστημα σε ευρωπαϊκή κλίμακα, το οποίο όταν και όποτε λάβει «σάρκα και οστά», θα συμπληρωθεί με το εποικοδόμημα-στάδιο της «Πλήρους Οικονομικής Ένωσης», δηλ. της ευρωπαϊκά ενιαίας οικονομικής πολιτικής.[6]

Από την έως τώρα συζήτηση, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι υποστηρίζω την ανυπαρξία εγγενών προβλημάτων στο σύστημα του ευρώ. Όπως θα φανεί ευθύς αμέσως, δεν είναι στις προθέσεις μου η απόκρυψή τους, αλλά η τοποθέτησή τους σε ευσταθή βάση:

– Το πρώτο πρόβλημα είναι ότι οι χώρες με χαμηλά επίπεδα παραγωγικότητας στρέφονται στην παραγωγή «παραδοσιακών ή εντάσεως φυσικών πρώτων υλών και ανειδίκευτης εργασίας» εμπορευμάτων και διεθνώς μη εμπορεύσιμων εμπορευμάτων (πράγμα που έχει, χωρίς αμφιβολία, αρνητικές συνέπειες για τα εξωτερικά και δημόσια ελλείμματα και χρέη, καθώς επίσης και για την απασχόληση), ενώ οι χώρες με υψηλά επίπεδα παραγωγικότητας στρέφονται στην παραγωγή «εντάσεως τεχνολογίας και εξειδικευμένης εργασίας» εμπορευμάτων. Οι λόγοι είναι (i) η ύπαρξη εξωτερικών και εσωτερικών οικονομιών κλίμακας (βλέπε π.χ. Krugman και Obstfeld, 2011α, κεφ. 6), (ii) η ευθυγράμμιση του ενδοζωνικού προτύπου εξειδίκευσης με την κλίμακα των συγκριτικών πλεονεκτημάτων, και (iii) η έκφραση όλων των ενδοζωνικών τιμών σε ένα και το αυτό «σκληρό» νόμισμα, η οποία εξασθενεί σημαντικά την ανταγωνιστικότητα (μετρούμενη σε όρους πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας) των χωρών χαμηλής παραγωγικότητας ως προς τον υπόλοιπο κόσμο (ειδικά για την περίπτωση της ελληνικής οικονομίας, βλέπε Οικονόμου et al., 2010, κεφ. 2 και 4).

– Το δεύτερο πρόβλημα είναι ότι οι εθνικές αρχές βρίσκονται με ελάχιστα μέσα-εργαλεία στη διάθεσή τους. Και δεν χρειάζεται να τονιστεί ότι αυτό το πρόβλημα είναι πολύ πιο έντονο για τις υστερούσες σε παραγωγικότητα χώρες, γεγονός που εξάλλου διαπιστώθηκε και εμπειρικά στο πλαίσιο της τελευταίας διεθνούς κρίσης.

– Το τρίτο πρόβλημα είναι ότι, σε συνθήκες ενιαίου επιτοκίου και μη μετακίνησης του εργατικού δυναμικού, η αύξηση των πραγματικών μισθών σε μία χώρα τείνει να είναι εφικτή μόνον με τη μείωση των πραγματικών μισθών σε μία άλλη.[7] Κατά συνέπεια δημιουργούνται αμφιβολίες για το κατά πόσον οι εργαζόμενοι, ως ενιαίο σύνολο, μπορούν να συμμεριστούν το ευρωπαϊκό όραμα.

Το κατά σειρά τρίτο πρόβλημα επιλύεται με την ελεύθερη μετακίνηση του εργατικού δυναμικού. Ωστόσο, αυτή η μετακίνηση ενεργοποιεί, όπως ήδη αναφέρθηκε, το «νόμο των απολύτων πλεονεκτημάτων» και, έτσι, τελικά, διογκώνει το πρώτο πρόβλημα, αν και αμβλύνει το κατά σειρά δεύτερο πρόβλημα (όπως συνάγεται από τη λεγόμενη «Θεωρία των Άριστων Νομισματικών Περιοχών» – βλέπε π.χ. Krugman και Obstfeld, 2011β, σσ. 482-505, και Μαριόλης, 2009). Έπεται, λοιπόν, ότι το κατά σειρά πρώτο πρόβλημα είναι το κυριότερο. Φυσικά, όχι για όλους, αλλά για τις υστερούσες σε παραγωγικότητα χώρες. Αυτές οι χώρες οφείλουν, όμως, να προσαρμοστούν στους κανόνες του συστήματος του ευρώ. Εάν δεν τα καταφέρουν, θα συνδέσουν, στην καλύτερη περίπτωση, την τύχη τους με την πορεία ορισμένων, ελάχιστων, παραγωγικών κλάδων και, τελικά, θα μετατραπούν, πιθανότατα, σε παρηκμασμένες περιφέρειες της Ενωμένης Ευρώπης, ακριβώς όπως η περιοχή των Κεντρικών Απαλαχίων των ΗΠΑ, η οποία περιλαμβάνει το Ανατολικό Κεντάκυ και τμήματα διαφόρων γειτονικών πολιτειών: Εξαρτήθηκε από την εξόρυξη άνθρακα και οδηγήθηκε, από το 1945 και μετά, όπου έγινε υποκατάσταση του άνθρακα με πετρέλαιο και φωταέριο, στον οικονομικό και κοινωνικό μαρασμό. Ενώ ο συνολικός πληθυσμός των ΗΠΑ αυξήθηκε, έως σήμερα, κατά πάνω 80%, ο πληθυσμός της εν λόγω περιοχής μειώθηκε, συνεπεία σκληρών οικονομικών συνθηκών και της επακόλουθης μετανάστευσης, κατά πάνω από 67%.

Καίτοι αυτά, και όχι άλλα, φαίνεται να είναι τα προβλήματα του συστήματος και η λύση τους, ορισμένοι αρέσκονται να ασκούν κριτική στα «κριτήρια του Μάαστριχτ» στη βάση του ότι δεν περιελάμβαναν δείκτες για την ανεργία και το εξωτερικό έλλειμμα και χρέος. Όμως, πρώτον, ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής δεν λειτουργεί, εκ της φύσεώς του, με στόχο την εξάλειψη ή έστω την ελαχιστοποίηση της ανεργίας, αλλά με στόχο τη μεγιστοποίηση του ατομικού ποσοστού κέρδους, και, δεύτερον, ας μας υποδείξουν εκείνες τις κεφαλαιοκρατικές χώρες, οι οποίες έθεσαν επί μακρόν στον εαυτό τους κριτήρια για το μέγιστο αποδεκτό ποσοστό ανεργίας.

Τέλος, αφού τα «κριτήρια του Μάαστριχτ» συντάχθηκαν με στόχο την Ενωμένη Ευρώπη, η συμπερίληψη κριτηρίων για τον εξωτερικό τομέα δεν θα είχε κανένα νόημα. Ποιος γνωρίζει, για παράδειγμα, το ύψος και τη σύνθεση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της Πελοποννήσου; Στην Ετήσια Έκθεσή του για το έτος 1999, ο τότε Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, κ. Λ. Παπαδήμος, είχε δώσει μία πολύ εύστοχη διατύπωση: «Η σημασία του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών, ως παράγοντα που επηρεάζει τις συνθήκες στις αγορές συναλλάγματος και την ισοτιμία της δραχμής, θα ατονήσει με την ένταξη της χώρας στη ζώνη του ευρώ. Η πληροφόρηση όμως που θα παρέχει το ύψος του ελλείμματος αυτού [Γιατί «ελλείμματος»; Προφανώς, σε αντίθεση με άλλους, ο Διοικητής δεν έτρεφε αυταπάτες – Θ. Μ.] θα εξακολουθήσει να έχει σημασία, ως δείκτης της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας, στο νέο οικονομικό περιβάλλον που θα διαμορφωθεί με την υιοθέτηση του ενιαίου νομίσματος [Γιατί «νέο»; Προφανώς, σε αντίθεση με άλλους, ο Διοικητής αντιλαμβανόταν ότι η αντικατάσταση της δραχμής με το ευρώ δεν συνιστά απλώς και μόνον αλλαγή ονόματος – Θ. Μ.]. Η αύξηση της παραγωγικότητας και η μακροπρόθεσμη ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών προϊόντων και υπηρεσιών θα συναρτώνται στο μέλλον κυρίως με την υλοποίηση των απαραίτητων διαρθρωτικών μεταβολών για την αποτελεσματικότερη λειτουργία των αγορών και των επιχειρήσεων, τον εκσυγχρονισμό του κράτους και τη βελτίωση των υποδομών της οικονομίας.[8]» (σελ. 48 – πρόσθετη έμφαση).

5. Συμπερασματικές παρατηρήσεις

«Και αν υπάρχει, είναι ακατάληπτο στον άνθρωπο. Και αν είναι καταληπτό, δεν μπορεί να μεταδοθεί και να εξηγηθεί στον πλησίον.»

Γοργίας, Περί του Μη Όντος ή Περί Φύσεως

Το σύστημα του ευρώ διαθέτει αξιοσημείωτη συνοχή και διαπνέεται από μεγαλειώδες όραμα. Η δημιουργία της πλήρως Ενωμένης Ευρώπη θα σημαίνει τη ρύθμιση (εάν όχι την επίλυση) μίας βασικής αντίφασης του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, αυτήν ανάμεσα στην εθνική συγκρότησή του και τη διεθνοποίησή του, σε μία εκτενή και σημαντική περιοχή του πλανήτη. Όσες χώρες ανταπεξέλθουν στις απαιτήσεις θα αναβαθμιστούν, όσες δεν ανταπεξέλθουν θα υποβαθμιστούν, αλλά το συνολικό αποτέλεσμα θα είναι θετικό σε όρους κεφαλαιοκρατικής αποτελεσματικότητας. Συνεπώς, η αποχώρηση μίας χώρας από το ευρώ, υπό την πίεση των τρεχουσών εξελίξεων, πρέπει να αποφευχθεί, διότι ενδέχεται να αποδειχθεί καταστροφική.[9]

Καταστροφική για ποιόν; Φυσικά για το εν λόγω όραμα. Εάν πρόκειται για μία σχετικά προηγμένη χώρα, όπως η Ιταλία, τότε αυτή δεν θα διατρέξει σοβαρούς κινδύνους εκτός ευρώ. Παράλληλα, τίποτε δεν προοιωνίζει ότι τα δεινά των μισθωτών της θα είναι περισσότερα εκτός παρά εντός της ΖΕ. Εάν πρόκειται για μία χώρα όπως η Ελλάδα, τότε αυτή έχει ήδη καταστραφεί σε σημαντικότατο βαθμό, σύμφωνα με επίσημα χείλη. Διότι ποιο είναι το κεντρικό επιχείρημα όλων εκείνων των ειδικών, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι η επιστροφή στη δραχμή και η υποτίμηση θα είναι καταστροφή; Ότι «η Ελλάδα δεν παράγει τίποτε για τη διεθνή αγορά και, άρα, η υποτίμηση και η ανάκτηση μέσων οικονομικής πολιτικής δεν θα την βοηθήσουν σε τίποτε». Αλλά αυτό, στο βαθμό που ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, σημαίνει ακριβώς ότι η Ελλάδα έχει ήδη βασικά καταστραφεί και, συνεπώς, θα καταστρέφεται ακόμα περισσότερο όσο θα συμμετέχει σε ένα σύστημα που διέπεται από τον ευθύ και απεριόριστο κεφαλαιοκρατικό ανταγωνισμό.

Τέλος, ας μην λησμονήσουμε να θέσουμε και το ακόλουθο ερώτημα, το οποίο βλέπω να παρακάμπτεται με αδικαιολόγητη άνεση στο δημόσιο διάλογο: Αυτοί οι ειδικοί δεν ήταν και εκείνοι που μας διαβεβαίωναν, έως και πριν από μία δεκαετία, για την «ισχυρή Ελλάδα»; Πώς συντελέστηκε αυτό το άγονο θαύμα; Δηλαδή, τι συνέβη, μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, και φτάσαμε από – την κατά την άποψή τους – «ισχυρή Ελλάδα» στην – πάλι κατά την άποψή τους – «Ελλάδα που θα καταστραφεί με τη δραχμή»; Ήταν θέλημα Θεού, έργο των Δυνάμεων του Κακού ή αποτέλεσμα του συστήματος του ευρώ; Ας αναλογισθούμε.

Σημειώσεις

[1]. Αυτό το κρίσιμο ζήτημα αναλύεται, κατά τον απλούστερο δυνατό τρόπο (από ό,τι είμαι σε θέση να αντιληφθώ), στο Παράρτημα του παρόντος. Ο αναγνώστης παραπέμπεται επίσης σε ένα δελτίο τύπου (13/11/2004) της Τράπεζας της Ελλάδας, με τίτλο: «Μισθολογικές αυξήσεις στην Ελλάδα», το οποίο κρίνω ότι παρουσιάζει εξαιρετικό πραγματολογικό ενδιαφέρον.

[2]. Θέλοντας να πειράξει τον Paul Samuelson, o διάσημος μαθηματικός Stanislaw Ulam (γνωστός για τη συμβολή του στην ανάπτυξη και εφαρμογή της πυρηνικής φυσικής, όπως π.χ. στην κατασκευή της βόμβας υδρογόνου) ρώτησε εάν υπάρχει ένα, έστω, μη τετριμμένο (μη αναμενόμενο από τον κοινό νου) θεώρημα των κοινωνικών επιστημών. Ο Samuelson προβληματίστηκε, ενώ μόνον μετά από αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα του απάντησε: «Το θεώρημα του Ricardo περί συγκριτικού πλεονεκτήματος. Το ότι δεν είναι τετριμμένο αποδεικνύεται από το πλήθος των σημαντικών και ευφυών ανθρώπων που δεν κατόρθωσαν να το συλλάβουν από μόνοι τους ή να το πιστέψουν αφού τους εξηγήθηκε.» (για την αναλυτική ανάπτυξη του θεωρήματος, το οποίο διαφέρει από αυτό που εκτίθεται στα «ορθόδοξα» εγχειρίδια, όπως π.χ. σε αυτό των Krugman και Obstfeld, 2011α, κεφ. 3, και για τη σχέση συγκριτικών-απολύτων πλεονεκτημάτων, βλέπε Steedman, 1979, Essays 2-3 and 8-9, Brewer, 1985, Mariolis, 2004, και Μαριόλης, 2010β). Βεβαίως, η ενδοζωνική κινητικότητα του εργατικού δυναμικού δεν είναι ακόμα ιδιαίτερα υψηλή (και είναι σαφώς χαμηλότερη από αυτήν που σημειώνεται στις ΗΠΑ και στον Καναδά). Η θεωρητική και εμπειρική ανάλυση δείχνουν, ωστόσο, ότι θα αυξάνεται συνεχώς και αναπόφευκτα (θα επανέλθουμε σε αυτό το ζήτημα).

[3]. Ας θεωρήσουμε το σύστημα που αναλύθηκε στο Παράρτημα του παρόντος. Επειδή, «τώρα», το αριστερό μέλος της εξίσωσης (3) ισούται με 1 και επειδή το δεξιό μέλος της είναι μεγαλύτερο από 1, έπεται ότι αυτή η εξίσωση δεν δύναται να ισχύει, για κανένα j (ή, με άλλα λόγια, ισχύει, για κάθε j, η εξίσωση (4) με το σύμβολο: « < »). Άρα, όλα τα εμπορεύματα παράγονται στη χώρα Α, ενώ η χώρα Β δεν είναι σε θέση να παράγει κανένα εμπόρευμα, ακόμα και εάν wΑ = wΒ = 0, ή, αλλιώς, όπως έγραφε ένας εμπαθής κριτής του κεφαλαιοκρατικού συστήματός μας, ακόμα και εάν οι εργαζόμενοι «μπορούσαν να ζουν με τον αέρα μόνο και δεν θα χρειάζονταν επομένως να εργαστούν καθόλου για τον εαυτό τους» (Μαρξ, 1978, σελ. 313). Στο παρόν σύστημα η ενδοζωνική εξειδίκευση δεν καθορίζεται από τη σχέση διάταξης ανάμεσα στο λόγο των ωρομισθίων και το λόγο των τομεακών συνολικών παραγωγικοτήτων (οι οποίοι εκφράζουν τα «συγκριτικά πλεονεκτήματα»των οικονομιών), αλλά μόνον από τη σχέση διάταξης των τομεακών συνολικών παραγωγικοτήτων: Για να μπορούσε η χώρα Β να παράγει ένα, οποιοδήποτε, εμπόρευμα j θα έπρεπε και θα αρκούσε να ισχύσει ΠjΒ r ΠjΑ (όταν ισχύσει το σύμβολο του «μεγαλύτερο από», τότε το παράγει μόνον η χώρα Β, ενώ όταν ισχύσει το σύμβολο του «ίσον με», το παράγουν και οι δύο χώρες), δηλαδή να έχει «απόλυτο πλεονέκτημα» στην παραγωγή του.

[4]. Αν και όχι λίγοι μελετητές έχουν πραγματευθεί σε βάθος το «ζήτημα της πολιτικής αυτοχειρίας της κομματικής γραφειοκρατίας» κατά την περίοδο αποσύνθεσης της ΕΣΣΔ (βάσει των λεγόμενων «αντικειμενικών και υποκειμενικών υποδειγμάτων»), δεν γνωρίζω να έχει απασχολήσει (ή, τουλάχιστον, στον ίδιο βαθμό) η – ας την ονομάσω έτσι – «αυτοχειρία της εθνικής οικονομικής πολιτικής» στην Ευρώπη.

[5]. Είχα την ευκαιρία να επιμείνω σε αυτά τα δύο ζητήματα μάλλον εγκαίρως (βλέπε Μαριόλης, 1999). Το στις μέρες μας εκκολαπτόμενο «Σύμφωνο Ανταγωνιστικότητας για την Ευρώπη», δηλ. ο – κατά τη γερμανική κυβέρνηση – «ακρογωνιαίος λίθος όσων θα γίνουν μελλοντικά στους κόλπους της Νομισματικής Ένωσης», δεν συνιστά πάρα το εγχείρημα της οριστικής ρύθμισής τους.

[6]. Θέτοντας στην άκρη τις σχέσεις του με τον υπόλοιπο κόσμο, δύναται να λεχθεί ότι (θα) πρόκειται για σύστημα με εξαιρετικό βαθμό «αυτοποίησης» (έννοια που συγκροτήθηκε, στις αρχές της δεκαετίας του 1970, από τους βιολόγους Humberto Maturana και Francisco Varela και, εν συνεχεία, εισήχθη στη Γενική Θεωρία των Συστημάτων): «Τα αυτοποιητικά συστήματα είναι συστήματα τελεστικώς κλειστά, τα οποία αυτοαναπαράγονται με μία «κυκλικότητα βάσης», δηλαδή με το να παράγουν μέσα σε ορισμένη χωρική ενότητα, μέσα σε ένα δίκτυο από παραγωγικές διαδικασίες και με τη βοήθεια των στοιχείων από τα οποία αποτελούνται, τα στοιχεία από τα οποία αποτελούνται. […] Στην ενδότερη δομή της αυτοηνιοχήσεώς τους είναι συστήματα κλειστά, δηλαδή τελείως ανεπηρέαστα από το περιβάλλον τους. […] Η έξωθεν ηνιόχηση του ιδιάζοντος σε κάθε σύστημα τελεστικού μηχανισμού δεν είναι δυνατή, αν δεν θέλει κανείς να καταστρέψει την αυτοποιητική ποιότητα του συστήματος. […] Είναι παρ’ όλα αυτά αναγκαίο να θυμόμαστε ότι η τελεστική κλειστότητα ενός αυτοποιητικού συστήματος αφορά μόνο την κυκλικότητα βάσης στην αυτοηνιόχηση της ιδιοαναπαραγωγής. Από άλλες απόψεις και ιδιαίτερα σε σχέση με τη λήψη ενέργειας και τη συγκέντρωση πληροφοριών […] το σύστημα είναι τελείως και κατ’ ανάγκην ανοιχτό.» (Willke, 1996, σσ. 85-86).

[7]. Έχω κατά νουν τη λεγόμενη «διεθνή καμπύλη πραγματικών μισθών-επιτοκίου», επί της οποίας κάθε μία μεταβλητή συνδέεται αντίστροφα με κάθε μία άλλη (βλέπε π.χ. Evans, 1984, pp. 204-210, και Steedman, 1993, κεφ. 9-10).

[8]. Παραμένει, ωστόσο, αδιευκρίνιστο τι εννοείται, εδώ, ως «εκσυγχρονισμός του κράτους» και πώς θα συντελεστεί η βελτίωση των υποδομών σε εθνικές οικονομίες, οι οποίες όχι μόνον διαθέτουν ελάχιστους βαθμούς αυτονομίας στην άσκηση οικονομικής πολιτικής αλλά και αγωνίζονται να επιβιώσουν στο διεθνή ανταγωνισμό.

[9]. Εις το όνομα, ίσως, κάποιου ιδεατού διεθνισμού, ορισμένοι χρωματίζουν αρνητικά ή, μάλλον, συμβολοποιούν ένα τέτοιο ενδεχόμενο με τις λέξεις: «αναδίπλωση στο εθνικό κράτος». Δεν είμαι βέβαιος ότι είχαν την αυτή στάση στην περίπτωση των εκτεταμένων «εθνικών αναδιπλώσεων» που ακολούθησαν την αποσύνθεση της ΕΣΣΔ.

Παράρτημα: Παραγωγικότητες, μισθοί και ενδοζωνικό εμπόριο

Ας υποθέσουμε, χωρίς βλάβη του κεντρικού επιχειρήματος, ότι η ΖΕ (i) είναι ένα κλειστό σύστημα παραγωγής n, στο πλήθος, διεθνώς εμπορεύσιμων εμπορευμάτων, μέσω του εαυτού τους και εθνικά ομοιογενούς εργασίας, το οποίο δεν χρησιμοποιεί πάγιο κεφάλαιο, (ii) αποτελείται από δύο χώρες, την Α και την Β, όπου η Α είναι η τεχνολογικά απολύτως προηγμένη χώρα, δηλαδή αυτή με την υψηλότερη παραγωγικότητα εργασίας και κεφαλαίου σε όλους τους τομείς παραγωγής και ανεξαρτήτως των ισχυόντων τιμών των εμπορευμάτων και του επιτοκίου (στη γενική περίπτωση, οι παραγωγικότητες δεν εξαρτώνται μόνον από τα τεχνικά δεδομένα της παραγωγής, αλλά και από τις τιμές των εμπορευμάτων, οι οποίες είναι, με τη σειρά τους, πολύπλοκες συναρτήσεις του επιτοκίου: βλέπε Sraffa, 1960, §§4 and 44, chs 3 and 6, και Rymes, 1971), και (iii) υφίσταται μόνον διακλαδικό εμπόριο (το οποίο είναι, ως γνωστόν, η κυρίαρχη μορφή διεθνούς εμπορίου ανάμεσα σε χώρες με διαφορετικά επίπεδα ανάπτυξης – βλέπε π.χ. Krugman και Obstfeld, 2011α, κεφ. 6).

Έστω pj η ενδοζωνικά ισχύουσα τιμή 1 μονάδας του εμπορεύματος j = 1, 2, …, n, το οποίο παράγεται, ας υποθέσουμε καταρχάς, και στις δύο χώρες. Συνεπώς, μπορούμε να γράψουμε:

pj = (1 + r) (CjΚ + wΚ LjΚ), K = Α, Β (1)

όπου CjΚ είναι το κόστος σε μέσα παραγωγής για την παραγωγή 1 μονάδας του εμπορεύματος j στη χώρα Κ, wΚ το εθνικά ενιαίο χρηματικό ωρομίσθιο, LjΚ οι μονάδες εργασίας που απαιτούνται για την παραγωγή 1 μονάδας του εμπορεύματος j στη χώρα Κ, και r το ενδοζωνικά ενιαίο επιτόκιο (ποσοστό κέρδους).

Επιλύοντας την εξίσωση (1) ως προς το wΚ λαμβάνουμε:

wΚ = ΠjK (2)

όπου

ΠjK º (1 + r)–1 ΠLjΚ [1 – r (ΠCjΚ )– 1]

ΠLjΚ º (pj – CjΚ) (LjΚ)–1

ΠCjΚ º (pj – CjΚ) (CjΚ)–1

Τα μεγέθη ΠLjΚ, ΠCjΚ είναι οι παραγωγικότητες της εργασίας και του κεφαλαίου, αντιστοίχως, στους εθνικούς τομείς παραγωγής του εμπορεύματος j, ενώ το μέγεθος ΠjK δύναται να νοηθεί ως σύνθετος δείκτης της συνολικής (εργασίας και κεφαλαίου) παραγωγικότητας. Διαιρώντας κατά μέλη τις εξισώσεις (2) προκύπτει:

wΑ (wΒ)–1 = ΠjΑ (ΠjΒ)–1 (3)

η οποία δηλώνει ότι υπάρχει αμφιμονοσήμαντη σχέση ανάμεσα στα εθνικά ωρομίσθια και στις εθνικές παραγωγικότητες και, ειδικότερα, ότι wΑ > wΒ, ανεξαρτήτως του ύψους του r (εφόσον ΠLjΑ > ΠLjΒ και ΠCjΑ > ΠCjΒ). Τέλος, όπως εύκολα συνάγεται, όταν

wΑ (wΒ)–1 >(<)ΠjΑ (ΠjΒ)–1 (4)

τότε το εμπόρευμα j παράγεται, τελικά, μόνον στη χώρα Β (μόνον στη χώρα Α), διότι αυτή το προσφέρει σε χαμηλότερη τιμή.

Παράδειγμα: Όταν n = 3,

max {ΠjΑ (ΠjΒ)–1} = Π2Α (Π2Β)–1 = 5

min {ΠjΑ (ΠjΒ)–1} = Π1Α (Π1Β)–1 = 2

και ισχύσει π.χ.

2 = Π1Α (Π1Β)–1 = wΑ (wΒ)–1 < Π3Α (Π3Β)–1 < Π2Α (Π2Β)–1 = 5

τότε η χώρα Α παράγει και τα τρία εμπορεύματα, η χώρα Β παράγει μόνον το εμπόρευμα 1 και ο μισθός της είναι δύο φορές μικρότερος από αυτόν της χώρας Α. Για να μπορέσει η χώρα Β να παράγει και τα τρία εμπορεύματα, θα πρέπει ο μισθός της να γίνει 5 φορές μικρότερος από αυτόν της χώρας Α (οπότε η χώρα Α θα παράγει μόνον το εμπόρευμα 2), ήτοι

2 = Π1Α (Π1Β)–1 < Π3Α (Π3Β)–1 < wΑ (wΒ)–1 = Π2Α (Π2Β)–1 = 5

Άρα, σε κάθε περίπτωση, δηλαδή ανεξαρτήτως του σε ποια (ή ποιες) χώρες παράγεται τελικά κάθε ένα εμπόρευμα, και υπό τον αντικειμενικό όρο ότι κάθε χώρα παράγει τουλάχιστον ένα εμπόρευμα, το γινόμενο wΑ (wΒ)–1 είναι μικρότερο ή ίσο από το μέγιστο των γινομένων ΠjΑ (ΠjΒ)–1 και μεγαλύτερο ή ίσο από το ελάχιστο των γινομένων ΠjΑ (ΠjΒ)–1 και, συνεπώς, κατανάγκην μεγαλύτερο του 1.

Επομένως, στο παρόν σύστημα, όπου το επιτόκιο είναι ενιαίο και η δυνατότητα αναπροσαρμογών της συναλλαγματικής ισοτιμίας δεν υφίσταται, οι εθνικές πολιτικές δεν μπορούν παρά να στοχεύουν σε αναπροσαρμογές του ωρομισθίου, με γνώμονα την εξίσωση (3), προκείμενου να επηρεάζουν την ενδοζωνική ανταγωνιστικότητα του εθνικού υποσυστήματος. Ωστόσο, το ωρομίσθιο της τεχνολογικά υστερούσας χώρας είναι νομοτελειακά μικρότερο από αυτό της υπερτερούσας χώρας, ενώ ο λόγος τους φράσσεται από τον ελάχιστο και τον μέγιστο λόγο των τομεακών συνολικών παραγωγικοτήτων.

Αναφορές

Brewer, A. (1985) Trade with fixed real wages and mobile capital, Journal of International Economics, 18, pp. 177-186.

Δορμπαράκης, Π. Χ. (1993) Ετυμολογικό Ερμηνευτικό Λεξικό της Νεοελληνικής κατά Ετυμολογικές Οικογένειες, Αθήνα, Σπουδή.

Evans, D. (1984) A critical assessment of some neo-Marxian trade theories, Journal of Development Studies, 20, pp. 202-226.

Krugman, P. και Obstfeld, M. (2011α) Διεθνής Οικονομική, Τόμος Α, Αθήνα, Κριτική.

Krugman, P. και Obstfeld, M. (2011β) Διεθνής Οικονομική, Τόμος Β, Αθήνα, Κριτική.

Μαριόλης, Θ. (1999) Ευρωπαϊκή Οικονομική και Νομισματική Ένωση, στο: Θ. Μαριόλης και Γ. Σταμάτης (1999) ΟΝΕ και Νεοφιλελεύθερη Πολιτική, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα.

Μαριόλης, Θ. (2009) Η Ζώνη του Ευρώ και η Διεθνής Οικονομική Κρίση, στο: Θ. Μαριόλης (2011) Ελλάδα, Ευρωπαϊκή Ένωση και Οικονομική Κρίση, Αθήνα, Matura.

Μαριόλης, Θ. (2010α) Όψεις της Παραγωγής και Κατανομής Εισοδήματος στην Ελληνική Οικονομία, στο: Θ. Μαριόλης (2011) Ελλάδα, Ευρωπαϊκή Ένωση και Οικονομική Κρίση, Αθήνα, Matura.

Μαριόλης, Θ. (2010β) Περί Εξωτερικού Εμπορίου, στο: Θ. Μαριόλης (2010) Δοκίμια στη Λογική Ιστορία της Πολιτικής Οικονομίας, Αθήνα, Matura.

Μαρξ, Κ. (1978) Το Κεφάλαιο, Τόμος 3, Αθήνα, Σύγχρονη Εποχή.

Μπάρροουζ, Ο. (1979) Σέκτες και Θάνατος, στο: Ο. Μπάρροουζ (2000) Η Σαϊεντολογία και τα Συστήματα Ελέγχου, Αθήνα, Ελεύθερος Τύπος.

Mariolis, T. (2004) Pure joint production and international trade: a note, Cambridge Journal of Economics, 28, pp. 449-456.

Mariolis, T., Soklis, G. and Groza, H. (2012) Estimation of the maximum attainable economic dependency ratio: evidence from the symmetric input-output tables of four European economies, Journal of Economic Analysis (forthcoming).

Οικονόμου, Γ., Σαμπεθάι, Ι. και Συμιγιάννης, Γ. (επιμ.) (2010) Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών της Ελλάδος: Αιτίες Ανισορροπιών και Προτάσεις Πολιτικής, Αθήνα, Τράπεζα της Ελλάδος, Ιούλιος 2010.

Rymes, T. K. (1971) On Concepts of Capital and Technical Change, Cambridge, Cambridge University Press.

Sraffa, P. (1960) Production of Commodities by Means of Commodities. Prelude to a Critique of Economic Theory, Cambridge, Cambridge University Press (ελληνική έκδοση (1985): Θεσσαλονίκη, Σύγχρονα Θέματα, Προλογικό Σημείωμα: Γ. Κριμπάς, Μετάφραση: Σ. Βασιλάκης).

Steedman Ι. (1993) Διεθνές Εμπόριο, Αθήνα, Κριτική.

Steedman, I. (ed.) (1979) Fundamental Issues in Trade Theory, London, Macmillan.

Willke, H. (1996) Εισαγωγή στη Συστημική Θεωρία, Αθήνα, Κριτική

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα »