Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποσοτική χαλάρωση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποσοτική χαλάρωση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2019

Η αλλαγή σκυτάλης στην EKT και οι ελπίδες για «αέναο» QE


24/10/2019

Του Tommy Stubbington

Ποια εμπόδια καλείται να ξεπεράσει η Λαγκάρντ, για να εφαρμόσει το σχέδιο Ντράγκι. Η έλλειψη κρατικού χρέους, οι πολιτικές πιέσεις και οι εύθραυστες ισορροπίες. Γιατί η απειλή της ύφεσης μπορεί να λειτουργήσει... θετικά.

Καθώς η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ετοιμάζεται να επανεκκινήσει το πρόγραμμα αγορών χρέους, ένα είναι το ερώτημα που απασχολεί τους επενδυτές: για πόσο καιρό μπορούν να συνεχιστούν οι αγορές, προτού η τράπεζα στερέψει από διαθέσιμα ομόλογα;

Η ΕΚΤ θα αρχίσει τον Νοέμβριο μηνιαίες αγορές ομολόγων $20 δις, λίγες μόνο μέρες μετά τη σημερινή συνεδρίαση -την τελευταία με τον Μάριο Ντράγκι στη θέση του προέδρου, προτού αναλάβει η Κριστίν Λαγκάρντ.

Αναλυτές εκτιμούν ότι το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης μπορεί να συνεχιστεί ως το τέλος του έτους προτού σκοντάψει στα όρια που έχει θέσει η ίδια η κεντρική τράπεζα, με βάση τα οποία δεν μπορεί να έχει στην κατοχή της πάνω από το ένα τρίτο των ομολόγων μιας χώρας της ευρωζώνης.

Αλλά τα πράγματα μπορεί να περιπλακούν γρήγορα για τη διάδοχο του κ. Ντράγκι. Αν η τρέχουσα κάμψη επιδεινωθεί και η κεντρική τράπεζα θελήσει να αυξήσει την τόνωση, το ακανθώδες ερώτημα της αύξησης του συγκεκριμένου ορίου θα πρέπει να αντιμετωπιστεί πολύ νωρίτερα.


Για τους επενδυτές που έχουν στοιχηματίσει πολλά σε ένα πρόγραμμα αγοράς ομολόγων το οποίο δεν φαίνεται να έχει ορατό τέλος, οποιαδήποτε αμφιβολία για το μέλλον του QE δημιουργεί ανασφάλεια.

«Αυτό είναι το θεμελιώδες ερώτημα το οποίο θα καθορίσει τους πρώτους μήνες της θητείας της Λαγκάρντ», ανέφερε ο Ρίτσαρντ Μπάργουελ, επικεφαλής μακροοικονομικής έρευνας στην BNP Paribas Asset Management. «Υπάρχουν νομικοί περιορισμοί που θα τους σταματήσουν να αγοράζουν ή είναι αυτό το αέναο QE;».

Τα μέτρα του κ. Ντράγκι, τα οποία αποκάλυψε τον περασμένο μήνα, έδειχναν αρχικά να ικανοποιούν τους πεινασμένους για νομισματική τόνωση επενδυτές -παρά το σχετικό μικρό μέγεθος-, χάρη στην υπόσχεση να παραμείνουν σε ισχύ μέχρι ο πληθωρισμός να κινηθεί προς τον στόχο του, λίγο κάτω από το 2%.

Έκτοτε, ωστόσο, το ισχυρό καλοκαιρινό ράλι των ομολόγων έχει αντιστραφεί εν μέσω αντιδράσεων κατά του πακέτου του QE από νυν και πρώην μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ. Καταφέροντας πλήγμα στους «ταύρους» των ομολόγων, τα πρακτικά από τη συνεδρίαση του Σεπτεμβρίου έδειξαν ότι οι φορείς άσκησης πολιτικής δεν συζήτησαν καν την αύξηση του ορίου του 33%, επικαλούμενοι ανησυχίες ότι κάτι τέτοιο θα θόλωνε τα όρια ανάμεσα στη δημοσιονομική και τη νομισματική πολιτική.

Αλλά μετά την αγορά χρέους $2,6 τρις στους προηγούμενους γύρους ποσοτικής χαλάρωσης, η ΕΚΤ είναι ήδη κοντά στο όριο του 33% για κάποιες χώρες. Είναι πολύπλοκο να μετρηθεί πόσο κοντά ακριβώς.

H αξία των στοιχείων ενεργητικού που έχει η ΕΚΤ στην κατοχή της πρέπει να μεταφραστεί από την αγοραία αξία στην ονομαστική τους αξία. Επιπλέον, είναι δύσκολο να προσδιοριστεί το σύνολο του επιλέξιμου χρέους, δεδομένου ότι περιλαμβάνει ομόλογα που έχουν εκδοθεί από υπερεθνικές οντότητες, καθώς και από κυβερνήσεις.

O Φρέντερικ Nτουκροζέ, αναλυτής της Pitcet Wealth Management για την ευρωπαϊκή οικονομία, υπολογίζει ότι η ΕΚΤ είναι πιο κοντά στο όριο στην Ολλανδία και τη Γερμανία, όπου κατέχει το 31% και 30% των ομολόγων αντίστοιχα. Στην Ιταλία και στη Γαλλία το αντίστοιχο νούμερο είναι μόλις 21%. Tα επίπεδα είναι ανόμοια εξαιτίας ενός άλλου κανόνα της ΕΚΤ: πρέπει να κάνει αγορές ανάλογα με τη συνεισφορά κάθε χώρας στο κεφάλαιο της ΕΚΤ. Αυτό σημαίνει ότι έχει μεγαλύτερο κομμάτι της πίτας σε λιγότερο χρεωμένες οικονομίες.

Στην πράξη, ωστόσο, η κεντρική τράπεζα αναγκάστηκε να χαλαρώσει τον κανόνα αυτόν από την αρχή του προγράμματος QE το 2015, γιατί κάποιες χώρες όπως η Εσθονία δεν είχαν διαθέσιμα ομόλογα για αγορές, ενώ το χαμηλής αξιολόγησης ελληνικό χρέος δεν ήταν επιλέξιμο.

Mε περαιτέρω χαλάρωση των κανόνων ή με αγορές περισσότερων εταιρικών ομολόγων, ο κ. Ντουκροζέ πιστεύει ότι το τρέχον πρόγραμμα μπορεί να κρατήσει ως το τέλος του 2020. «Αλλά υπάρχει ένα πολιτικό όριο στο πόσο μακριά μπορούν να πάνε», ανέφερε ο κ. Ντουρκοζέ, σημειώνοντας ότι αν η ΕΚΤ μετέφερε αλλού το βάρος των αγορών, θα μπορούσε να αντιμετωπίσει κατηγορίες ότι ευνοεί κάποια κράτη της ευρωζώνης έναντι κάποιων άλλων.

Η έκδοση νέου χρέους από το Βερολίνο θα οδηγούσε σε μια αποσυμπίεση, δημιουργώντας περισσότερα bund, αλλά λίγοι περιμένουν κάποια ουσιαστική δημοσιονομική σπατάλη από τη Γερμανία. Οι κυβερνήσεις της ευρωζώνης προβλέπεται να εκδώσουν χρέος €161 δισ. το 2020, σύμφωνα με τη Σίλβια Νταλάντζελο, επικεφαλής οικονομολόγο στην Hermes Investment Management, το οποίο σημαίνει ότι η ΕΚΤ θα απορροφήσει όλες τις νέες εκδόσεις χρέους.

Η αύξηση του ορίου του 33%, το οποίο σχεδιάστηκε για να αποτρέψει την ΕΚΤ από το να έχει αρκετό χρέος μιας χώρας και να μπλοκάρει μια αναδιάρθρωση, μπορεί να είναι ακόμα πιο αμφιλεγόμενη. Θα δώσει επίσης νέα ώθηση στις αντιρρήσεις ότι η ΕΚΤ χρηματοδοτεί ουσιαστικά σπάταλες κυβερνήσεις με πλάγιο τρόπο μέσω του QE.

Για τους διαχειριστές κεφαλαίων που αναλογίζονται κατά πόσον μπορούν να ξεπεραστούν τέτοιες αντιρρήσεις, η αλλαγή στην ηγεσία της ΕΚΤ προσθέτει έναν νέο βαθμό πολυπλοκότητας. «Αν είχαμε για άλλα οκτώ χρόνια τον κ. Ντράγκι, ο οποίος σχεδόν πάντα πετύχαινε αυτό που ήθελε, πιστεύω ότι θα γνωρίζαμε πως θα εξελιχθεί όλο αυτό», ανέφερε ο κ. Μπάργουελ. «Δεν είναι αυτός που περιπλέκει τα πράγματα».

Ακόμα και έτσι, η κα Λαγκάρντ μπορεί να καταφέρει να συνεχίσει ό,τι έκανε ο Ιταλός, ειδικά αν η απειλή της ύφεσης βοηθήσει να πείσει τους συναδέλφους της ότι είναι αναγκαία περισσότερη τόνωση.

Tα τελευταία οικονομικά στοιχεία στην ευρωζώνη είναι απογοητευτικά, ενώ οι προσδοκίες για τον πληθωρισμό είναι κοντά σε ιστορικό χαμηλό. Αν η απειλή του αποπληθωρισμού επιστρέψει, η ΕΚΤ είναι πιο πιθανό να αθετήσει τους δικούς της κανόνες, σύμφωνα με την κα Νταλάντζελο.

«Θυμηθείτε ότι σε κάποιο σημείο όλοι πίστευαν ότι το QE στην ευρωζώνη δεν θα συνέβαινε» σημείωσε. «Αλλά τα λίγα τελευταία χρόνια μάς έχουν διδάξει ότι αν η κατάσταση είναι αρκετά σοβαρή, τίποτα δεν είναι αδύνατο».


Πηγή








Διαβάστε περισσότερα »

Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2019

Πώς ο Ντράγκι έσωσε την ευρωζώνη με το QE


17/12/2019

Καθώς θα τελειώνει το 2018, θα αποτελεί παρελθόν και το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ, το γνωστό πλέον ως QE, που οδήγησε στο χαρτοφυλάκιο της Τράπεζας ομόλογα αξίας 2,6 τρις ευρώ. Λήγει η αντισυμβατική πολιτική αγορών κρατικών και εταιρικών ομολόγων χωρίς να έχει ενταχθεί ποτέ σε αυτήν η Ελλάδα παρά τις φρούδες ελπίδες που έτρεφε κατά καιρούς. Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνουν οι Financial Times, με την ανακοίνωση του τερματισμού του QE, από τον πρόεδρο της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι, τελειώνει ένα «παγκόσμιο δεκαετές πείραμα» εξόδου από τη μεγαλύτερη κρίση των τελευταίων δεκαετιών. Μία και πλέον πενταετία νωρίτερα είχαν προηγηθεί ανάλογα προγράμματα αγοράς ομολόγων από την αμερικανική Federal Reserve και την Τράπεζα της Αγγλίας. Παραμένει ενεργό μόνο το αντίστοιχο πρόγραμμα της Τράπεζας της Ιαπωνίας.

Στην Ευρωζώνη, που φέρει τα γνώριμα αργά ανακλαστικά της Ε.Ε., το QE τέθηκε σε εφαρμογή μόλις τον Μάρτιο του 2015. Αιτία της καθυστέρησης ήταν η συντηρητική έως άκαμπτη στάση των δημοσιονομικά συνετών χωρών του ευρωπαϊκού Βορρά, της Γερμανίας κατά κύριον λόγο και δευτερευόντως των συμμάχων της, Φινλανδίας και Ολλανδίας.

Πιστώνεται σε μεγάλο βαθμό στον πρόεδρο της ΕΚΤ, Μάριο Ντράγκι, ο οποίος ανέλαβε καθήκοντα το 2011 όταν είχαν εμπλακεί στη δίνη της κρίσης χρέους η τρίτη και η τέταρτη οικονομία της Ευρωζώνης, Ιταλία και Ισπανία αντίστοιχα. Από το καλοκαίρι του 2012 είχε δηλώσει πως θα κάνει «ό,τι χρειαστεί» για να σώσει το ευρώ. Με την ιστορική αυτή φράση έπεισε τότε ότι η ΕΚΤ διέθετε το οπλοστάσιο και είχε τη θέληση να παρέμβει. Κατάφερε, έτσι, να επαναφέρει σχεδόν ως εκ θαύματος την ηρεμία στις αγορές ομολόγων. Αργότερα δήλωσε πως είχε αυτοσχεδιάσει με την ιστορική αυτή φράση αφού δεν ήταν βέβαιος για το τι επρόκειτο να κάνει.

Στο μεταξύ, χρειάστηκε να αντιμετωπίσει τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και τους λεγόμενους «ιέρακες» στους κόλπους της ΕΚΤ με προεξάρχοντα τον επικεφαλής της γερμανικής Bundesbank, Γενς Βάιντμαν. Τους έπεισε όλους πλην του Βάιντμαν, που υπήρξε δριμύς επικριτής του προγράμματος και επανειλημμένως προειδοποίησε ότι εγκυμονούσε κινδύνους.

Πήρε, όμως, το πράσινο φως από τη Γερμανίδα καγκελάριο και ντε φάκτο ηγέτιδα της Ευρωζώνης, και αυτό ήταν αρκετό. Αναλαμβάνοντας κοινή δέσμευση με τον τότε πρόεδρο της Γαλλίας, Φρανσουά Ολάντ, «να κάνουν τα πάντα για να προστατεύσουν την ακεραιότητα της Ευρωζώνης», η Γερμανίδα καγκελάριος έδωσε έδωσε σάρκα και οστά στην υπόσχεση του Ντράγκι.

Η πολιτική της ποσοτικής χαλάρωσης δέχθηκε τα βέλη πολιτικών κύκλων της Γερμανίας, που κατέφυγαν στη γερμανική Δικαιοσύνη και αυτή με τη σειρά της δήλωσε αναρμόδια και παρέπεμψε το θέμα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Ειρωνεία της τύχης ότι η δικαίωση με την απόφαση του Δικαστηρίου δημοσιοποιήθηκε δύο ημέρες προτού ανακοινωθεί το τέλος του QE. Το επίμαχο πρόγραμμα δεν έχει επιτύχει τον διακηρυγμένο στόχο του που ήταν η επιτάχυνση του πληθωρισμού στην Ευρωζώνη. Ο πληθωρισμός δεν αναμένεται να φτάσει το 2% πριν από το 2021. Στη διάρκεια, όμως, των χρόνων που έχουν μεσολαβήσει από τον Μάρτιο του 2015 οι αγορές ομολόγων ενθάρρυναν τους επενδυτές να αγοράζουν επισφαλείς τίτλους, μείωσαν το κόστος δανεισμού με αποτέλεσμα να αυξηθεί ο δανεισμός σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις και να στηριχθούν κυβερνήσεις με μεγάλα ελλείμματα. Στο μεταξύ, βέβαια, ο Ντράγκι στήριξε ποικιλοτρόπως την Ευρωζώνη. Προχώρησε σε δύο μειώσεις των επιτοκίων, με την πρώτη μόλις τρεις ημέρες από τη στιγμή που ανέλαβε το τιμόνι της ΕΚΤ. Οδήγησε τα επιτόκια σε αρνητικό έδαφος προκαλώντας και πάλι τις επιθέσεις οικονομικών κύκλων της Γερμανίας που υποστήριζαν πως πλήττει την κερδοφορία των τραπεζών και τα συμφέροντα των αποταμιευτών.

Δεν έπαψε, άλλωστε, να υπενθυμίζει στους Ευρωπαίους ηγέτες πως όσα κι αν κάνει η ΕΚΤ δεν θα φέρει αποτέλεσμα εάν αυτοί δεν προχωρήσουν σε περαιτέρω ενοποίηση της Ευρωζώνης, δημοσιονομική, οικονομική και πολιτική. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες αναγκάστηκαν να κινηθούν προς τις κατευθύνσεις που τους είχε επανειλημμένως συστήσει ο Ντράγκι: προχώρησαν στη θέσπιση κοινής εποπτικής αρχής των τραπεζών της Ευρωζώνης, θέσπισαν μηχανισμό στήριξης για τη στήριξη προβληματικών τραπεζών και ευάλωτων χωρών, και επιχειρούν να χαράξουν οδικό χάρτη για την εμβάθυνση της οικονομικής και νομισματικής ένωσης.


Ρευστότητα στις τράπεζες, στις επόμενες κινήσεις της ΕΚΤ

Μπορεί για την Ελλάδα το τέλος του QE να ισοδυναμεί με το τέλος κάθε προσδοκίας για στήριξη από την ΕΚΤ, αλλά δεν ισχύει το ίδιο για το σύνολο της ευρωζώνης. Εκ πρώτης όψεως φαίνεται πως η Τράπεζα θα επιστρέψει στο κύριο εργαλείο της νομισματικής πολιτικής, τις αυξομειώσεις των επιτοκίων. Στην πραγματικότητα, όμως, θα εξακολουθήσει να στηρίζει την ευρωζώνη επί χρόνια και ενδεχομένως θα επιστρατεύσει άλλα εργαλεία από το οπλοστάσιό της. Σε γενικές γραμμές οι κινήσεις της εφεξής αναμένεται να είναι ανάλογες εκείνων της αμερικανικής ομοσπονδιακής τράπεζας, της Federal Reserve. Η Fed είχε, όμως, πολύ πιο γρήγορα ανακλαστικά και έσπευσε να υιοθετήσει πρόγραμμα αγοράς ομολόγων σχεδόν από την αρχή της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης, λίγες εβδομάδες μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers. Ετσι, εδώ και δύο χρόνια αυξάνει τα επιτόκια αφού τα διατήρησε σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα για περίπου μία διετία μετά τη λήξη του δικού της προγράμματος.

Σε ό,τι αφορά τα επιτόκια του ευρώ, η ΕΚΤ έχει επανειλημμένως δεσμευθεί πως θα παραμείνουν στα ιστορικά χαμηλά επίπεδα του -0,4% τουλάχιστον μέχρι και το επόμενο καλοκαίρι. Δεν έχει διευκρινίσει τις προθέσεις της για το μετέπειτα. Τα στελέχη της, πάντως, έχουν αφήσει να εννοηθεί ότι θεωρούν δικαιολογημένη την προσδοκία της αγοράς, που προβλέπει πως η πρώτη αύξηση των επιτοκίων θα έρθει το 2020. Και βέβαια η πρώτη αύξηση των επιτοκίων απλώς θα τα φέρει στο 0%. Σύμφωνα με όλες τις εκτιμήσεις, θα παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα, ίσως χρόνια, προτού επιστρέψουν τα επιτόκια του ευρώ στο λεγόμενο «ουδέτερο» επίπεδο, σε ένα επίπεδο δηλαδή που δεν θα αποτελεί ούτε περιοριστική αλλά ούτε και αναπτυξιακή νομισματική πολιτική. Η ΕΚΤ δίνει, άλλωστε, μια έμμεση παράταση στο QE. Θα επανεπενδύει τα κέρδη που θα αντλεί από όσα ομόλογα στο χαρτοφυλάκιό της λήγουν, αγοράζοντας και πάλι χρέος ώστε να διατηρεί χαμηλό το κόστος δανεισμού χωρών-μελών της ευρωζώνης. Στη διάρκεια του επόμενου έτους λήγουν ομόλογα της ευρωζώνης αξίας περίπου 200 δις ευρώ. Υπολογίζεται ότι αυτού του είδους οι αγορές ομολόγων θα συνεχισθούν έως και μέσα στο 2021. Αν, όμως, η Τράπεζα εκτιμήσει πως χρειάζεται νέα στήριξη η οικονομία της ευρωζώνης, τότε μπορεί να αφήσει ανοικτό το χρονικό όριο αυτών των αγορών και να τις παρατείνει περαιτέρω χωρίς να πληγεί η αξιοπιστία της.

Παράλληλα, η Τράπεζα δίνει συνέχεια σε ένα άλλο μέτρο που επιστράτευσε στη διάρκεια της κρίσης χρέους: τα φτηνά δάνεια που χορηγούσε στο χρηματοπιστωτικό σύστημα της ευρωζώνης. Θα εξακολουθήσει να παρέχει στις ευρωπαϊκές τράπεζες απεριόριστη ρευστότητα τουλάχιστον όλο το επόμενο έτος με τις δημοπρασίες που διεξάγει σε εβδομαδιαία βάση αλλά και ανά τρίμηνο. Οι τράπεζες της ευρωζώνης έχουν έτσι τη δυνατότητα να αντλούν απεριόριστη ρευστότητα με μηδενικό επιτόκιο για όσο χρόνο έχουν τα απαιτούμενα περιουσιακά στοιχεία που θα λειτουργούν ως υποθήκες. Αν κριθεί αναγκαίο, ο μηχανισμός αυτός των φτηνών δανείων μπορεί επίσης να παραταθεί και πέραν του 2019 και να στηρίζει το χρηματοπιστωτικό σύστημα της ευρωζώνης.

Πηγή

Διαβάστε περισσότερα »

Σάββατο 12 Ιανουαρίου 2019

Γερμανία: Η μεγάλη κερδισμένη των χαμηλών επιτοκίων


10/1/2019

368 δις ευρώ εξοικονόμησε η Γερμανία λόγω της οικονομικής κρίσης και της συνακόλουθης μείωσης των επιτοκίων δανεισμού, όπως προκύπτει από νέους υπολογισμούς της γερμανικής Bundesbank.

Από το 2008, οπότε και ξέσπασε η οικονομική κρίση, η Γερμανία εξοικονόμησε χάρη στα χαμηλά επιτόκια δανεισμού περίπου 368 δις ευρώ. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί σε πάνω από 10% του γερμανικού ΑΕΠ όπως αναφέρει η Handelsblatt.

Μόνον την περασμένη χρονιά, το 2017, η ομοσπονδία, τα κρατίδια, οι δήμοι και τα ασφαλιστικά ταμεία στη Γερμανία πλήρωσαν 55 δις ευρώ λιγότερα σε τόκους σε σύγκριση με την εποχή προ κρίσης. Αυτό τουλάχιστον αναφέρουν νεότεροι υπολογισμοί της γερμανικής Ομοσπονδιακής Τράπεζας (Bundesbank).


Γαλλία και Ιταλία επίσης στους κερδισμένους

Οι υπολογισμοί αυτοί προκύπτουν από τη σύγκριση του πραγματικού κόστους εξυπηρέτησης χρέους με το υποθετικό κόστος δανεισμού σε περίπτωση που τα επιτόκια είχαν κυμανθεί τα τελευταία δέκα χρόνια σε φυσιολογικά επίπεδα σε σχέση με το 2007. Ενώ, για παράδειγμα, η Γερμανία προσέφερε μέση απόδοση ύψους 4,2% σε επενδυτές το 2007, το επιτόκιο δανεισμού της σημείωνε έκτοτε συνεχή υποχώρηση φτάνοντας το 2018 στο 1,5%.

Εξαιτίας της σημαντικής αυτής μείωσης η Γερμανία κατέβαλε όλο και λιγότερα για την εξυπηρέτηση του χρέους της. Εκτιμάται μάλιστα ότι η εξοικονόμηση θα ήταν αρκετά μεγαλύτερη, εάν τα προηγούμενα χρόνια το Βερολίνο προχωρούσε σε μεγαλύτερο δανεισμό αντί να ήταν τόσο σθεναρά προσηλωμένο στην επίτευξη πλεονασμάτων.

Η Γερμανία δεν είναι όμως η μόνη χώρα που ωφελήθηκε τόσο πολύ από τη μείωση των επιτοκίων. Μεγαλύτεροι κερδισμένοι -μετά τους Γερμανούς- είναι οι Γάλλοι που «γλίτωσαν» 350 δις ευρώ σε τόκους και οι Ιταλοί με 262 δις ευρώ. Συνολικά, σύμφωνα με την Bundesbank, η συνολική εξοικονόμηση για τις χώρες της ευρωζώνης ανήλθε την τελευταία δεκαετία στα 1,42 τρις (!) ευρώ.


H άλλη όψη του νομίσματος

Η κρίση οδήγησε τα τελευταία χρόνια και την ΕΚΤ σε μια σειρά πρωτοβουλιών για την τόνωση της ευρωπαϊκής οικονομίας. Μεταξύ αυτών το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης και η μείωση των επιτοκίων σε μηδενικά επίπεδα. Για τους αποταμιευτές βέβαια η εξέλιξη ήταν ιδιαίτερα δυσμενής.

Μόνον το 2017 οι χρηματικές περιουσίες των Γερμανών «συρρικνώθηκαν» κατά 38 δις ευρώ. Σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις, οι συνολικές απώλειες των Γερμανών καταθετών λόγω των χαμηλών επιτοκίων ισοδυναμούν με την εξοικονόμηση που πέτυχε το ίδιο διάστημα το γερμανικό δημόσιο.

Πηγή Deutsche Welle
Διαβάστε περισσότερα »

Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2019

Η ζώνη του Ευρώ κέρδισε 231 δις λόγω χαμηλών επιτοκίων το 2018


9/1/2019

Γαλλία και Γερμανία εξοικονόμησαν πέρυσι περισσότερα χρήματα από κάθε άλλη χώρα της Ευρωζώνης χάρη στα χαμηλότερα επιτόκια δανεισμού που εφαρμόζει η ΕΚΤ, σύμφωνα με μελέτη της γερμανικής κεντρικής τράπεζας.

Συνολικά, τα κράτη-μέλη της ευρωζώνης εξοικονόμησαν πέρυσι 231 δις ευρώ συγκριτικά με το ποσό που θα είχαν καταβάλει αν τα επιτόκια δανεισμού της ΕΚΤ βρίσκονταν το 2018 στο επίπεδο όπου βρίσκονταν το 2007.

Αντιθέτως, η Ιταλία εξοικονόμησε το 2018 αρκετά χαμηλότερο ποσό από τη Γερμανία και τη Γαλλία. Το Βερολίνο το 2018 εξοικονόμησε 55 δις ευρώ από την εξυπηρέτηση του χρέους χάρη στα πολύ χαμηλότερα επιτόκια δανεισμού που ίσχυσαν πέρυσι σε σύγκριση με το 2007. Το Παρίσι το 2018 εξοικονόμησε 54 δις ευρώ, σύμφωνα με τα στοιχεία της γερμανικής κεντρικής τράπεζας. Παρ’ όλο που η Ιταλία διαθέτει το υψηλότερο δημόσιο χρέος στην ευρωζώνη σε απόλυτους αριθμούς, περίπου 2,3 τρις ευρώ, κατάφερε να εξοικονομήσει 45 δις ευρώ το έτος που μας πέρασε. Αυτό οφείλεται στο γεγονός πως καταγράφηκε το 2018 σημαντική αύξηση του κόστους δανεισμού της Ιταλίας μετά την ανάδειξη της κυβέρνησης συνασπισμού του Κινήματος 5 Αστέρων και της Λέγκας στα τέλη Μαΐου.

Η αντιπαράθεση της Ρώμης με τις Βρυξέλλες, από τα τέλη Σεπτεμβρίου μέχρι και τα μέσα Δεκεμβρίου, με αφορμή τον ιταλικό προϋπολογισμό του 2019, αύξησε ακόμη περισσότερο το κόστος δανεισμού της Ιταλίας. Η απόδοση των ιταλικών δεκαετών ομολόγων αυτό το διάστημα αυξήθηκε περίπου κατά 100 μονάδες βάσης.

Σύμφωνα με τη γερμανική εφημερίδα Handelsblatt, από το 2008 μέχρι και το 2018 η Γερμανία, μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης, εξοικονόμησε συνολικά, χάρη στα χαμηλότερα επιτόκια δανεισμού, ποσό που ανέρχεται στα 368 δις ευρώ. Στο ίδιο διάστημα η Γαλλία εξοικονόμησε 350 δις ευρώ και η Ιταλία 262 δις ευρώ.

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα »

Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2018

FAZ: Η ΕΚΤ παραμένει ένας μεγάλος αγοραστής ομολόγων


16/12/2018

Το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων μπορεί να λήγει, αλλά η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα δαπανήσει 210 δισεκατομμύρια ευρώ το επόμενο έτος για να αγοράσει κρατικά και εταιρικά ομόλογα, γράφει η γερμανική FAZ.

«Παρόλο που οι αγορές ομολόγων σταματούν στα τέλη Δεκεμβρίου, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα παραμένει μεγάλος αγοραστής στις αγορές ομολόγων.

Όπως διευκρίνισε η ΕΚΤ, θα πραγματοποιήσει αγορές αντικατάστασης για κρατικά και εταιρικά ομόλογα που λήγουν.

Συνολικά, μόνο το επόμενο έτος, η ΕΚΤ θα επενδύσει 210 δις ευρώ σε επανεπενδύσεις», εκτιμά η Bank Unicredit. Από αυτό, 173 δις ευρώ θα είναι κρατικά ομόλογα.

«Δεν υπάρχει καμία επίσημη κατανομή ανά χώρα, αλλά εκτιμάται ότι 40 δισεκατομμύρια ευρώ θα αφορούν  γερμανικά κρατικά ομόλογα, 33 δισεκατομμύρια ευρώ για γαλλικά κρατικά ομόλογα, 30 δις ευρώ για ιταλικά και 20 δις ευρώ για ισπανικά κρατικά ομόλογα», εκτιμά ο αναλυτής της  Unicredit, Λούκα Κατσουλάνι.

Συνολικά, η ΕΚΤ έχει αγοράσει ομόλογα αξίας 2,6 τρισεκατομμυρίων ευρώ από το 2015, συμπεριλαμβανομένων περίπου 2 τρισεκατομμυρίων ευρώ σε κρατικά ομόλογα ή από κρατικούς υπερεθνικούς οργανισμούς όπως η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων.

«Οι επανεπενδύσεις έχουν μεγάλη σημασία για την αγορά», δήλωσε ο Ντάνιελ Λεντς, αναλυτής της DZ Bank. Εκτιμά τον μέσο μηνιαίο όγκο επανεπένδυσης για τα δημόσια ομόλογα στα 14 δισεκατομμύρια ευρώ το επόμενο έτος.

Ο πρόεδρος της ΕΚΤ, Μάριο Ντράγκι, το χαρακτήρισε «παρανόηση» ότι η κεντρική τράπεζα τελειώνει το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων. Το πρόγραμμα συνεχίζει να τρέχει, τόνισε ο Ντράγκι σημειώνοντας ότι η ΕΚΤ παραμένει αγοραστής ομολόγων.

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα »

Σάββατο 15 Δεκεμβρίου 2018

Τέλος από την ΕΚΤ στο πρόγραμμα που έσωσε την ευρωζώνη


14/12/2018

Μετά σχεδόν τέσσερα χρόνια αγορών ομολόγων, αλλά και αμφισβητήσεων, επιθέσεων και επιτυχιών, η ΕΚΤ ανακοίνωσε χθες ότι δίνει τέλος στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης. Το γνωστό ως QE, η ιστορική μη συμβατική επιλογή του Μάριο Ντράγκι, που διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην αντιμετώπιση της κρίσης χρέους της ευρωζώνης και έφτασε αισίως τα 2,6 τρις ευρώ, τερματίζεται πλέον αυτόν τον μήνα. Έφτασε, έτσι, στο τέλος του και η Ελλάδα δεν πρόλαβε να ενταχθεί σε αυτό. Η χώρα μας θα μείνει εκτός, άλλωστε, από την επαναγορά των ομολόγων που θα ακολουθήσει, καθώς το ελληνικό χρέος δεν έχει βαθμολογία επένδυσης.

Στο μεταξύ, εξίσου ιστορικής σημασίας ενδέχεται να είναι και το τέλος του QE εν μέσω της ανησυχίας που περιβάλλει την πορεία της οικονομίας, όπως παραδέχθηκε ο πρόεδρος της ΕΚΤ, Μάριο Ντράγκι. Και αυτό γιατί το επίμαχο πρόγραμμα τερματίζεται μέσα σε ένα ασταθές περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από την επιστροφή του προστατευτισμού, τους γεωπολιτικούς κινδύνους, την αναταραχή στις αναδυόμενες αγορές και την αστάθεια στα χρηματιστήρια. Και παράλληλα διαφαίνεται επιβράδυνση της ευρωζώνης, ο πληθωρισμός παραμένει κάτω από τον στόχο του 2%, ενώ αρχική επιδίωξη του προγράμματος ήταν η επιτάχυνσή του.

Πολύ προτού θέσει σε εφαρμογή το επίμαχο πρόγραμμα, που προκάλεσε αντιδράσεις από τους σκληρούς «ιέρακες» στους κόλπους της ΕΚΤ και ορισμένους σκληροπυρηνικούς στο Βερολίνο, ο Μάριο Ντράγκι είχε προλειάνει το έδαφος για την εφαρμογή του. Ήταν η δήλωσή του «θα κάνω ό,τι χρειαστεί για να σώσω το ευρώ» το καλοκαίρι του 2012 που επανέφερε σχεδόν ως εκ θαύματος την ηρεμία στις αγορές ομολόγων όταν η ευρωζώνη βυθιζόταν στη δίνη της κρίσης χρέους. Αργότερα αποκάλυψε ο ίδιος ότι είχε ουσιαστικά αυτοσχεδιάσει με την καθοριστική αυτή δήλωσή του χωρίς να ξέρει τι ακριβώς επρόκειτο να κάνει.

Το καλοκαίρι του 2012, οι αγορές αμφέβαλλαν για το αν οι ασθενέστερες χώρες-μέλη της ευρωζώνης, όπως η Ελλάδα, θα κατάφερναν να αποπληρώσουν τα χρέη τους. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες συνεδρίαζαν σε ατμόσφαιρα γενικευμένης ανησυχίας, αν όχι πανικού, και ο πρόεδρος της ΕΚΤ φαινόταν να διατηρεί την ψυχραιμία του. Ήταν πραγματικά αποφασισμένος να βρει τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να παρέμβει αποφασιστικά η Τράπεζα, υπερβαίνοντας ακόμη και το καταστατικό της και τους ίδιους τους κανόνες της ευρωζώνης.

Δεν έπαυε να υπενθυμίζει στους Ευρωπαίους ηγέτες πως όσα κι αν κάνει η ΕΚΤ δεν θα μπορέσει να φέρει αποτέλεσμα εάν αυτοί δεν προχωρήσουν σε περαιτέρω ενοποίηση της ευρωζώνης δημοσιονομική, οικονομική και πολιτική. Μέσα σε εκείνη την ατμόσφαιρα ο Ντράγκι αναζητεί λύσεις και σε κάθε ευκαιρία ρωτάει τι μπορεί να κάνει η Τράπεζα, πώς μπορεί να διασφαλίσει ότι θα επιτύχει τον στόχο της. Όσοι βρίσκονται στον στενότερο κύκλο του υποψιάζονται πως εκπονεί κάποιο σχέδιο, πως ετοιμάζει κάτι, αλλά κανείς δεν γνωρίζει τι ακριβώς. Ένας από τους ανθρώπους που χρειάστηκε να συμβουλευτεί και στη συνέχεια αποτέλεσε δριμύ επικριτή του ήταν ο επικεφαλής της Bundesbank και γνωστός «ιέρακας» της περιοριστικής πολιτικής, Γενς Βάιντμαν.

Οι ανισότητες του ευρώ

Το ευρώ ήταν επιτυχία, αλλά δεν έχουν όλοι ωφεληθεί εξίσου από αυτό. Την πικρή αυτή αλήθεια αναγνώρισε χθες ο Μάριο Ντράγκι, απαντώντας σε σχετική ερώτηση δημοσιογράφου. Σε ό,τι αφορά τις αιτίες αυτής της ανισότητας, τόνισε πως «ορισμένες σχετίζονται με τις ευθύνες των εθνικών κρατών, ενώ άλλες όχι». Αναφερόμενος στα «γενέθλια» του ενιαίου νομίσματος, που με το νέο έτος θα κλείσει τα 20 του χρόνια, ο κ. Ντράγκι υπογράμμισε πως η περίσταση δεν προσφέρεται για εορτασμούς. Κάλεσε, αντιθέτως, την ευρωζώνη σε «μια έντιμη ενδοσκόπηση που θα μπορούσε να μας δώσει ιδέες για το μέλλον και για το πώς θα ολοκληρώσουμε την νομισματική ένωση». Όπως τόνισε, κατά τη διάρκεια αυτών των 20 ετών διακρίνει κανείς δύο διαφορετικές περιόδους, «η πρώτη ήταν περίοδος σταθερότητας και η δεύτερη περίοδος κρίσης». Το ευρώ υπάρχει ως νομισματική μονάδα και επίσημο νόμισμα 11 χωρών-μελών της Ε.Ε. από την 1η Ιανουαρίου του 1999. Απέκτησε, όμως, υλική υπόσταση και άρχισε να κυκλοφορεί τρία χρόνια αργότερα, τον Ιανουάριο του 2002. Στην πορεία, η ευρωζώνη διευρύνθηκε και σήμερα περιλαμβάνει 19 χώρες-μέλη. Εξακολουθεί, ωστόσο, να την περιβάλλει αβεβαιότητα μετά την κρίση χρέους.

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα »

Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου 2018

Πέτυχε ή απέτυχε ο Ντράγκι;


13/12/2018

Στο τέλος του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ αναφέρεται η αυστριακή Der Standard: «Επειδή κινήθηκε επιθετικά για τη διάσωση του ευρώ, ο πρόεδρος της ΕΚΤ Ντράγκι κατηγορήθηκε κυρίως στη Γερμανία αλλά και στην Αυστρία από οικονομολόγους και δημοσιογράφους ως εμπρηστής. […] H πραγματικότητα όμως είναι πολύ διαφορετική. Το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων της ΕΚΤ που εκπνέει το Δεκέμβριο, συνέβαλε στη σταθεροποίηση του ευρώ. Στη νότια Ευρώπη μειώθηκε κατά πολύ το κόστος δανεισμού και με αυτό τον τρόπο η ΕΚΤ έδωσε σημαντική ώθηση στην ανάπτυξη. Ο πληθωρισμός δεν είναι ανεξέλεγκτος, αλλά αντιθέτως, στη ζώνη του ευρώ βρίσκεται ακριβώς εντός των ορίων του στόχου του 2%. Το να εγγυάται τους τόκους των καταθετών, δεν ήταν ποτέ αρμοδιότητα της κεντρικής τράπεζας. Μέχρι και σήμερα όμως πολλοί επικριτές του Ντράγκι συνεχίζουν να μην το καταλαβαίνουν αυτό».

Το ότι ο τερματισμός του QE έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία εντείνονται οι φόβοι νέας κρίσης ενέχει κινδύνους, εκτιμά η Stuttgarter Zeitung: «Μια νέα αναβολή όμως […] θα ήταν ακόμη πιο επίφοβη. Εάν έδειχνε ότι η επιβράδυνση της ανάπτυξης τη φοβίζει, η ΕΚΤ θα έθετε σε κίνδυνο την αξιοπιστία της. Πέραν αυτού, η αναβολή ενός βήματος που έπρεπε να έχει γίνει προ πολλού, θα έφερνε τον Ντράγκι αντιμέτωπο και με την κατηγορία ότι θέλει να εξαγοράσει χρόνο για την υπερχρεωμένη πατρίδα του».

Πηγή Deutsche Welle
Διαβάστε περισσότερα »

Παροδικό το τέλος της ποσοτικής χαλάρωσης;


13/12/2018

Η ΕΚΤ αποφάσισε να βάλει τέλος στο αμφιλεγόμενο πρόγραμμα αγοράς ομολόγων. Εντούτοις θα συνεχίσει να παρεμβαίνει στις αγορές, επανεπενδύοντας έσοδα που αποκομίζει από τα λήγοντα ομόλογα που απέκτησε στο πλαίσιο του QE.

Σε μια ιστορική απόφαση η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αποφάσισε να τερματίσει το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης στα τέλη του τρέχοντος Δεκεμβρίου. Μετά από τέσσερα χρόνια και αγορές ομολόγων συνολικού ύψους 2,6 τρισεκατομμυρίων ευρώ η Ευρωτράπεζα τερματίζει έτσι το μεγαλύτερο πρόγραμμα της ιστορίας της. Ο Μάριο Ντράγκι διαβεβαίωσε ωστόσο πως η ΕΚΤ θα παραμείνει ενεργή στην αγορά ομολόγων και δη για μια «παρατεταμένη περίοδο», επανεπενδύοντας σε χρεόγραφα έσοδα από τίτλους που έχει ήδη αγοράσει στο πλαίσιο του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης QE.

Το τέλος του αμφιλεγόμενου προγράμματος QE έρχεται σε μια δύσκολη και ως εκ τούτου μάλλον ακατάλληλη συγκυρία, καθώς από το καλοκαίρι έχουν επιβραδυνθεί οι ρυθμοί ανάπτυξης της ευρωζώνης.


Επανέναρξη του προγράμματος το 2019;

Αυτό τουλάχιστον υποστηρίζει ο Φρίντριχ Χάινεμαν από το Κέντρο Ευρωπαϊκών Οικονομικών Ερευνών ZIW. «Η απόφαση αυτή έπρεπε να έχει έρθει νωρίτερα. Η μακρά διστακτικότητα της ΕΚΤ οδήγησε εν τέλει σε ένα πολύ κακό τάιμινγκ. Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ τερματίζει το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων σε μια στιγμή κατά την οποία επιδεινώνονται και πάλι οι αναπτυξιακές προοπτικές της ευρωζώνης. Αυτό σημαίνει ότι μεσοπρόθεσμα δεν θα πρέπει να αναμένεται μείωση του αριθμού των ομολόγων που έχει στο χαρτοφυλάκιό της. Πιο πιθανό είναι η σημερινή απόφαση να είναι εν τέλει απλώς ένα διάλειμμα. Μετά και τη λευκή επιταγή του Δικαστηρίου της ΕΕ, κάθε αρνητική πρόβλεψη για την ανάπτυξη θα πυροδοτεί νέες φημολογίες για την επανέναρξη του προγράμματος μέσα στο 2019».

Πέρα από τον τερματισμό του QE η Φρανκφούρτη αποφάσισε να αφήσει αμετάβλητα τα επιτόκια, διατηρώντας τα σε μηδενικό επίπεδο. Η ΕΚΤ επαναβεβαίωσε ότι τα βασικά επιτόκια θα παραμείνουν στα σημερινά χαμηλά επίπεδα «τουλάχιστον μέχρι και το καλοκαίρι του 2019». Όπερ σημαίνει ότι η αύξηση θα επέλθει πιθανότατα υπό τον διάδοχο του Μ. Ντράγκι στην ηγεσία της κεντρικής τράπεζας. Η οκταετής θητεία του Ιταλού τραπεζίτη εκπνέει στα τέλη του ερχόμενου Οκτωβρίου.



Κριτική στα μηδενικά επιτόκια

Την απόφαση της ΕΚΤ να διατηρήσει αμετάβλητα τα επιτόκια επέκρινε ο πρόεδρος του Ομοσπονδιακού Συνδέσμου Γερμανικών Τραπεζών Χανς-Βάλτερ Πέτερς: «Δυστυχώς η ΕΚΤ βάζει φρένο, αλλά όχι οριστικό τέλος στη νομισματική πολιτική που χάραξε και ακολουθεί στα συμφραζόμενα της κρίσης. Εξακολουθεί να κινείται με διστακτικότητα. Οι κεντρικοί τραπεζίτες θα πρέπει να επιταχύνουν και να παρουσιάσουν άμεσα ένα χρονοδιάγραμμα και για το τέλος των αρνητικών επιτοκίων. Διότι τα αρνητικά επιτόκια συνεπάγονται ιδιαίτερους κινδύνους».

Σε συνδυασμό με την ανοδική πορεία του πληθωρισμού τα μηδενικά επιτόκια πλήττουν κατά κύριο λόγο τους καταθέτες. Την ίδια ώρα ωφελούν όμως τους κατόχους στεγαστικών δανείων.

Υπάρχουν βέβαια και άλλοι ειδικοί που αξιολογούν θετικά τις σημερινές αποφάσεις και τον μελλοντικό σχεδιασμό της ΕΚΤ. Ανάμεσά τους και ο πρόεδρος των γερμανικών Ταμιευτηρίων Χέλμουτ Σλέβαϊς: «Παρά την ανασφάλεια που προκαλεί το Brexit, τη διαμάχη με την Ιταλία, τις διαμαρτυρίες στη Γαλλία και τις ισχυρές διακυμάνσεις στα χρηματιστήρια, η ΕΚΤ δεν παρεξέκλινε από τον προγραμματισμό της. Το χαιρετίζουμε αυτό. Μπορεί οι προοπτικές για τον πληθωρισμό και την ανάπτυξη στην ευρωζώνη να είναι πιο συγκρατημένες, ωστόσο δεν είναι τόσο κακές για να σταθούν εμπόδιο στη σταδιακή εξομάλυνση της νομισματικής πολιτικής».

Πηγή Deutsche Welle
Διαβάστε περισσότερα »

Η τελευταία μάχη του Ντράγκι και η έξοδος από το QE


13/12/2018

Η ΕΚΤ αποφάσισε να βάλει τέλος στο αμφιλεγόμενο πρόγραμμα αγοράς ομολόγων. Εντούτοις θα συνεχίσει να παρεμβαίνει στις αγορές, επανεπενδύοντας έσοδα που αποκομίζει από τα λήγοντα ομόλογα που απέκτησε στο πλαίσιο του QE.

Σε μια ιστορική απόφαση η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αποφάσισε να τερματίσει το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης στα τέλη του τρέχοντος Δεκεμβρίου. Μετά από τέσσερα χρόνια και αγορές ομολόγων συνολικού ύψους 2,6 τρισεκατομμυρίων ευρώ η Ευρωτράπεζα τερματίζει έτσι το μεγαλύτερο πρόγραμμα της ιστορίας της. Ο Μάριο Ντράγκι διαβεβαίωσε ωστόσο πως η ΕΚΤ θα παραμείνει ενεργή στην αγορά ομολόγων και δη για μια «παρατεταμένη περίοδο», επανεπενδύοντας σε χρεόγραφα έσοδα από τίτλους που έχει ήδη αγοράσει στο πλαίσιο του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης QE.

Το τέλος του αμφιλεγόμενου προγράμματος QE έρχεται σε μια δύσκολη και ως εκ τούτου μάλλον ακατάλληλη συγκυρία, καθώς από το καλοκαίρι έχουν επιβραδυνθεί οι ρυθμοί ανάπτυξης της ευρωζώνης.


Επανέναρξη του προγράμματος το 2019;

Αυτό τουλάχιστον υποστηρίζει ο Φρίντριχ Χάινεμαν από το Κέντρο Ευρωπαϊκών Οικονομικών Ερευνών ZIW. «Η απόφαση αυτή έπρεπε να έχει έρθει νωρίτερα. Η μακρά διστακτικότητα της ΕΚΤ οδήγησε εν τέλει σε ένα πολύ κακό τάιμινγκ. Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ τερματίζει το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων σε μια στιγμή κατά την οποία επιδεινώνονται και πάλι οι αναπτυξιακές προοπτικές της ευρωζώνης. Αυτό σημαίνει ότι μεσοπρόθεσμα δεν θα πρέπει να αναμένεται μείωση του αριθμού των ομολόγων που έχει στο χαρτοφυλάκιό της. Πιο πιθανό είναι η σημερινή απόφαση να είναι εν τέλει απλώς ένα διάλειμμα. Μετά και τη λευκή επιταγή του Δικαστηρίου της ΕΕ, κάθε αρνητική πρόβλεψη για την ανάπτυξη θα πυροδοτεί νέες φημολογίες για την επανέναρξη του προγράμματος μέσα στο 2019».

Πέρα από τον τερματισμό του QE η Φρανκφούρτη αποφάσισε να αφήσει αμετάβλητα τα επιτόκια, διατηρώντας τα σε μηδενικό επίπεδο. Η ΕΚΤ επαναβεβαίωσε ότι τα βασικά επιτόκια θα παραμείνουν στα σημερινά χαμηλά επίπεδα «τουλάχιστον μέχρι και το καλοκαίρι του 2019». Όπερ σημαίνει ότι η αύξηση θα επέλθει πιθανότατα υπό τον διάδοχο του Μ. Ντράγκι στην ηγεσία της κεντρικής τράπεζας. Η οκταετής θητεία του Ιταλού τραπεζίτη εκπνέει στα τέλη του ερχόμενου Οκτωβρίου.


Κριτική στα μηδενικά επιτόκια

Την απόφαση της ΕΚΤ να διατηρήσει αμετάβλητα τα επιτόκια επέκρινε ο πρόεδρος του Ομοσπονδιακού Συνδέσμου Γερμανικών Τραπεζών Χανς-Βάλτερ Πέτερς: «Δυστυχώς η ΕΚΤ βάζει φρένο, αλλά όχι οριστικό τέλος στη νομισματική πολιτική που χάραξε και ακολουθεί στα συμφραζόμενα της κρίσης. Εξακολουθεί να κινείται με διστακτικότητα. Οι κεντρικοί τραπεζίτες θα πρέπει να επιταχύνουν και να παρουσιάσουν άμεσα ένα χρονοδιάγραμμα και για το τέλος των αρνητικών επιτοκίων. Διότι τα αρνητικά επιτόκια συνεπάγονται ιδιαίτερους κινδύνους».

Σε συνδυασμό με την ανοδική πορεία του πληθωρισμού τα μηδενικά επιτόκια πλήττουν κατά κύριο λόγο τους καταθέτες. Την ίδια ώρα ωφελούν όμως τους κατόχους στεγαστικών δανείων.

Υπάρχουν βέβαια και άλλοι ειδικοί που αξιολογούν θετικά τις σημερινές αποφάσεις και τον μελλοντικό σχεδιασμό της ΕΚΤ. Ανάμεσά τους και ο πρόεδρος των γερμανικών Ταμιευτηρίων Χέλμουτ Σλέβαϊς: «Παρά την ανασφάλεια που προκαλεί το Brexit, τη διαμάχη με την Ιταλία, τις διαμαρτυρίες στη Γαλλία και τις ισχυρές διακυμάνσεις στα χρηματιστήρια, η ΕΚΤ δεν παρεξέκλινε από τον προγραμματισμό της. Το χαιρετίζουμε αυτό. Μπορεί οι προοπτικές για τον πληθωρισμό και την ανάπτυξη στην ευρωζώνη να είναι πιο συγκρατημένες, ωστόσο δεν είναι τόσο κακές για να σταθούν εμπόδιο στη σταδιακή εξομάλυνση της νομισματικής πολιτικής».

Πηγή Deutsche Welle
Διαβάστε περισσότερα »

Σάββατο 16 Ιουνίου 2018

Μερική στροφή στη νομισματική πολιτική της ΕΚΤ


16/6/2018

Ο κύβος ερρίφθη: μέχρι το τέλος του χρόνου η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα αναστείλει τις διαφιλονικούμενες αγορές ομολόγων. Το βασικό επιτόκιο όμως θα παραμείνει καταρχήν αμετάβλητο μέχρι το ερχόμενο καλοκαίρι.

Η ΕΚΤ φαίνεται να δρομολογεί πλέον την εξομάλυνση της ιδιαίτερα χαλαρής τα τελευταία χρόνια νομισματικής της πολιτικής. Από τη Ρίγα της Λετονίας η Ευρωτράπεζα ανακοίνωσε την Πέμπτη τη σταδιακή έξοδο από το διαφιλονικούμενο -ειδικά στη Γερμανία- πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης. Μέχρι το Σεπτέμβριο θα συνεχίσει να αγοράζει ομόλογα και άλλα χρεόγραφα αξίας 30 δις ευρώ το μήνα ενώ τους τρεις τελευταίους μήνες του έτους οι αγορές θα περιοριστούν στα 15 δις το μήνα. Παράλληλα η ΕΚΤ διευκρίνισε -και δη με ασυνήθιστα ξεκάθαρο τρόπο- ότι τα βασικά επιτόκια θα αυξηθούν το νωρίτερο το φθινόπωρο του 2019, αργότερα από ό,τι περίμεναν πολλοί αναλυτές.

Η απόφαση της ΕΚΤ δεν προέκυψε πάντως ξαφνικά και μάλλον δεν αιφνιδίασε. Ήδη προ ημερών ο επικεφαλής οικονομολόγος της, Πίτερ Πράετ, είχε προαναγγείλει την έναρξη συζήτησης για την έξοδο από το πρόγραμμα. Έκπληξη προκάλεσε ίσως το γεγονός ότι ήδη την Πέμπτη, και όχι τον Ιούλιο όπως ανέμεναν οι περισσότεροι, η Φρανκφούρτη ανακοίνωσε τις λεπτομέρειες.


Οι λόγοι της απόφασης

Οι λόγοι που η ΕΚΤ προχωρά τη δεδομένη χρονική στιγμή στην αναστολή των αγορών είναι προφανείς: η οικονομία στις χώρες του κοινού νομίσματος τρέχει και πάλι με ικανοποιητικούς ρυθμούς που αναμένεται να κλείσουν σε ετήσια βάση στο 2,1%. Συνεπώς η στήριξή της με την περαιτέρω παροχή ρευστότητας δεν είναι πλέον αναγκαία. Υπάρχουν βέβαια και άλλοι λόγοι, νομικής φύσης, στους οποίους δεν αναφέρθηκε ο Μάριο Ντράγκι. Η ΕΚΤ έχει δεσμευτεί να μην έχει στην κατοχή της πάνω από το ένα τρίτο των ομολόγων μιας μεμονωμένης χώρας. Στη Γερμανία βρίσκεται πλέον πολύ κοντά σε αυτό το πλαφόν ενώ σε Γαλλία, Ισπανία και Ιταλία το όριο επίσης τείνει να ξεπεραστεί . Σε περίπτωση που όντως ξεπεραστεί, η ΕΚΤ δύσκολα θα μπορούσε πλέον ως κυρίαρχος πιστωτής να αντικρούσει την κατηγορία της νομισματικής χρηματοδότησης που απαγορεύεται ρητά από το νομικό πλαίσιο που διέπει τη λειτουργία της.

Η έξοδος από την ποσοτική χαλάρωση όμως δεν σημαίνει πλήρη διακοπή των δραστηριοτήτων της Ευρωτράπεζας σε αυτό το πεδίο. Ο Ντράγκι κατέστησε σαφές ότι μετά τη λήξη των ομολόγων που έχει στο χαρτοφυλάκιό της, η ΕΚΤ θα τα επενδύσει εκ νέου στις χρηματαγορές. Αυτό σημαίνει ότι η ρευστότητα θα παραμείνει στην αγορά. Διευκρίνισε δε ότι θα το κάνει για όσο κριθεί αναγκαίο.


Πρώτες αντιδράσεις

Οικονομικοί αναλυτές αντιδρούν καταρχήν με ικανοποίηση στις εξαγγελίες Ντράγκι. Ο επικεφαλής του Ινστιτούτου Ifo του Μονάχου Φουστ έκανε λόγο για ένα σημαντικό βήμα προς την κατεύθυνση της εξομάλυνσης της νομισματικής πολιτικής. «Μέσω της αγοράς κρατικών ομολόγων η κεντρική τράπεζα εξελίσσεται όλο και περισσότερο σε έναν πιστωτή κρατών. Αυτό μπορεί να υπονομεύσει την ανεξαρτησία της νομισματικής πολιτικής. Η επιστροφή στην ομαλότητα επιβάλλεται και για το λόγο ότι στην επόμενη κρίση θα μας λείπουν τα περιθώρια αντίδρασης».

Η Ιζαμπέλ Σνάμπελ πάντως, μια εκ των λεγόμενων σοφών της γερμανικής οικονομίας, εκτιμά πως δεδομένου ότι δεν αποφασίστηκε ακόμη αύξηση των επιτοκίων, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για στροφή της νομισματικής πολιτικής της Ευρωτράπεζας.

Πηγή Deutsche Welle
Διαβάστε περισσότερα »