Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μήλας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μήλας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 7 Μαΐου 2024

Κεντρικοί τραπεζίτες και προβλέψεις για επιτόκια


6/5/2024    

Του Κώστα Μήλα*

Το τελευταίο διάστημα συζητείται ευρέως το ακόλουθο ερώτημα: έχει έννοια να δημοσιοποιούν οι κεντρικοί τραπεζίτες τις προβλέψεις τους για τα επιτόκια πολιτικής; Σημειώνω εδώ ότι από την περίοδο κατά την οποία ο Μπεν Μπερνάνκε ήταν στο «τιμόνι» της Fed, τα μέλη της Νομισματικής Επιτροπής των ΗΠΑ, άρχισαν να δίνουν στη δημοσιότητα τις προβλέψεις τους σε βάθος 2-3 ετών.

Το τελευταίο διάστημα συζητείται ευρέως το ακόλουθο ερώτημα: έχει έννοια να δημοσιοποιούν οι κεντρικοί τραπεζίτες τις προβλέψεις τους για τα επιτόκια πολιτικής; Σημειώνω εδώ ότι από την περίοδο κατά την οποία ο Μπεν Μπερνάνκε ήταν στο «τιμόνι» της Fed, τα μέλη της Νομισματικής Επιτροπής των ΗΠΑ, άρχισαν να δίνουν στη δημοσιότητα τις προβλέψεις τους σε βάθος 2-3 ετών.

Το τελευταίο διάστημα συζητείται ευρέως το ακόλουθο ερώτημα: έχει έννοια να δημοσιοποιούν οι κεντρικοί τραπεζίτες τις προβλέψεις τους για τα επιτόκια πολιτικής;

Σημειώνω εδώ ότι από την περίοδο κατά την οποία ο Μπεν Μπερνάνκε ήταν στο «τιμόνι» της Fed, τα μέλη της Νομισματικής Επιτροπής των ΗΠΑ, άρχισαν να δίνουν στη δημοσιότητα τις προβλέψεις τους σε βάθος 2-3 ετών. Πρόκειται για το καλούμενο «Fed-style dot plot», όπου η κάθε κουκκίδα, σε βάθος χρόνου, αντιστοιχεί στην ανώνυμη πρόβλεψη επιτοκίου κάθε μέλους της Fed.

Το συγκεκριμένο θέμα ήρθε στο προσκήνιο και πάλι τον Απρίλιο του 2024, όταν ο Μπεν Μπερνάνκε δημοσίευσε το πόρισμά του σε σχέση με την (α)καταλληλότητα των μοντέλων της Τράπεζας της Αγγλίας να προβλέπουν με ικανοποιητικό τρόπο τον πληθωρισμό στη Μεγάλη Βρετανία. Ο Μπερνάνκε αποφάσισε να μην προτείνει την υιοθέτηση του «Fed-style dot plot» από την Τράπεζα της Αγγλίας.Ο δε διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, αναφέρθηκε στο επίμαχο θέμα με διπλωματικό τρόπο. Δήλωσε, μεν, ότι δεν απορρίπτει την ιδέα (οι κεντρικοί τραπεζίτες της ΕΚΤ να δημοσιοποιούν τις προβλέψεις τους) αλλά, ταυτόχρονα, αναρωτήθηκε πόσο εύκολα μπορούν να προβλεφθούν τα επιτόκια, όταν αρκετά δύσκολα προβλέπεται ο πληθωρισμός.

Για να δούμε το συγκεκριμένο θέμα πιο αναλυτικά. Ας πάρουμε, για παράδειγμα, τα μοντέλα της Τράπεζας της Αγγλίας. Αυτά προβλέπουν τόσο τον ρυθμό ανάπτυξης όσο και τον πληθωρισμό σε βάθος διετίας – τριετίας, βασιζόμενα στις προβλέψεις επιτοκίων πολιτικής από τις χρηματοοικονομικές αγορές. Οπως όμως επισήμανα πρόσφατα στο London Business Review blog της London School of Economics, οι αγορές έχουν αστοχήσει τραγικά στην πρόβλεψη των επιτοκίων πολιτικής από το 2006 μέχρι σήμερα. Πράγματι, μεταξύ 2006-2022 οι αγορές υπερεκτίμησαν, κατά μέσον όρο, τα επιτόκια σε βάθος διετίας κατά 1,07 ποσοστιαίες μονάδες. Από το 2022 μέχρι σήμερα και εν μέσω αυξανόμενου γεωπολιτικού ρίσκου (βλέπε πόλεμο Ουκρανίας – Ρωσίας και πόλεμο Ισραήλ – Χαμάς), οι αγορές υποεκτίμησαν τα επιτόκια πολιτικής κατά 3,28 ποσοστιαίες μονάδες!!!

Από τη στιγμή που χρησιμοποιούνται οι λανθασμένες προαναφερθείσες προβλέψεις στα μοντέλα της Τράπεζας της Αγγλίας, λογικό είναι και οι προβλέψεις πληθωρισμού να «βγαίνουν» λανθασμένες. Σημειώνω εδώ ότι και η ΕΚΤ χρησιμοποιεί προβλέψεις επιτοκίων από τις αγορές στα δικά της οικονομετρικά μοντέλα.

Πόσο εύκολα μπορούν να προβλεφθούν τα επιτόκια, όταν αρκετά δύσκολα προβλέπεται ο πληθωρισμός;

Αν λάβουμε υπόψη τα παραπάνω, λογικό λοιπόν δείχνει να δημοσιοποιούν οι κεντρικοί τραπεζίτες (έστω με ανώνυμο τρόπο) τις δικές τους προβλέψεις επιτοκίων. Και τούτο επειδή καλύτερες, σε σχέση με εκείνες των αγορών, προβλέψεις επιτοκίων θα οδηγήσουν σε πιο εύστοχες προβλέψεις πληθωρισμού.

Λογικά, λοιπόν, τα μοντέλα της Τράπεζας της Αγγλίας (και εκείνα της ΕΚΤ) θα μπορούσαν να προβλέπουν πληθωρισμό και ανάπτυξη με βάση τον μέσο όρο προβλέψεων επιτοκίων από τα μέλη της αντίστοιχης Νομισματικής Επιτροπής.

Εδώ υπάρχει ένα θέμα. Τα μέλη της Νομισματικής Επιτροπής καλούνται να αποφασίσουν τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή (ήτοι σήμερα) το βέλτιστο επιτόκιο πολιτικής το οποίο θα επαναφέρει, σε βάθος δύο ετών, τον πληθωρισμό στον στόχο του 2%. Δεν καλούνται να αποφασίσουν, σήμερα, τόσο το βέλτιστο επιτόκιο πολιτικής του σήμερα όσο και τα βέλτιστα επιτόκια πολιτικής σε βάθος διετίας.

Μάλλον, λοιπόν, δεν κρίνεται θεμιτό οι κεντρικοί τραπεζίτες να προβλέπουν τα μελλοντικά επιτόκια, αφού σε τελική ανάλυση η μεγάλη αυξομείωση του γεωπολιτικού ρίσκου ενδεχομένως να αλλάξει τη γνώμη τους από τη μια στιγμή στην άλλη…

*Ο κ. Κώστας Μήλας είναι καθηγητής Χρηματοοικονομικών, University of Liverpool.

Πηγή


Διαβάστε περισσότερα »

Δευτέρα 25 Μαΐου 2020

Τα αποτελέσματα των περιοριστικών μέτρων στην αντιμετώπιση του ιού


24/5/2020

Των Θεολόγου Δεργιαδέ*, Κώστα Μήλα**, Θεόδωρου Παναγιωτίδη***

Φαίνεται ότι το πρώτο κύμα κρουσμάτων και θανάτων από τον κορωνοϊό ολοκληρώθηκε επιτέλους. Το εάν και εφόσον δεύτερο κύμα βρίσκεται «προ των πυλών» το φθινόπωρο αποτελεί θέμα έντονης συζήτησης μεταξύ των ειδικών. Σε κάθε περίπτωση, μπορούμε, με βάση την εμπειρία του πρώτου μισού του έτους, να προβούμε σε μερικές χρήσιμες διαπιστώσεις.

Το κλείσιμο σχολείων, η καραντίνα στο σπίτι και το προσωρινό «λουκέτο» σε εμπορικά καταστήματα, σε επιχειρήσεις και σε αερομεταφορές οδήγησαν σε μείωση των κρουσμάτων και θανάτων, αλλά ταυτόχρονα και σε μεγάλη οικονομική ζημία. Το ΔΝΤ εκτιμά ύφεση 3% παγκοσμίως για το 2020, ενώ οι εκτιμήσεις για ύφεση στην

Ελλάδα ανέρχονται μέχρι και στο τρομακτικό 13% με 14%. Η δε Τράπεζα της Αγγλίας, για πρώτη φορά στην ιστορία της, σκέφτεται να μειώσει το επιτόκιο πολιτικής σε αρνητικό επίπεδο.

Σε κάθε περίπτωση, νέες επιστημονικές έρευνες διαπιστώνουν ότι παρεμβάσεις πολιτικής όπως η χρήση απλής χειρουργικής μάσκας μπορούν μάλλον να λειτουργήσουν εξίσου αποτελεσματικά όπως το γενικό lockdown στον περιορισμό της πανδημίας. Κάτι που με τη σειρά του μπορεί να μειώσει αποτελεσματικά τη ζημία στην οικονομία μιας χώρας (http://www.mit.edu/~xiaohui/scenario_analysis_covid19.pdf). Αυτή την πολιτική ακολουθεί σήμερα η κυβέρνηση Μητσοτάκη.

Άλλες εμπειρικές έρευνες διαπιστώνουν ότι ο κατ’ οίκον περιορισμός 21 ημερών, από τη στιγμή που οι αρχικές ενδείξεις κορωνοϊού εμφανισθούν σε ένα άτομο, μειώνουν τη διάδοση του ιού περισσότερο από τον κατ’ οίκον περιορισμό 14 ημερών (https://www.nber.org/papers/w27039)!

Η νέα έρευνά μας (https://papers.ssrn.com/sol3/papers.cfm?abstract_id=3602004) χρησιμοποιεί δεδομένα από το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νόσων για 32 χώρες (μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα) για να καταλήξει στα ακόλουθα ενδιαφέροντα ευρήματα:

Χώρες όπως η Ελλάδα και η Νότια Κορέα κατάφεραν να κρατήσουν υπό έλεγχο τον ρυθμό αύξησης των θανάτων αποδιδόμενων στον κορωνοϊό επειδή έλαβαν ταχύτατα αυστηρά μέτρα περιορισμού των μετακινήσεων αλλά και ιχνηλάτησης των κρουσμάτων.

Σε αντίθεση, χώρες όπως η Μεγάλη Βρετανία αλλά και οι Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες άργησαν να αντιδράσουν στην πανδημία μέσω της επιβολής αυστηρών μέτρων, κατέγραψαν μεγάλο ρυθμό αύξησης θανάτων μέχρι και τις αρχές Απριλίου. Εδώ χαρακτηριστικά αναφέρουμε ότι το στατιστικό υπόδειγμά μας εκτιμά για τη Μεγάλη Βρετανία μέσο ημερήσιο ρυθμό αύξησης των θανάτων της τάξης του 21% μέχρι τις αρχές Απριλίου. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες η αναποφασιστικότητα στη λήψη μέτρων ισοδυναμεί με μέσο ημερήσιο ρυθμό αύξησης των θανάτων της τάξης του 23%!

Το κλείσιμο των σχολείων βρίσκεται συνεχώς στο επίκεντρο των συζητήσεων. Η έρευνά μας εκτιμά ότι το κλείσιμο των σχολείων περιορίζει την αύξηση των θανάτων από τον κορωνοϊό. Σημειώνουμε επιπλέον ότι η εμπειρία από προηγούμενες επιδημίες οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το κλείσιμο των σχολείων για 12 με 13 εβδομάδες στοιχίζει μέχρι και 1% απώλεια στο ΑΕΠ μιας χώρας. Είναι όμως, ως μέτρο, λιγότερο αποτελεσματικό σε σχέση με συνδυασμό μέτρων όπως η απαγόρευση συγκεντρώσεων, το «λουκέτο» στον χώρο εργασίας και ο περιορισμός στις αερομεταφορές. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι τα όποια πλεονεκτήματα από το κλείσιμο των σχολείων θα πρέπει να συνυπολογισθούν με την αρνητική επίδραση στην ψυχολογική υγεία των μαθητών, η οποία δεν είναι δυστυχώς αμελητέα.

Είναι σαφές ότι απαιτείται περισσότερη έρευνα σε σχέση με τα πλεονεκτήματα/μειονεκτήματα από το κλείσιμο (αλλά και την επαναλειτουργία) των σχολείων. Το θέμα θα παραμείνει στην επικαιρότητα τουλάχιστον μέχρι να βρεθεί το εμβόλιο αντιμετώπισης του κορωνοϊού.

* Ο κ. Θεολόγος Δεργιαδές είναι επ. καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και μέλος της διοικούσας επιτροπής του Διεθνούς Πανεπιστημίου της Ελλάδος.
** Ο κ. Κώστας Μήλας είναι καθηγητής στο University of Liverpool.
*** Ο κ. Θεόδωρος Παναγιωτίδης είναι αναπλ. καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα »

Τρίτη 5 Μαΐου 2020

Ομόλογα με ρήτρα ανάπτυξης ως απάντηση στον κορωνοϊό;


4/5/2020

Δημιούργησε αίσθηση το πόσο γρήγορα, αλλά και δραματικά, έσπευσαν οι αναλυτές να «σβήσουν» τις προβλέψεις τους για την πορεία της ελληνικής οικονομίας το 2020. Η Citi προβλέπει ύφεση μεταξύ 4,4% και 12,4% ανάλογα με τη διάρκεια των περιοριστικών μέτρων. Το ΔΝΤ προβλέπει ύφεση 10% το 2020, η οποία θα αναστραφεί, εν μέρει, το 2021, με ανάπτυξη 5,1%.

Το εύρος των εκτιμήσεων για τη συρρίκνωση του ΑΕΠ είναι τόσο μεγάλο που πραγματικά αναρωτιέται ο σώφρων νους για τη χρησιμότητά τους. Πράγματι, μια βαθύτατη ύφεση του 12%, για παράδειγμα, απαιτεί δημοσιονομική πολιτική η οποία θα πρέπει να είναι, σε αντίθεση με μια ύφεση του 6%, εξαιρετικά επεκτατική, προκειμένου η οικονομία να επιστρέψει σύντομα στην προ κορωνοϊού εποχή. Από ιστορική άποψη, όμως, θα ήθελα να επισημάνω ότι στη διάρκεια της επιδημίας της βουβωνικής πανώλης, η οποία οδήγησε σε θάνατο περίπου το ένα τέταρτο του πληθυσμού του Λονδίνου την περίοδο 1665-1666, παρατηρήθηκε το εξής ενδιαφέρον: όλοι οι αστρολόγοι, προγνώστες γεγονότων και (πολυμήχανοι) ονειροκρίτες της εποχής εξαφανίστηκαν από τους δρόμους του Λονδίνου. Αυτό τουλάχιστον καταγράφει, το 1722, ο περίφημος Daniel Dafoe στo εξαιρετικά επίκαιρο βιβλίο του «A Journal of the Plague Year». Ο Dafoe δεν εξηγεί για ποιο λόγο συνέβηκε το παραπάνω, αλλά, πιθανότατα, οι αναλυτές της εποχής κατάλαβαν ότι το «επάγγελμά» τους δεν είχε κάτι εποικοδομητικό να αναφέρει! Εδώ λοιπόν θα ήθελα να αναφέρω τις περισσότερο «συγκρατημένες» εκτιμήσεις του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος Γ. Στουρνάρα για ύφεση 4% το 2020, σύμφωνα με το βασικό σενάριο. Υφεση, η οποία δεν εκτιμάται ότι θα ξεπεράσει το 8% στο δυσχερές σενάριο.

Σε κάθε περίπτωση, δύο τινά θα μπορούσαμε να προβλέψουμε με μαθηματική βεβαιότητα. Πρώτον: η επιστροφή στην προ κορωνοϊού εποχή θα πάρει χρόνο. Πράγματι, τα μαθηματικά μάς λένε ότι μια ύφεση (για παράδειγμα) του 10% το τρέχον έτος «απαιτεί» ανάπτυξη 11,1% το επόμενο έτος, προκειμένου να επανέλθει το ΑΕΠ στο προηγούμενο επίπεδό του. Δεύτερον, η προσπάθεια «αναχαίτισης» της εν εξελίξει ύφεσης μέσω επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής θα οδηγήσει σε εξαιρετικά υψηλά ελλείμματα και δημόσιο χρέος.

Η συγκεκριμένη προοπτική δημοσιονομικού «εκτροχιασμού» θα έπρεπε, λογικά, να ανοίξει τον δρόμο για τον σχεδιασμό μιας από κοινού πολιτικής παγκοσμίως. Αυτό θα μπορούσε να συμβεί μέσω της έκδοσης ομολόγων με ρήτρα ανάπτυξης. Τα συγκεκριμένα ομόλογα συνδέουν το «κουπόνι» αλλά και το κεφάλαιο αποπληρωμής του χρέους με την οικονομική ανάπτυξη της χώρας-εκδότη. Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα των συγκεκριμένων ομολόγων είναι ότι η χώρα-εκδότης αποπληρώνει τις δανειακές της υποχρεώσεις όταν έχει τη δυνατότητα.

Οι επικριτές των παραπάνω ομολόγων αναφέρουν ότι συχνές αναθεωρήσεις στο ΑΕΠ μιας χώρας προσθέτουν μεγάλη αβεβαιότητα στην αποτίμηση των παραπάνω ομολόγων. Επιπλέον, οι κυβερνήσεις θα μπορούσαν να υποεκτιμήσουν την οικονομική ανάπτυξη στη χώρα τους προκειμένου να αποπληρώσουν λιγότερα. Απαντήσεις στις παραπάνω επικριτικές παρατηρήσεις υπάρχουν. Για παράδειγμα, στον βαθμό που η αποπληρωμή του χρέους για ένα συγκεκριμένο έτος λάβει χώρα με βάση μια υποεκτιμημένη τιμή του ΑΕΠ, η αποπληρωμή του χρέους το αμέσως επόμενο έτος θα μπορούσε να αναπροσαρμοσθεί βάσει της απόκλισης μεταξύ της αρχικής και της αναθεωρημένης τιμής του ΑΕΠ. Επιπλέον, ας μην ξεχνάμε ότι η κάθε κυβέρνηση στοχεύει στη επανεκλογή της.

Σε κάθε περίπτωση, η τιμή των ομολόγων με ρήτρα ανάπτυξης θα κριθεί από τους επίδοξους επενδυτές. Αρχικά τουλάχιστον, εκτιμάται ότι τα παραπάνω ομόλογα θα είναι πιο ακριβά από τα υπάρχοντα ομόλογα. Αυτό, λόγω έλλειψης ρευστότητας στη χρηματοοικονομική αγορά, η οποία θα οφείλεται στο ότι μόνο μικρός αριθμός χωρών ενδέχεται να εκδώσει τέτοιου είδους ομόλογα. Το τελευταίο έχει ιδιαίτερη σημασία. Εάν η Ελλάδα, ή όποια άλλη χώρα, εκδώσει από μόνη της τέτοια ομόλογα, θα αντιμετωπίσει την έντονη καχυποψία των επενδυτών οι οποίοι θα εκτιμήσουν ότι η χώρα μας αδυνατεί να εκπληρώσει τις δανειακές της υποχρεώσεις. Για τον λόγο αυτό, όλες οι χώρες της ευρωζώνης θα μπορούσαν ταυτόχρονα να προβούν σε έκδοση των συγκεκριμένων ομολόγων. Αφενός μεν, αυτό θα ενίσχυε τη ρευστότητα των ομολόγων καθιστώντας τα, επομένως, λιγότερο ακριβά και, άρα, περισσότερο συμφέροντα για τον εκδότη. Αφετέρου δε, αυτό θα ενίσχυε τη βιωσιμότητα χρέους. Και τούτο επειδή η χώρα-εκδότης θα αποπληρώνει ανάλογα με τις δυνατότητές της κάτι που βέβαια ικανοποιεί και τους κατόχους των συγκεκριμένων ομολόγων, αφού μειώνει το ρίσκο πτώχευσης. Καθώς, λοιπόν, λόγω κορωνοϊού, το χρέος της ευρωζώνης αυξάνεται δραματικά, πρέπει να φέρουμε στο προσκήνιο τα ομόλογα με ρήτρα ανάπτυξης ανεξάρτητα από την όποια συζήτηση για κορωνοομόλογα!

* Ο κ. Κώστας Μήλας είναι καθηγητής Χρηματοοικονομικών, University of Liverpool.

Πηγή

Διαβάστε περισσότερα »

Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2020

Κώστας Μήλας: Γιατί πρέπει να αποπληρώσουμε πρόωρα μέρος του ελληνικού χρέους


30/12/2019

Η ελληνική κυβέρνηση αποπλήρωσε, τον Νοέμβριο του 2019, δάνειο ύψους 2,7 δις ευρώ στο ΔΝΤ. Οι συγκεκριμένες δανειακές υποχρεώσεις είχαν επιτόκιο 4,91%, πολύ υψηλότερο, δηλαδή, από το περίπου 1,4% με το οποίο δανειζόμαστε σε 10ετή ορίζοντα σήμερα. Το οικονομικό επιτελείο προσανατολίζεται σε περαιτέρω (πρόωρες) αποπληρωμές του ελληνικού χρέους προς το ΔΝΤ εντός του 2020. Τα παραπάνω θέτουν επιτακτικά το ακόλουθο ερώτημα: Έχει έννοια η «στρατηγική» πρόωρης αποπληρωμής των δανειακών μας υποχρεώσεων;

Πολλοί από εμάς διδάσκουμε στους φοιτητές μας ότι όσο περισσότερο «σπρώχνουμε» την αποπληρωμή του χρέους στο μακρινό μέλλον τόσο το καλύτερο για τη χώρα. Από την άλλη πλευρά, όμως, εάν και εφόσον το κόστος δανεισμού του ελληνικού Δημοσίου διατηρηθεί σε χαμηλά επίπεδα, περαιτέρω πρόωρες αποπληρωμές θα βελτιώσουν τη βιωσιμότητα χρέους και θα επιταχύνουν τις πιστοληπτικές αναβαθμίσεις της Ελλάδας. Εδώ σημειώνω ότι, στο τέλος του 2019, ο οίκος αξιολόγησης Standard & Poor’s αναβάθμισε τη χώρα μας κατά μία βαθμίδα σε ΒΒ- από Β+. Όμως, η χώρα μας παραμένει 3 βαθμίδες κάτω από την επενδυτική βαθμίδα, η οποία, όπως έχει επανειλημμένως δηλώσει ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, θα μας δώσει δικαίωμα συμμετοχής στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ). Κάτι που με τη σειρά του, βέβαια, θα συμπιέσει ακόμα περισσότερο το ελληνικό κόστος δανεισμού.

Δυστυχώς, όμως, περαιτέρω αναβαθμίσεις της χώρας μας μάλλον θα καταστούν ιδιαίτερα χρονοβόρες. Αυτό τουλάχιστον «δείχνει» η ιστορική εμπειρία. Πράγματι, η Ελλάδα αξιολογήθηκε (πάλι από τον Standard & Poor’s) στη βαθμίδα ΒΒ- τον Μάρτιο του 2011, προτού «κατρακυλήσει» μέχρι τον «πάτο», ήτοι στην κατηγορία «selective default». Χρειάστηκαν, δηλαδή, 8,5 έτη προκειμένου να επιστρέψουμε στη βαθμίδα ΒΒ-, κάτι που πρακτικά σημαίνει ότι οι όποιες αναβαθμίσεις είναι βασανιστικά αργές.

Στο παραπάνω απαισιόδοξο σενάριο οδηγεί και η ανάλυση της μακροχρόνιας σχέσης μεταξύ ελληνικού χρέους και οικονομικού ρυθμού ανάπτυξης. Στο Γράφημα 1 παρουσιάζω την εξέλιξη του λόγου ελληνικό χρέος / ΑΕΠ (από το 1884 έως το 2024) μαζί με τον ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης (από το 1914 έως το 2024). Τα ιστορικά στοιχεία προέρχονται από τη βάση δεδομένων της καθηγήτριας Carmen Reinhart από το Harvard University, ενώ οι προβλέψεις χρέους και ΑΕΠ (από το 2019 έως το 2024) προέρχονται από το ΔΝΤ.

Ο δείκτης συσχέτισης των δύο χρονοσειρών είναι αρνητικός (ίσος με -0,5). Αυτό δεν οδηγεί αναγκαστικά στο συμπέρασμα ότι το υψηλό χρέος αποτελεί «βαρίδι» στο ΑΕΠ. Όμως, της πτώχευσης του ελληνικού κράτους το 1932 (επί Ελευθερίου Βενιζέλου) προηγήθηκε η αύξηση του χρέους από το 80,4% του ΑΕΠ το 1928 στο 105,9% του ΑΕΠ το 1931, την ίδια περίοδο κατά την οποία η οικονομία «κατέβασε» ρυθμούς ανάπτυξης από το 1,9% το 1928 στο -4,2% το 1931. Επιπλέον, της πτώχευσης του 2012 (ή, άλλως, της αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους το 2012) προηγήθηκε η αύξηση του χρέους από το 103,1% του ΑΕΠ το 2007 στο 180,6% του ΑΕΠ το 2011, την ίδια περίοδο κατά την οποία ο ρυθμός ανάπτυξης έκανε «βουτιά» από το 3,3% το 2007 στο -9,1% το 2011.

Αυτά έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς τόσο το υψηλό χρέος όσο και ο χαμηλός ρυθμός ανάπτυξης δυσχεραίνουν περαιτέρω πιστοληπτικές αναβαθμίσεις από τους οίκους αξιολόγησης, όπως έχω καταγράψει σε πρόσφατο άρθρο μου (μαζί με τους συναδέλφους Περικλή Μπουμπάρη και Θεόδωρο Παναγιωτίδη) στο Journal of International Money and Finance. Οι προβλέψεις του ΔΝΤ για ελληνικό χρέος στο 154,1% του ΑΕΠ και πενιχρό ρυθμό ανάπτυξης 0,9% το 2024 είναι εξαιρετικά δυσοίωνες σε σχέση με τον ιστορικό μέσο όρο του 79,6% για το χρέος / ΑΕΠ και τον ιστορικό μέσο όρο του 3% για τον ρυθμό ανάπτυξης. Οι παραπάνω εξελίξεις «ναρκοθετούν» ταχείες πιστοληπτικές αναβαθμίσεις, κάτι που πρακτικά σημαίνει ότι αποτελεί ορθή κυβερνητική στρατηγική η πρόωρη αποπληρωμή μέρους του χρέους το 2020.

* Ο κ. Κώστας Μήλας είναι καθηγητής Χρηματοοικονομικών, University of Liverpool.

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα »

Τρίτη 25 Ιουνίου 2019

Κώστας Μήλας: Θα επιτευχθεί ανάπτυξη 4%με μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων


24/6/2019

Του Κώστα Μήλα*

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης μιλάει για μείωση του συντελεστή φορολογίας των επιχειρήσεων από το 28% στο 20% μέσα σε δύο έτη και ανάπτυξη της τάξεως του 4%. Πόσο ρεαλιστικός είναι ο στόχος για 4% ανάπτυξη και τι είδους οικονομική πολιτική θα συμβάλει σε αυτό;

Ξεκινώ με την παρατήρηση ότι τα στοιχεία του ΟΟΣΑ δείχνουν ότι η Ελλάδα υπολείπεται σε σημαντικό βαθμό έναντι άλλων χωρών ως προς την προσέλκυση άμεσων επενδύσεων από το εξωτερικό. Πράγματι, οι άμεσες επενδύσεις από το εξωτερικό στην Ελλάδα αντιστοιχούσαν μόνο στο 16% του ελληνικού ΑΕΠ (το 2017) σε σχέση με το 59% στην

Πορτογαλία, το 55% στην Ευρωπαϊκή Ενωση (στοιχεία για το 2018) και το 41% στον ΟΟΣΑ (στοιχεία για το 2018). Ο σημερινός συντελεστής φορολογίας των επιχειρήσεων στην Ελλάδα υπερβαίνει κατά 5,5 ποσοστιαίες μονάδες τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Συνεπώς μια μείωση στο 20% που διακηρύσσει ο κ. Μητσοτάκης έχει τη δυνατότητα να μετατοπίσει το (διεθνές) επενδυτικό ενδιαφέρον προς την ελληνική οικονομία.

Για να ενισχυθεί περαιτέρω το διεθνές επενδυτικό ενδιαφέρον και να τρέξει με ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης η ελληνική οικονομία, οι διεθνείς επενδυτές πρέπει να πεισθούν, επίσης, ότι η χώρα μας αντιμετωπίζει με γοργό ρυθμό τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Σύμφωνα με το ΔΝΤ, αυτά παραμένουν στο εξαιρετικά υψηλό 42% του συνόλου των δανείων (στοιχεία για το τελευταίο τρίμηνο του 2018) σε σχέση με το ιδιαίτερα χαμηλό 3,7% στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Πράγματι, ενώ αληθεύει ότι το ιδιαίτερα υψηλό ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων στην Ελλάδα αποτελεί (και) «κληρονομιά» της οικονομικής ύφεσης, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, με τη σειρά τους, «δυναμιτίζουν» τη μελλοντική ανάπτυξη της χώρας μας. Και τούτο επειδή «φρενάρουν» τη διαθεσιμότητα κεφαλαίων από τις τράπεζες για νέα επιχειρηματικά/επενδυτικά δάνεια, με αποτέλεσμα οι αναιμικές επενδύσεις να λειτουργούν ανασταλτικά στην οικονομική μας ανάπτυξη. Ταυτόχρονα, δε, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια αποτελούν «βραχνά» για την ευρωστία των ελληνικών τραπεζών. Αυτό σίγουρα ανησυχεί τους διεθνείς επενδυτές οι οποίοι, στον βαθμό που αποφασίσουν να επενδύσουν στην ελληνική οικονομία, θα χρειαστούν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, να προβούν σε συναλλαγές (και) με τις ελληνικές τράπεζες.

Η επιτάχυνση της αντιμετώπισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων θα συμβάλει και στον στόχο του κ. Μητσοτάκη για επιστροφή της Ελλάδας στην επενδυτική βαθμίδα εντός 18 μηνών, κάτι που με τη σειρά του θα προϊδεάσει θετικά τους διεθνείς επενδυτές. Πράγματι, νέα μελέτη του γράφοντος (με τον Περικλή Μπουμπάρη από το Πανεπιστήμιο του Liverpool και τον Θεόδωρο Παναγιωτίδη από το Πανεπιστήμιο της Μακεδονίας), η οποία μόλις δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδική International Review of Financial Analysis, «δείχνει» πρωταρχικό ρόλο στην αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων προκειμένου να βελτιωθεί άμεσα η πιστοληπτική ικανότητα της χώρας μας.

Εκείνο όμως που θα βοηθήσει την Ελλάδα να επιστρέψει σε ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης είναι η μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων (3,5% μέχρι το 2022 και 2% για τα επόμενα 40 έτη) σε χαμηλότερα πρωτογενή πλεονάσματα, έτσι ώστε η οικονομία να «αναπνεύσει». Εδώ λοιπόν τίθεται θέμα αξιοπιστίας του κυβερνητικού σχήματος το οποίο ο κ. Μητσοτάκης θα επιλέξει. Οι εταίροι μας δεν πρόκειται να συναινέσουν σε χαμηλότερα πρωτογενή πλεονάσματα χωρίς να διαπιστώσουν «δείγματα γραφής» της νέας κυβέρνησης. Με άλλα λόγια, το 3,5% πλεόνασμα δεν θα αλλάξει τουλάχιστον μέχρι οι εταίροι μας να διαπιστώσουν ότι ο κ. Μητσοτάκης έχει τη βούληση να ξεφύγει από τις μίζερες πρακτικές (και) του (πρόσφατου) παρελθόντος. Μια επιλογή «άφθαρτων» κυβερνητικών στελεχών θα αποτελέσει ένα πρώτο και πειστικό δείγμα γραφής!

* Ο κ. Κώστας Μήλας είναι καθηγητής και πρόεδρος του Ερευνητικού Τομέα στο Τμήμα Χρηματοοικονομικών και Λογιστικής, University of Liverpool.

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα »

Τρίτη 7 Μαΐου 2019

Τι καθυστερεί την αποκλιμάκωση της ανεργίας


6/5/2019

Του Κώστα Μήλα*

Το μεγαλύτερο πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας δυστυχώς παραμένει το υψηλότατο ποσοστό ανεργίας. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΔΝΤ, η ανεργία κατέγραψε 19,6% το 2018 και αναμένεται να μειωθεί με ιδιαίτερα αργό ρυθμό στο 13,6% το 2024. Με άλλα λόγια, πέντε έτη από... σήμερα, το ποσοστό ανεργίας θα παραμένει σε υψηλότερο επίπεδο από το 12,7% που είχε καταγράψει η οικονομία μας το... 2010.

Οι παραπάνω εξαιρετικά απαισιόδοξες εκτιμήσεις είδαν το φως της δημοσιότητας αφότου η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ είχε ανακοινώσει την αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 10,92%, από τα 586 στα 650 ευρώ. Εδώ λοιπόν τίθεται επιτακτικά το ακόλουθο ερώτημα: Μπορεί η γενναιόδωρη αύξηση του κατώτατου μισθού να εξηγήσει, και σε ποιο βαθμό, την αργή αποκλιμάκωση την ανεργία στη χώρα μας;

Ο γράφων, με πρόσφατο άρθρο του στο έγκυρο blog της «Καθημερινής», εξέφρασε την (όχι και τόσο δημοφιλή) άποψη ότι η ελληνική οικονομία δεν μπορεί, στην παρούσα χρονική στιγμή, να αντέξει αύξηση του κατώτατου μισθού άνω του 1,2%. Σημείωνα, μάλιστα, ότι η αύξηση του 1,2% (αντί του 10,92% που ανακοινώθηκε) είναι συμβατή με το σημερινό επίπεδο (α) του γενικού μισθού (ο οποίος, με τη σειρά του, είναι συνάρτηση της παραγωγικότητας), (β) της ανταγωνιστικότητας τιμών και (γ) του υψηλού ποσοστού ανεργίας στην οικονομία μας.

Αποτελεί, όμως, η αύξηση του κατώτατου μισθού την υπ’ αριθμόν 1 απειλή για την ανεργία στην Ελλάδα του σήμερα; Το ερώτημα είναι εύλογο και δεν νομίζω ότι έχει, μέχρι σήμερα, απαντηθεί. Ανατρέχω στα ιστορικά στοιχεία της ελληνικής οικονομίας προκειμένου να αποτιμήσω την επίδραση στις μεταβολές της ανεργίας από τους ακόλουθους οικονομικούς παράγοντες: (α) τη μεταβολή στο 10ετές spread δανεισμού μεταξύ των ελληνικών και γερμανικών ομολόγων, ως εύλογο μέτρο πολιτικής/επενδυτικής αβεβαιότητας (με αυξητική επίδραση), (β) τη μεταβολή των επενδύσεων ως ποσοστό του ΑΕΠ (με αρνητική επίδραση) και (γ) την απόκλιση του κατώτατου μισθού από τις πραγματικές «αντοχές» της οικονομίας, ήτοι μισθοί, ανταγωνιστικότητα και ανεργία (με αυξητική επίδραση).

Το μοντέλο, το οποίο συνίσταται στη χρήση «standardised coefficients», μου δίνει τη δυνατότητα να αξιολογήσω ποιος οικονομικός παράγοντας ασκεί μεγαλύτερη επιρροή στην ελληνική ανεργία. Πράγματι, μεγαλύτερη βαρύτητα στις εξελίξεις στο «μέτωπο» της ανεργίας διαθέτει το προϋπάρχον επίπεδο ανεργίας. Και τούτο επειδή δεν μπορείς «διά μαγείας» να μειώσεις το ποσοστό ανεργίας από το 19,6% σήμερα στο (για παράδειγμα) 10% αύριο! Ακολουθεί, από άποψη βαρύτητας, η πολιτική αβεβαιότητα. Σημειώνω, επιπλέον, ότι η πολιτική αβεβαιότητα διαθέτει βαρύτητα 1,5 φορές παραπάνω από τον κατώτατο μισθό και 3,5 φορές παραπάνω από τις επενδύσεις ως προς την εξέλιξη της ανεργίας στην Ελλάδα!

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι, για να μπορέσουμε να «χτυπήσουμε» την ανεργία στη... «ρίζα», προέχει η ταχεία αποκλιμάκωση του πολιτικού ρίσκου, κάτι το οποίο θα δώσει τη δυνατότητα στις ελληνικές επιχειρήσεις να δανείζονται φθηνότερα. Το 10ετές spread, αν και έχει μειωθεί από το 4,20% στις αρχές του 2019 στο 3,26% σήμερα, παραμένει εννέα (!) φορές υψηλότερα από το 0,36% της προ κρίσεως εποχή (στις αρχές του 2008). Το φθηνό κόστος δανεισμού αφενός θα «απορροφήσει» την αύξηση του μισθολογικού κόστους, το οποίο θα προκύψει από την αύξηση του κατώτατου μισθού· αφετέρου δε θα «τρέξει» τις πολυπόθητες επενδύσεις. Με άλλα λόγια, το κατ' εξοχήν πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας είναι πολιτικό. Μπορεί άραγε η παρατεταμένη και «άτυπη» προεκλογική περίοδος (μέχρι και το φθινόπωρο του 2019) να συμβάλει σε ευρεία αποκλιμάκωση του πολιτικού ρίσκου;

* Ο κ. Κώστας Μήλας είναι καθηγητής και πρόεδρος του ερευνητικού τομέα στο Τμήμα Χρηματοοικονομικών και Λογιστικής, University of Liverpool.

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα »

Τετάρτη 29 Αυγούστου 2018

Να μην φοβηθούμε το κονταροκτύπημα με τους «Δραχμοφρουρούς»


17/2/2017

Μετά την είσοδο μας στο «δίχτυ ασφαλείας» της Τρόικα, βρεθήκαμε, καλώς ή κακώς, μπροστά σε συνεχείς αξιολογήσεις. Επειδή όμως αλλεπάλληλες κυβερνήσεις φοβούνται το πολιτικό κόστος, καμμία αξιολόγηση δεν κλείνει στην ώρα της. Αφού λοιπόν δεν θέλουμε να τιμήσουμε την υπογραφή μας (πάρε για πάραδειγμα ότι στην εν εξελίξει αξιολόγηση μόνο το 1/3 των συμφωνημένων έχει πραγματοποιηθεί), οι της Τρόικα απαντάνε ζητώντας (και παράλογα) μέτρα (όπως 3,5% πρωτογενές πλεόνασμα) για σειρά ετών μετά το...2018.

Το «χιλιοπαιγμένο» αυτό έργο οδηγεί σε απελπισία τον έλληνα πολίτη και δίνει πρόσφορο έδαφος στους «Δραχμοφρουρούς» οι οποίοι, γνωρίζοντας βέβαια ότι το βραχυπρόθεσμο σοκ από μια επιστροφή στην Δραχμή θα είναι καταστροφικό, μας δηλώνουν ότι η Δραχμή θα ωφελήσει...μακροπρόθεσμα.

Δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να αποφύγουμε το κονταροκτύπημα με τους «Δραχμοφρουρούς». Ας κοιτάξουμε, για παράδειγμα τι συνέβηκε, από ιστορική άποψη, στον ρυθμό ανάπτυξης του ΑΕΠ, την ανταγωνιστικότητα τιμών (σε πραγματικούς όρους), το πολιτικό/επενδυτικό ρίσκο (ήτοι spread μεταξύ των ελληνικών 10-ετών και των αντίστοιχων γερμανικών ομολόγων) και τον δείκτη κυβερνητικής αποτελεσματικότητας (που καταγράφει τις διαρθρωτικές αλλαγές). Η μείωση του δείκτη ανταγωνιστικότητας τιμών (από την βάση δεδομένων της Bank of International Settlements) υποδηλώνει βελτίωση της ανταγωνιστικής μας εικόνας.


Σε μακροχρόνιο ορίζοντα (από το 1964 μέχρι και σήμερα), και χωρίς να κουράσω με τεχνικές λεπτομέρειες, η ανάπτυξη σχετίζεται θετικά με την ανταγωνιστικότητα και τις διαρθρωτικές αλλαγές και (βέβαια) αρνητικά με το πολιτικό/επενδυτικό ρίσκο.

Από στατιστική άποψη, το επενδυτικό ρίσκο και οι διαρθρωτικές αλλαγές επηρεάζουν την ανάπτυξη πολύ περισσότερο από την ανταγωνιστικότητα τιμών. Από το Γράφημα, οι υποτιμήσεις του νομίσματος (επί Ανδρέα Παπανδρέου το 1983 και το 1985) δεν αντέστρεψαν την μείωση της ανταγωνιστικότητας. Έλα όμως που, επί Μνημονίων, η ανταγωνιστικότητα βελτιώθηκε!

Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η υποτίμηση του εθνικού νομίσματος, την οποία προκρίνουν οι «Δραχμοφρουροί» ως πανάκεια για βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και επιστροφή σε ισχυρή ανάπτυξη, δεν αποτελεί «βιώσιμη» λύση για έξοδο από την οικονομική μας μιζέρια.

Η λύση περνάει μέσα από την κατάρρευση του πολιτικού/επενδυτικού ρίσκου και τις διαρθρωτικές αλλαγές (οι οποίες βέβαια ωφελούν και την ανταγωνιστικότητα). Μπορούν, οι «Δραχμοφρουροί», να μας πείσουν ότι, σπάζοντας τα δεσμά της Τρόικα, η επιστροφή στο εθνικό νόμισμα θα συνδυασθεί με επίσπευση διαρθρωτικών αλλαγών και κατάρρευση του πολιτικού ρίσκου; Όχι βέβαια! Γιατί απλούστατα, η επιστροφή στη Δραχμή θα αποτελέσει θρίαμβο των γνωστών παθογενειών του ελληνικού πολιτικού συστήματος που ευθύνονται για όσα τραγικά συμβαίνουν σήμερα στη χώρα μας!

Επειδή όμως (εάν και εφόσον κλείσει η αξιολόγηση) θα ακολουθήσουν...νέες δραματικές αξιολογήσεις, είναι μαθηματικά βέβαιο ότι οι «Δραχμοφρουροί» θα πολλαπλασιάσουν τις φωνές τους έτσι ώστε ενδεχομένως κάποια στιγμή να τεθεί το δίλημμα «ευρώ ή Δραχμή». Ας κονταροκτυπηθούμε λοιπόν μαζί τους το συντομότερο δυνατόν με σειρά επιχειρημάτων που θα λαμβάνουν υπόψιν (και) τα παραπάνω!

O κ. Κώστας Μήλας είναι καθηγητής και Πρόεδρος του Ερευνητικού Τομέα στο Τμήμα Οικονομικών, Χρηματοοικονομικών και Λογιστικής, University of Liverpool.

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα »

Παρασκευή 2 Φεβρουαρίου 2018

Η «παγίδα» του κατώτατου μισθού


2/2/2018

Του Κώστα Μήλα*

Η κυβέρνηση επανέρχεται στο θέμα αύξησης, εντός του 2018, του κατώτατου μισθού από τα 586 ευρώ σήμερα σε κάποιο απροσδιόριστο, προς το παρόν, επίπεδο. Υπενθυμίζω ότι και το 2015 η κυβέρνηση είχε μιλήσει για πιθανή αύξηση και μάλιστα στα 751 ευρώ (κάτι το οποίο ίσχυε το 2009). Θα εξηγήσω γιατί η αύξηση του κατώτατου μισθού σήμερα κρίνεται υπεράνω των αντοχών της οικονομίας μας, κάτι που θα ανατρέψει την όποια προσπάθεια αποκλιμάκωσης της ανεργίας.

Δεν είμαι βέβαιος εάν η κυβέρνηση έχει σκεφτεί με προσοχή την (όποια) αύξηση στον κατώτατο μισθό. Ο κατώτατος μισθός επηρεάζεται από τα economic fundamentals: θετικά από το γενικό επίπεδο μισθών και την ανταγωνιστικότητα τιμών και αρνητικά από την αύξηση της ανεργίας. Το Γράφημα καταγράφει την απόκλιση του κατώτατου μισθού από τις αντοχές της οικονομίας μας (%) από το 1971 μέχρι σήμερα μαζί με τις μεταβολές στο ποσοστό ανεργίας. Παρατηρούμε τα ακόλουθα:

Σημείωση: Οι ποσοτικές μου εκτιμήσεις για την απόκλιση του κατώτατου μισθού αποτελούν τον μέσο όρο εκτιμήσεων από 3 μοντέλα (βάσει της οικονομετρικής μεθόδου Fully Modified Ordinary Least Squares για μακροχρόνιες σχέσεις) στα οποία ο κατώτατος μισθός είναι συνάρτηση του γενικού μισθού, της ανταγωνιστικότητας τιμών και του ποσοστού ανεργίας. Για την ανταγωνιστικότητα, χρησιμοποιούμε 3 διαφορετικούς ορισμούς/μεταβλητές: τις τιμές εισαγωγών/εγχώριες τιμές, τον δείκτη ανταγωνιστικότητας βάσει του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή σε 49 οικονομίες σε σχέση με την Ελλάδα (από τη βάση δεδομένων του ΟΟΣΑ), και τον δείκτη πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας για 27 χώρες (από τη βάση δεδομένων της Bank of International Settlements).

1. Μεγάλες αυξήσεις στον κατώτατο μισθό, οι οποίες υπερβαίνουν τις αντοχές της οικονομίας μας, δυστυχώς οδηγούν σε μεγάλη αύξηση της ανεργίας. Για παράδειγμα, ο κατώτατος μισθός αυξήθηκε, το 1982, μέχρι και 13,4% όταν η κυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου προχώρησε σε αυξήσεις μισθών που ήταν υπεράνω των πραγματικών δυνατοτήτων της οικονομίας. Η «αδικαιολόγητη» αυτή αύξηση επιτάχυνε την αύξηση της ανεργίας.

2. Το 2009, ο κατώτατος μισθός βρέθηκε 4,3% πάνω από τις αντοχές της οικονομίας, κάτι το οποίο επίσης συνέβαλε σε «απογείωση» της ανεργίας. Το 2009 αποτελεί ενδιαφέρον έτος και τούτο επειδή η κυβέρνηση προανήγγειλε το 2015 (και μετά το... ξέχασε) την επαναφορά του κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ του 2009! Το Γράφημα μας ενημερώνει ότι το συγκεκριμένο μισθολογικό επίπεδο δεν είναι ορθό, καθώς τα 751 ευρώ ήταν ήδη υπεράνω των δυνατοτήτων της οικονομίας μας.

3. Ο κατώτατος μισθός υστέρησε κατά 6,3% το 2012, κατά 2,2% το 2013 και κατά 0,7% το 2014, αντιστοίχως, των δυνατοτήτων της οικονομίας. Ομως, ο κατώτατος μισθός υπερέβη κατά 0,9% το 2016 και κατά 1,4% το 2017 τις αντοχές μας. Καθώς λοιπόν το 2017 «έκλεισε» με τον κατώτατο μισθό κατά 1,4% υπεράνω των οικονομικών μας αντοχών, η ελληνική οικονομία δεν μπορεί να αντέξει άμεσα, από τις αρχές του 2018 δηλαδή, μεγάλη αύξηση του κατώτατου μισθού η οποία, όπως φαίνεται και από το Γράφημα, θα «ναρκοθετούσε» την αποκλιμάκωση της ανεργίας από το ήδη απαγορευτικό επίπεδο του 21%. Τι σημαίνουν όλα αυτά; Καλό θα ήταν η κυβέρνηση να μην ξεκινήσει το 2018 με ένα «άστοχο» οικονομικό μέτρο. Λέγεται ότι ο Αλέξης Τσίπρας «αντιγράφει» τον Ανδρέα Παπανδρέου. Ας μην επαναλάβει ο κ. Τσίπρας το λάθος του 1982 όταν ο κατώτατος μισθός αυξήθηκε υπερβολικά και μετά «τρέχαμε», το 1983 και το 1985, να υποτιμήσουμε τη δραχμή μήπως και ανακάμψει η ανταγωνιστικότητά μας. Βέβαια, εντός του ευρώ δεν υπάρχει δυνατότητα υποτίμησης του νομίσματος, αλλά η απώλεια εμπιστοσύνης στην ελληνική οικονομία θα εκδηλωθεί με μεγάλη πίεση στο spread δανεισμού μας το οποίο, υποτίθεται, προσπαθούμε να μειώσουμε...

* Ο κ. Κώστας Μήλας είναι καθηγητής και πρόεδρος του Ερευνητικού Τομέα στο Τμήμα Οικονομικών, Χρηματοοικονομικών και Λογιστικής, University of Liverpool.

Πηγή


Διαβάστε περισσότερα »

Σάββατο 6 Ιανουαρίου 2018

Κυνήγι μαγισσών οι επενδύσεις;


18/12/2017

Του Κώστα Μήλα*

Όσο η κυβερνητική αποτελεσματικότητα παραμένει χαμηλή, κάτι το οποίο φαίνεται και από τις συνεχόμενες κυβερνητικές παλινωδίες στο θέμα των «εμβληματικών» επενδύσεων στις Σκουριές ή στο Ελληνικό, τόσο θα απομακρύνεται το όποιο επενδυτικό boom στην Ελλάδα.

Ο κ. Τσίπρας ίσως πιστεύει ότι το μεγάλο πρόβλημα της Ελλάδας είναι η έλλειψη «κοινωνικού μερίσματος» (sic) και για τον συγκεκριμένο λόγο στοχεύει σε «υπερπλεονάσματα» τα οποία μετά «βαΐων και κλάδων» διανέμει μέσω διαγγελμάτων στις οικονομικά ασθενέστερες τάξεις. Πόσο πολύ μου προξενεί εντύπωση ότι η κυβέρνηση χρησιμοποιεί καπιταλιστικούς όρους (ήτοι το «μέρισμα») τους οποίους όμως...προσαρμόζει στην αριστερή της «κοινωνική» ιδεολογία! Με τον τρόπο αυτό όμως, δεν πρόκειται δυστυχώς να ενισχυθεί με βιώσιμο τρόπο η πολυπόθητη ανάπτυξη.

Περισσότερο ορθολογική πολιτική θα αποτελούσε η ενίσχυση των επενδύσεων, η οποία καθηλωμένη σήμερα στο 10,8% του ΑΕΠ, θα επιστρέψει (σύμφωνα με το ΔΝΤ) με ρυθμό «χελώνας» στα επίπεδα του 2011 (ήτοι 15,1%) μόνο το... 2022. Πώς λοιπόν θα μπορούσε η κυβέρνηση να συμβάλει στην αύξηση των επενδύσεων;

Ξεκινάμε από την οικονομική παραδοχή ότι οι επενδύσεις (ως ποσοστό του ΑΕΠ) επηρεάζονται θετικά από τη βελτίωση του δείκτη κυβερνητικής αποτελεσματικότητας και αρνητικά τόσο από την αύξηση του συντελεστή φορολογίας των επιχειρήσεων όσο και από την αύξηση της επενδυτικής αβεβαιότητας (την οποία προσεγγίζουμε από τη διαφορά απόδοσης ή spread μεταξύ των 10ετών ελληνικών και των αντίστοιχων γερμανικών ομολόγων).

Ο δείκτης κυβερνητικής αποτελεσματικότητας (government effectiveness index), από τη βάση δεδομένων της World Bank, μας κατατάσσει, μεταξύ 215 κρατών, πολύ χαμηλότερα από τις υπόλοιπες χώρες της ευρωζώνης ως προς την ποιότητα των παρεχόμενων δημοσίων υπηρεσιών και τον βαθμό ανεξαρτησίας του κρατικού μηχανισμού από πολιτικές πιέσεις. Ο δε συντελεστής φορολογίας των επιχειρήσεων, ευρισκόμενος στο 29% σήμερα υπερβαίνει κατά 5 ολόκληρες ποσοστιαίες μονάδες τον μέσο όρο 35 χωρών του ΟΟΣΑ. Επιπλέον, το 10ετές spread, ευρισκόμενο σήμερα στο 4,03%, παραμένει 3 φορές μεγαλύτερο από εκείνο των υπόλοιπων χωρών της ευρωπαϊκής περιφέρειας. Το δε spread (στο κόστος δανεισμού) μεταξύ των ελληνικών επιχειρήσεων και των επιχειρήσεων στην ευρωζώνη, ευρισκόμενο στο 3,0% σήμερα, εξακολουθεί και επηρεάζεται τα μέγιστα από το spread μεταξύ των ελληνικών και γερμανικών κρατικών ομολόγων.

Για όσους δε πιστεύουν ότι η επιστροφή στην κανονικότητα θα οδηγήσει σε κατάρρευση του (κρατικού) spread, αναφέρω ότι εάν η κανονικότητα του κ. Τσίπρα «καλύπτει» και τα χρόνια παντοδυναμίας του... προσφάτως προσφιλούς του ηγέτη Ανδρέα Παπανδρέου, ο μέσος όρος του ελληνικού spread (από το 1981 μέχρι το 2007) ήταν κάπως υψηλότερος στο 4,4%.

Το ενδιαφέρον ερώτημα που δεν έχει όμως ακόμα απαντηθεί, είναι το ακόλουθο: ποιος παράγοντας συμβάλλει τα μέγιστα σε ενδεχόμενο επενδυτικό boom στη χώρα μας; Για να «αποκωδικοποιήσω» την επίδραση των προαναφερθέντων παραγόντων, εκφράζω τις εκτιμηθείσες οικονομετρικές επιδράσεις βάσει στατιστικών στοιχείων της τελευταίας 20ετίας σε «τυποποιημένους συντελεστές». Πρόκειται για μια στατιστική μέθοδο η οποία οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι επενδύσεις στην Ελλάδα στηρίζονται κατά κύριο λόγο στη βελτίωση της κυβερνητικής αποτελεσματικότητας με περίπου διπλάσιο ειδικό βάρος σε σχέση με τη μείωση του συντελεστή φορολογίας των επιχειρήσεων και περίπου τριπλάσιο ειδικό βάρος σε σχέση με τη μείωση του επενδυτικού ρίσκου.

Τι σημαίνουν από πρακτική άποψη τα παραπάνω προκειμένου να μην καταλήξουν... κυνήγι μαγισσών οι επενδύσεις;

1. Όσο η κυβερνητική αποτελεσματικότητα παραμένει χαμηλή, κάτι το οποίο φαίνεται και από τις συνεχόμενες κυβερνητικές παλινωδίες στο θέμα των «εμβληματικών» επενδύσεων στις Σκουριές ή στο Ελληνικό, τόσο θα απομακρύνεται το όποιο επενδυτικό boom στην Ελλάδα.

2. Αντί κοινωνικών μερισμάτων, τα οποία προφανώς επιτυγχάνονται και με την υπερφορολόγηση των ελληνικών επιχειρήσεων, καλό θα ήταν να μειωθεί (έστω και με αργούς ρυθμούς) ο συντελεστής φορολογίας των επιχειρήσεων σε επίπεδα «συμβατά» με τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ έτσι ώστε να αυξηθούν τα οικονομικά κίνητρα για επενδύσεις.

3. Ίσως ο κ. Τσίπρας να «επενδύει» στην αποκλιμάκωση του κρατικού spread μέσω αλλεπάλληλων «πιλοτικών» εξόδων στις διεθνείς αγορές.

Όπως εξήγησα παραπάνω όμως, δυστυχώς η συγκεκριμένη μείωση του επενδυτικού ρίσκου διαθέτει πολύ μικρότερο ειδικό βάρος στις όποιες αποφάσεις των επίδοξων επενδυτών.

Σημειώνω επιπλέον ότι οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου (σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ) μειώθηκαν το τρίτο τρίμηνο του 2017 κατά 8,5% σε ετήσια βάση έναντι ετήσιας αύξησης κατά 1% το δεύτερο τρίμηνο του 2017. Και τούτο παρά το ότι, για το δεύτερο τρίμηνο του 2017, η ΕΛΣΤΑΤ είχε αρχικά εκτιμήσει αισθητή μείωση των ακαθάριστων επενδύσεων παγίου κεφαλαίου κατά 4,6%! Εδώ λοιπόν τίθεται επιτακτικά το ακόλουθο ερώτημα: όταν αδυνατούμε να μετρήσουμε με κάποια στοιχειώδη (ή έστω σχετική) ακρίβεια το πώς κινούνται οι επενδύσεις στη χώρα μας, πώς έχουμε την «απαίτηση» να προσελκύσουμε περαιτέρω επενδύσεις;

* Ο κ. Κώστας Μήλας είναι καθηγητής και πρόεδρος του Ερευνητικού Τομέα στο Τμήμα Οικονομικών, Χρηματοοικονομικών και Λογιστικής, University of Liverpool.

Πηγή

Διαβάστε περισσότερα »

Το οικονομικό μας πρόβλημα σε βάθος εκατονταετίας


25/12/2017

Του Κώστα Μήλα*

Ο ​​κ. Τσίπρας υπόσχεται έξοδο από τα μνημόνια και επιστροφή στην κανονικότητα. Η καλλιέργεια, κατά τη γνώμη μου, της παραπάνω ψευδαίσθησης αγνοεί το οφθαλμοφανές: είτε μας αρέσει είτε όχι, από τη στιγμή που δεν μπορούμε να αποπληρώσουμε από μόνοι τα χρέη μας, βρισκόμαστε, και θα εξακολουθούμε να βρισκόμαστε, υπό καθεστώς συνεχούς επιτήρησης ή/και εποπτείας. Κάτι που φαίνεται και από το ότι έχουμε αποδεχθεί υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα της τάξης του 3,5% μέχρι το 2022 και περίπου 2% από εκεί και μετά, μέχρι και το «σωτήριο» έτος 2060...

Δυστυχώς όμως, οι παραπάνω δεσμεύσεις αγνοούν ότι η ελληνική οικονομία έχει ήδη «λυγίσει». Για να αντιληφθούν οι αναγνώστες και οι αναγνώστριες το οικονομικό πρόβλημα της χώρας μας, παρουσιάζω, στο Γράφημα 1, την οικονομική επίδοση της ελληνικής οικονομίας σε βάθος εκατονταετίας. Τα χρονολογικά στοιχεία προέρχονται από τη βάση δεδομένων της διακεκριμένης καθηγήτριας Carmen Reinhart από το Harvard University.

Η Ελλάδα έχει βιώσει από το 2008 μέχρι σήμερα οκταετή ύφεση με μοναδική εξαίρεση το 2014. Οι εκτιμήσεις του 2017 κάνουν λόγο για ανάπτυξη κοντά στο 1,6% ενώ το ΔΝΤ εκτιμά ότι, όταν με το καλό φτάσουμε στο 2022, η οικονομία μας σίγουρα θα «κατεβάσει ταχύτητα» αναπτυσσόμενη μόνο κατά 1%.

Κάτι που πρακτικά σημαίνει ότι στον βαθμό που οι παραπάνω προβλέψεις επαληθευθούν, ο γνωστός «δημοσιονομικός κόφτης» θα ενεργοποιείται συνεχώς μήπως και επιτύχουμε τα αλλοπρόσαλλα πρωτογενή πλεονάσματα της τάξης του 3,5% του ΑΕΠ. Αυτό θα συμβεί ανεξάρτητα από το εάν βγούμε ή όχι από τα μνημόνια, όπως ο κ. Τσίπρας αρέσκεται να επαναλαμβάνει...

Θα πρέπει εδώ να επισημάνω ότι η οικονομική «νηνεμία» με τη μορφή ιδιαίτερα χαμηλών προσδοκώμενων ρυθμών ανάπτυξης μέχρι τουλάχιστον και το 2022 απογοητεύει και τούτο επειδή από ιστορική άποψη (ήτοι από το 1914 μέχρι σήμερα) η Ελλάδα έχει επιτύχει μέσο ιστορικό ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 3,2%.

Η σημερινή οικονομική κατάσταση απογοητεύει ακόμα περισσότερο βλέποντας από τα στοιχεία του γραφήματος ότι η Ελλάδα έχει στο παρελθόν βιώσει τέσσερα έτη οξείας ύφεσης στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, δύο έτη σχετικά «μικρής» ύφεσης μετά το Κραχ του 1929 και, βέβαια, οκτώ έτη βαθιάς ύφεσης μόλις πριν αλλά και κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Αυτό που δηλαδή μαθαίνουμε από τα ιστορικά στοιχεία της ελληνικής οικονομίας είναι ότι η διάρκεια (αν και όχι το μέγεθος) της ύφεσης από το 2008 μέχρι σήμερα είναι ανάλογη εκείνης που ζήσαμε στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου!

Εδώ λοιπόν επανέρχεται το πραγματικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας το οποίο εξακολουθεί να μας... καταδιώκει: το ελληνικό χρέος, για το οποίο υπάρχουν στοιχεία από το 1884 και μετά, παραμένει εξαιρετικά υψηλό (βλέπε πάλι το Γράφημα 1) (Πηγή).

Μάλιστα, το ΔΝΤ εκτιμά ότι από το 180,17% του ΑΕΠ το 2017, το χρέος θα αυξηθεί στο 184,48% του ΑΕΠ το 2018 και μετά θα μειωθεί κάπως, παραμένοντας, όμως, άνω του 160% του ΑΕΠ μέχρι και το 2022 (Πηγή).

Η ουσία λοιπόν του προβλήματος παραμένει ότι όσο το χρέος μας κρίνεται μη βιώσιμο, άλλο τόσο αλλεπάλληλες ελληνικές κυβερνήσεις θα καταλήγουν... μη βιώσιμες και τούτο επειδή θα καταρρέουν λόγω της ανάγκης λήψης νέων υφεσιακών μέτρων μήπως και, με μαγικό τρόπο, το χρέος μας «επιστρέψει» σε «βιώσιμο».

Σε κάθε περίπτωση, η γενική εκτίμηση είναι ότι το 2018 θα ξεκινήσουν συζητήσεις για την απομείωση του ελληνικού χρέους βάσει (και) της «γαλλικής πρότασης», σύμφωνα με την οποία η αποπληρωμή του χρέους θα αυξάνει όσο ενισχύεται ο ρυθμός οικονομικής μας ανάπτυξης.

Μακάρι να σφάλλω, αλλά μια τέτοια πρόταση θα παρουσιάσει μεγάλη δυσλειτουργία. Και τούτο επειδή υπάρχει ένα μη αμελητέο πρόβλημα με τη μέτρηση του ρυθμού ανάπτυξής μας.

Πράγματι, με βάση τα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, η χώρα μας κατέγραψε ετήσιο ρυθμό αύξησης 1,3% το τρίτο τρίμηνο του 2017 σε σχέση με ετήσια αύξηση 1,6% το δεύτερο τρίμηνο του 2017 (Πηγή).

Να σημειωθεί όμως ότι οι παραπάνω εκτιμήσεις αναθεωρούν με ιδιαίτερα αισθητό τρόπο (και προς το καλύτερο) την ετήσια ανάπτυξη 0,8% που προέβλεπε η ΕΛΣΤΑΤ προηγουμένως για το δεύτερο τρίμηνο του 2017 (Πηγή).

Αφού λοιπόν η αναθεώρηση αλλάζει με τόσο «δραματικό» τρόπο την οικονομική μας επίδοση, το (όποιο) μοντέλο απομείωσης χρέους ως συνάρτηση του ρυθμού οικονομικής μας ανάπτυξης σίγουρα χάνει μεγάλο (;) μέρος της αξιοπιστίας του.

Eάν λοιπόν μπορέσουμε να δώσουμε μεγαλύτερη προσοχή στον τρόπο με τον οποίο καταγράφουμε τις μεταβολές του ΑΕΠ μας, τότε, και μόνο τότε, θα μπορούμε να ευελπιστούμε ότι η πρόταση σύνδεσης χρέους με την ανάπτυξη θα καταστεί λειτουργική, με την έννοια ότι οι μελλοντικές αποπληρωμές χρέους θα ανταποκρίνονται «πλήρως» στις οικονομικές μας δυνατότητες!

* Ο κ. Κώστας Μήλας είναι καθηγητής και πρόεδρος του Ερευνητικού Τομέα στο Τμήμα Οικονομικών, Χρηματοοικονομικών και Λογιστικής, University of Liverpool.

Πηγή


Διαβάστε περισσότερα »

Κυριακή 23 Απριλίου 2017

Ο ρόλος των οίκων αξιολόγησης στην ευρωπαϊκή κρίση και στην Ελλάδα


22/4/2017

Των Κώστα Μήλα*, Θεόδωρου Παναγιωτίδη**, Περικλή Μπουμπάρη***

Το 2010, ο Ευρωπαίος επίτροπος Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο κατακεραύνωνε τους τρεις οίκους αξιολόγησης Moody’s Investor Services, Standard & Poor’s και Fitch Ratings δηλώνοντας ότι υπάρχει έλλειμμα πληροφόρησης για το πώς αξιολογούν τις χώρες της ευρωζώνης και ότι λαμβάνουν αποφάσεις οι οποίες φουσκώνουν το κόστος δανεισμού, χωρίς αυτές οι αποφάσεις να συνάδουν με τα καλούμενα economic fundamentals. Κατόπιν τούτου, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αποφάσισαν να προωθήσουν την ιδέα ενός καινούργιου ευρωπαϊκού οίκου αξιολόγησης που θα βελτιώσει τον ανταγωνισμό στην αγορά των οίκων αξιολόγησης. Και τούτο διότι οι τρεις οίκοι αξιολόγησης, από μόνοι τους, διαθέτουν το εξωφρενικά υψηλό 92,8% μερίδιο αγοράς!

Η ιδέα του νέου οίκου αξιολόγησης δεν έχει (δυστυχώς) ακόμη προχωρήσει. Κατόπιν τούτου, οι τρεις οίκοι αγοράς εξακολουθούν να κυριαρχούν στην αγορά αξιολόγησης, κάτι που κάνει περισσότερο επιτακτική από ποτέ την ανάγκη ανάλυσης του σκεπτικού των αποφάσεών τους. Και τούτο επειδή κάθε υποβάθμιση αυξάνει το κόστος δανεισμού τόσο της χώρας που υποβαθμίζεται όσο και των επιχειρήσεων της χώρας αυτής, με αποτέλεσμα την αποθάρρυνση των επενδύσεων που τόσο πολύ χρειάζεται η μάλλον αναιμική ανάπτυξη στην ευρωζώνη.

Μία νέα εργασία με τίτλο «On Economic Policy Uncertainty and Sovereign Credit Rating Decisions: Panel Quantile Evidence for the Eurozone» καταλήγει στα εξής:

1. Οι αποφάσεις των οίκων αξιολόγησης σχετικά με το ποιοι παράγοντες οδηγούν σε βελτίωση (ή επιδείνωση) της πιστοληπτικής εικόνας στην ευρωζώνη σχετίζονται με το πού βρίσκεται η κάθε χώρα στον πίνακα πιστοληπτικής αξιολόγησης. Για παράδειγμα, οι χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να αναβαθμιστούν εάν βελτιώσουν την ανταγωνιστικότητά τους και προβούν σε διαρθρωτικές αλλαγές οι οποίες θα βελτιώσουν την κυβερνητική τους αποτελεσματικότητα. Από την άλλη πλευρά, χώρες όπως η Γερμανία και η Ολλανδία, οι οποίες διαθέτουν το μέγιστο δυνατό προφίλ αξιολόγησης, διατηρούν τη θέση τους κυρίως επειδή διαθέτουν υψηλότατο κατά κεφαλήν ΑΕΠ, το οποίο λειτουργεί ως δίχτυ ασφαλείας ενάντια σε υποβαθμίσεις!

2. Η αναβλητικότητα, σε συνδυασμό με την έλλειψη συντονισμού των Ευρωπαίων (και γενικότερα της καλούμενης τρόικας) να αντιμετωπίσουν με συγκεκριμένο τρόπο την ευρωπαϊκή κρίση χρέους (αλλά και την ελληνική) ευθύνονται για μεγάλο μέρος των υποβαθμίσεων των GIIPS και της Κύπρου την περίοδο 2008-2013. Η αβεβαιότητα κάπως υποχώρησε μετά τη φράση του Μάριο Ντράγκι (το καλοκαίρι του 2012) «whatever it takes» για να σωθεί το ευρώ.

3. Στην περίπτωση της Ελλάδας, η αύξηση της αβεβαιότητας από την έλλειψη συντονισμού μεταξύ των Ευρωπαίων οδήγησε (στην περίπτωση της Moody’s) σε υποβάθμιση της Ελλάδας κατά 3 ολόκληρες βαθμίδες το 2011, 2012, 2013. Για τη δε Κύπρο, οι αντίστοιχες υποβαθμίσεις ήταν 1, 5, 3 και 3 βαθμίδες. Για τη δε Ισπανία, οι υποβαθμίσεις ήταν κατά τι μικρότερες.

Τι σημαίνουν όλα τα παραπάνω;

Πρώτον, όταν ο Μπαρόζο έκανε κριτική στους οίκους, μάλλον λησμονούσε ότι μεγάλο μερίδιο ευθύνης για τις υποβαθμίσεις έφεραν οι ίδιες οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις!

Δεύτερον, και όσον αφορά το πώς θα βελτιωθεί το προφίλ αξιολόγησης και ειδικά για την Ελλάδα στο μέλλον, η εργασία επισημαίνει ότι μία κοινή γραμμή από πλευρά της τρόικας σε σχέση με το ελληνικό δημοσιονομικό πρόγραμμα, σε συνδυασμό με επιτάχυνση των διαρθρωτικών αλλαγών και βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της Ελλάδας θα εξασφαλίσει τις απαραίτητες πιστοληπτικές αναβαθμίσεις που τόσο χρειάζεται η χώρα μας έτσι ώστε να μειώσει το κόστος δανεισμού της, με αποτέλεσμα την αναθέρμανση των επενδύσεων και της οικονομικής ανάπτυξης γενικότερα. Από την άλλη πλευρά, όπως αναφέρει η εργασία, η όποια απομείωση του ελληνικού χρέους (με βραχυπρόθεσμα/μεσοπρόθεσμα μέτρα) είναι ασφαλώς καλοδεχούμενη, αλλά διαθέτει πολύ μικρότερη βαρύτητα σε σχέση με ανταγωνιστικότητα και διαρθρωτικές αλλαγές ως προς την αναβάθμιση του πιστοληπτικού μας προφίλ!

* Ο κ. Κώστας Μήλας είναι καθηγητής Χρηματοοικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Λίβερπουλ.
** Ο κ. Θεόδωρος Παναγιωτίδης είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.
*** Ο κ. Περικλής Μπουμπάρης είναι διδακτορικός φοιτητής στο Πανεπιστήμιο του Λίβερπουλ.

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα »

Κυριακή 21 Αυγούστου 2016

Πέντε λόγοι για να αποφύγουμε το «κανόνι»


11/7/2015

Των Κώστα Μήλα και Χρυσόστομου Φλωράκη

Καθώς η Αγκελα Μέρκελ και οι λοιποί Ευρωπαίοι μας έδωσαν διορία μέχρι την Κυριακή να έχουμε καταθέσει αξιόπιστες οικονομικές προτάσεις, προκειμένου να αποφύγουμε τη χρεοκοπία και να παραμείνουμε στο ευρώ, καλό θα ήταν να γνωρίζουμε ποιες θα είναι οι οικονομικές συνέπειες μιας χρεοκοπίας για την πατρίδα μας. Εμπειρικές μελέτες έχουν εκτενώς αναλύσει περιστατικά ελεγχόμενης (και μη) χρεοκοπίας στη διάρκεια της μεταπολεμικής περιόδου για να καταλήξουν στα ακόλουθα ενδιαφέροντα συμπεράσματα:

1. Οι διαδικασίες ολοκλήρωσης όλων των παραμέτρων που συνοδεύουν ένα επεισόδιο χρεοκοπίας είναι ιδιαίτερα χρονοβόρες, καθώς διαρκούν τουλάχιστον 4 έτη. Εάν λοιπόν συμβεί το μοιραίο (δηλαδή μία χρεοκοπία), το όλο επεισόδιο κάλλιστα θα μπορούσε να μας «ταλαιπωρήσει» για τουλάχιστον μία 4ετία.

2. Η Ελλάδα αυτή τη στιγμή δεν έχει καμία πρόσβαση στις διεθνείς χρηματοοικονομικές αγορές, καθώς το 10ετές κόστος δανεισμού κινείται στο 18%. Εάν λοιπόν χρεοκοπήσουμε, θα ακολουθήσουμε τη μοίρα άλλων χρεοκοπημένων χωρών, οι οποίες βρήκαν, ως επί το πλείστον, «κλειστή» την πόρτα των αγορών μέχρι και 3 έτη μετά τη χρεοκοπία.

3. Ανεξάρτητα από τη δυνατότητα πρόσβασης στις διεθνείς αγορές, χρεοκοπημένες χώρες βλέπουν το κόστος δανεισμού τους να αυξάνεται, το πρώτο έτος που ακολουθεί τη χρεοκοπία, κατά 400 μονάδες βάσης σε σχέση με το κόστος δανεισμού τους προ χρεοκοπίας. Το δεύτερο έτος που ακολουθεί τη χρεοκοπία, το κόστος δανεισμού, αν και μειώνεται, παραμένει 250 μονάδες βάσης υψηλότερο από το κόστος δανεισμού στην προ χρεοκοπίας περίοδο. Επιπλέον, ο «εφιάλτης της χρεοκοπίας ακολουθεί, από άποψη υψηλού κόστους δανεισμού, τις χρεοκοπημένες χώρες μέχρι και 5 έτη μετά τη χρεοκοπία. Με άλλα λόγια, οι αγορές διαθέτουν «μνήμη ελέφαντα»: δεν ξεχνούν και τιμωρούν ανάλογα.

4. Πολλοί αφελείς πιστεύουν ότι η χρεοκοπία και η επιστροφή στη δραχμή θα οδηγήσουν σε θετική «έκρηξη» τις εξαγωγές μας. Κάθε άλλο! Οι εμπορικές συναλλαγές της χρεοκοπημένης χώρας τιμωρούνται τα μέγιστα. Κατά μέσον όρο, ο υπόλοιπος κόσμος «τιμωρεί», μειώνοντας σημαντικά τις εμπορικές συναλλαγές με τις χρεοκοπημένες χώρες, μέχρι και 8 έτη μετά τη χρεοκοπία.

5. Χώρες οι οποίες χρεοκοπούν ελεγχόμενα, καταγράφουν τη μέγιστη δυνατή ύφεση το ίδιο ακριβώς έτος. Η ελεγχόμενη χρεοκοπία επιβαρύνει την ύφεση του έτους χρεοκοπίας κατά 2 ολόκληρες ποσοστιαίες μονάδες με εκρηκτικές συνέπειες για το επίπεδο ανεργίας το οποίο, στην περίπτωσή μας, είναι (προ χρεοκοπίας) ήδη 26%. Τα πράγματα εξελίσσονται ακόμα χειρότερα για χώρες οι οποίες χρεοκοπούν μη ελεγχόμενα. Αυτές, καταγράφουν ύφεση η οποία καθίσταται οξύτερη το επόμενο έτος της χρεοκοπίας.

Ας έχουν οι κυβερνώντες υπ’ όψιν τους τα παραπάνω, τα οποία συγκλίνουν στο ότι πιθανή χρεοκοπία τις επόμενες ημέρες, ελεγχόμενη ή μη, θα έχει καταστροφικές συνέπειες για την πατρίδα μας.

* Ο κ. Κώστας Μήλας και ο κ. Χρυσόστομος Φλωράκης είναι καθηγητές Χρηματοοικονομικών στο University of Liverpool.

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα »

Πέμπτη 16 Ιουνίου 2016

Λάθος δημοσιονομική προσαρμογή;



19/5/2016

Του Κώστα Μήλα

Κάθε φορά που το ΔΝΤ προτείνει κάποιο είδος «κουρέματος» στο ελληνικό χρέος, σπεύδει ο Wolfgang Schäubleνα το απορρίψει. Η τελευταία πρόταση του ΔΝΤ, την οποία δημοσίευσε η WallStreetJournal, προτείνει τα ευρωπαϊκά δάνεια της Ελλάδας να καταστούν ληξιπρόθεσμα σταδιακά τις επόμενες δεκαετίες, από το 2040 έως ακόμα και το 2080. Η πρόταση (αν και «βολικά» εξαιρεί τα δάνεια του ΔΝΤ) έχει λογική. Και τούτο διότι, σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα χρέους της WallStreetJournal, ο εξαιρετικά βραχυπρόθεσμος βρόχος χρέους θα στραγγαλίσει κάθε προσπάθεια ανάκαμψης της οικονομίας.

Αναφέρω ενδεικτικά ότι (ακόμα και εαν αποπληρώσουμε 2,3 δις Ευρώ στην ΕΚΤ τον Ιούλιο 2016), οφείλουμε να αποπληρώσουμε, αρχής γενομένης από τον Φεβρουάριο του 2017, 3 δις Ευρώ στο European Stability Mechanism στις 20 Φεβρουαρίου 2017, 1,4 δις Ευρώ στην ΕΚΤ τον Απρίλιο 2017 και 2,1 δις Ευρώ σε ιδιώτες επενδυτές στις 17 Ιουλίου 2017.

Μπορούμε λοιπόν, στο βαθμό κατά τον οποίο οWolfgang Schäubleκαι οι λοιποί Ευρωπαϊοι «μπλοκάρουν», έστω βραχυπρόθεσμα,το θέμα του χρέους, να καλύψουμε τις δανειακές μας υποχρεώσεις με «δεδομένο» ότι η οικονομία μας αναμένεταινα συρρικνωθεί κατά 0,3% το 2016 (εκτίμηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής) και μετά να επιστρέψει σε ανάπτυξη 2,7% το 2017;

Η απάντηση είναι μάλλον αρνητική αν κρίνω από την προτεραιότητα που δίνει η κυβέρνηση στη δημοσιονομική προσαρμογή μέσω φόρων. Η συλλογιστική μου βασίζεται στην υπάρχουσα βιβλιογραφία και ειδικότερα σε μία νέα εμπειρική ανάλυση που δημοσιεύτηκε στην έκδοση του 2016, του επιστημονικού περιοδικού InternationalEconomics.

Σύμφωνα με την ανάλυση, oι αρνητικές επιπτώσεις της δημοσιονομικής προσαρμογής στην ελληνική οικονομία είναι μεγαλύτερες στην περίπτωση κατά την οποία προτεραιότητα δίνεται στο σκέλος των φόρων αντί εκείνου των δαπανών. Για παράδειγμα, η αύξηση στον ΦΠΑ (η κυβέρνηση προγραμματίζει αύξηση από το 23% στο 24%) έχει άμεση αρνητική επίδραση στις επενδύσεις και το ΑΕΠ. Επιπλέον, επηρεάζει αρνητικά τόσο την επίδοση του ελληνικού χρηματιστηρίου όσο και τον δείκτη οικονομικού κλίματος με τελικό αποτέλεσμα την σημαντική καθυστέρησηστην ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας. Αυτό στην πράξη σημαίνει ότι οι εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για ύφεση 0,3% το 2016 και ανάπτυξη 2,7% το 2017 θα πρέπει πολύ σύντομα να αναιρεθούν προς τα κάτω.

Από την άλλη πλευρά, η δημοσιονομική προσαρμογή με «αιχμή του δόρατος» τις μειώσεις των δαπανών έχει ηπιότερη, και μικρότερης διάρκειας, αρνητική επίπτωση στο ΑΕΠ. Επιπλέον, σε αυτήν την περίπτωση, τόσο ο δείκτης οικονομικού κλίματος, όσο και το χρηματιστήριο, αντιδρούν θετικά με αποτέλεσμα την επιστροφή της ελληνικής οικονομίας σε ανάκαμψη πολύ πιο γρήγορα από την περίπτωση της δημοσιονομικής προσαρμογής μέσω αύξησης φόρων.

Τα παραπάνω σημαίνουν στην πράξη ότι οι προτεραιότητες δημοσιονομικής προσαρμογής της ελληνικής κυβέρνησης θα καθυστερήσουν σημαντικά την επιστροφή στην ανάπτυξη με αποτέλεσμα να χρειαζόμαστε περισσότερο από ποτέ την ελάφρυνση χρέους! Δεν ξέρω εαν αυτό είχε (ως μέσο πίεσης) στο μυαλό της η ελληνική κυβέρνηση αποφασίζοντας την αύξηση των φόρων. Το πρόβλημα, σε αυτήν την περίπτωση όμως, είναι ότι ο (κάθε) Schäubleενδεχομένως να μας πει «μην περιμένετε ελάφρυνση χρέους όταν, από μόνοι σας, προκρίνετε ως βέλτιστη λύση, την χειρότερη δυνατή λύση της αύξησης φόρων».

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα »

Τρίτη 9 Ιουλίου 2013

Εσωτερική υποτίμηση και ανταγωνιστικότητα


25/2/2012

Tου Κωστα Μηλα*

Η συζήτηση για εσωτερική υποτίμηση (αντί της επιστροφής στη δραχμή) «στοχοποιεί», μεταξύ άλλων, μειώσεις μέσων μισθών και κατώτατων μισθών. Κανείς δεν αμφισβητεί ότι η ανάκτηση της ανταγωνιστικότητας είναι απαραίτητη προκειμένου η χώρα να εξέλθει το γρηγορότερο δυνατό από την ύφεση. Το κρίσιμο ερώτημα που τίθεται όμως είναι το εξής: Ποιες είναι οι κύριες συνιστώσες της ανταγωνιστικότητας και ποιο το ειδικό βάρος τής κάθε μιας εξ αυτών; Το ερώτημα αυτό έχει πρακτική απήχηση: Προκειμένου να ληφθούν οι ορθές αποφάσεις που θα οδηγήσουν σε βελτίωση της ανταγωνιστικότητας, πρέπει να γνωρίζουμε την ποσοτική επίδραση των επιμέρους συνιστωσών στην ανταγωνιστικότητα.

Η ανταγωνιστικότητα επηρεάζεται από μετρήσιμους και λιγότερο μετρήσιμους παράγοντες. Στους μετρήσιμους παράγοντες εντάσσεται η παραγωγικότητα της εργασίας, το επίπεδο των μέσων πραγματικών μισθών και ενδεχομένως ο κατώτατος μισθός.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο κατώτατος μισθός επηρεάζει την ανταγωνιστικότητα μέσω της όποιας επιρροής του στην παραγωγικότητα. Στον βαθμό που ο κατώτατος μισθός είναι υψηλός σε σχέση με τον μέσο μισθό, αυξάνονται οι στρεβλώσεις στην αγορά εργασίας. Και τούτο, διότι οι εκπρόσωποι των εργαζομένων πιέζουν για αύξηση των μέσων μισθών υπεράνω της παραγωγικότητας εργασίας με αρνητικές συνέπειες στην ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και την ανεργία. Πολλοί παραβλέπουν ότι, σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ, ο κατώτατος μισθός στην Ελλάδα κινείται σε πτωτικό επίπεδο από το 1960 και μετά. Ενώ στις αρχές του 1960 ο κατώτατος μισθός αντιστοιχούσε περίπου στο 70% του μέσου μισθού, το 1990 αντιστοιχούσε στο 45% του μέσου μισθού, ποσοστό το οποίο μειώθηκε περαιτέρω στο 33% το 2010.

Φοβούμαστε ότι κυβερνώντες και τρόικα, υπό την πίεση των ελλειμμάτων και της πτώσης της ανταγωνιστικότητας, λαμβάνουν μισθολογικές αποφάσεις χωρίς να δίνουν τη δέουσα προσοχή στα ποσοτικά χαρακτηριστικά της ελληνικής οικονομίας. Βάσει ποσοτικών μας εκτιμήσεων (οι οποίες κάνουν χρήση της οικονομετρικής τεχνικής variance decomposition analysis στη διάρκεια των τελευταίων 50 ετών), καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η βελτίωση της παραγωγικότητας εργασίας συνεισφέρει μέχρι και 12% στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας. Ακολουθεί η μείωση των πραγματικών μισθών με ποσοστό 8% και η μείωση του κατώτατου μισθού (σε σχέση με τον μέσο μισθό) με αμελητέα συνεισφορά της τάξης του 2%. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι περίπου 78% της βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας προέρχεται από λιγότερο μετρήσιμους παράγοντες. Αυτοί περιλαμβάνουν την πολυνομία, τη γραφειοκρατία και την πολυπλοκότητα του φορολογικού συστήματος το οποίο αλλάζει κατά βούληση προκειμένου να καλύψει τις εισπρακτικές ανάγκες του κράτους. Οι συνιστώσες αυτές αποτελούν τροχοπέδη στη δημιουργία του κατάλληλου επενδυτικού κλίματος το οποίο θα δημιουργούσε θεμιτές συνθήκες επενδύσεων σε παραγωγικούς τομείς της οικονομίας και αύξησης της ανταγωνιστικότητας. Αντί λοιπόν της ανεξέλεγκτης μείωσης των μισθών η οποία θα επιτείνει την ύφεση, πρέπει να δοθεί αυξημένη βαρύτητα στους «θεσμούς» της ελληνικής οικονομίας.

* Καθηγητής Χρηματοοικονομικών στο University of Liverpool (Μεγάλη Βρετανία)

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα »