Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 1. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 1. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 15 Δεκεμβρίου 2018

Αδιέξοδο για Brexit, αισιοδοξία για Ευρωζώνη


14/12/2018

Η διήμερη συνεδρίαση της ΕΕ με εξαίρεση την ευρωζώνη, όπου λήφθηκαν οι πρώτες αποφάσεις προς τη σωστή κατεύθυνση, χαρακτηρίστηκε από στασιμότητα σε κρίσιμα ζητήματα, όπως το brexit και το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο.

Σε σχέση με τις αλλαγές στην ευρωζώνη η πρώτη απόφαση είναι επί της αρχής, που σημαίνει ότι θα πρέπει να ολοκληρωθεί τους επόμενους μήνες, και αφορά στην πρόβλεψη ενός δημοσιονομικού μέσου, το οποίο θα χρηματοδοτεί δράσεις για τη σύγκλιση των οικονομιών των κρατών - μελών και την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Ο προϋπολογισμός της ευρωζώνης θα ενσωματωθεί στον κοινοτικό, ενώ μέσα στους επόμενους μήνες θα καθοριστεί το μέγεθός του και οι προϋποθέσεις χρηματοδότησης των χωρών - μελών. Η δεύτερη απόφαση προβλέπει καλύτερη αξιοποίηση του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ΕSM), ώστε να διευρυνθεί ο ρόλος του και να μπορεί να δανείζει χώρες που ακολουθούν υγιείς δημοσιονομικές πολιτικές, αλλά οι οικονομίες τους βρίσκονται αντιμέτωπες με κάποιο απρόβλεπτο σοκ. Η στήριξη θα γίνει χωρίς υποχρέωση μνημονίου. Τέλος, ο ΕSM θα αναλάβει να δανείζει και το ευρωπαϊκό ταμείο διάσωσης και εξυγίανσης τραπεζών σε περίπτωση σοβαρής τραπεζικής κρίσης στην ευρωζώνη. Το εν λόγω ταμείο θα χρηματοδοτηθεί από τις ίδιες τις τράπεζες με 55 δις ευρώ, ωστόσο εάν η κρίση είναι μεγάλη και τα χρήματα δεν επαρκούν, θα επεμβαίνει ο ΕΜΣ και θα χορηγεί δάνεια, τα οποία θα του επιστρέφονται στη συνέχεια από τις συνεισφορές των τραπεζών.

Αναφερόμενος στις συζητήσεις για την ευρωζώνη, ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ντόναλντ Τουσκ, εμφανίστηκε ικανοποιημένος υπογραμμίζοντας ότι «πριν από ένα χρόνο είχαμε βάλει στόχο δύο αποφάσεις σε σχέση με τον ESM, οι οποίες λήφθηκαν σήμερα, ενώ ένας τρίτος στόχος, αυτός του προϋπολογισμού, θα πρέπει να οριστικοποιηθεί μέσα στους επόμενους μήνες από το Eurogroup». Λιγότερο ικανοποιημένος ο κ. Γιούνκερ, ο οποίος ναι μεν χαρακτήρισε θετική εξέλιξη τις αποφάσεις, ωστόσο εξέφρασε την άποψη ότι οι αλλαγές δεν προχωρούν με το ρυθμό που θα ήθελε, κυρίως στο ζήτημα του προϋπολογισμού της ευρωζώνης.


Παράταση αδιεξόδου για το Brexit

Σε σχέση με το brexit  οι εξελίξεις ήταν αρνητικές, αφού παρά τις διήμερες συζητήσεις, το θέμα παρέμεινε σε εκκρεμότητα με αποτέλεσμα οι πιθανότητες αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου χωρίς συμφωνία να έχουν αυξηθεί, γιατί οι Ευρωπαίοι αρνούνται να επαναδιαπραγματευθούν τη συμφωνία ΕΕ-Ηνωμένου Βασιλείου της 25ης Νοεμβρίου. Το αδιέξοδο οφείλεται στο καθεστώς της Βόρειας Ιρλανδίας, όπου η συμφωνία προβλέπει μια δικλείδα ασφαλείας, σύμφωνα με την οποία, σε περίπτωση που μέχρι το τέλος του 2020 δεν υπάρξει συμφωνία για τη μελλοντική σχέση της ΕΕ με το Ηνωμένο Βασίλειο, τότε η Βόρεια Ιρλανδία (βρετανική επικράτεια) θα παραμείνει στην ενιαία αγορά, χωρίς να προσδιορίζεται η ακριβής περίοδος. Η συμφωνία αμφισβητείται από πολλούς βουλευτές του κόμματός της κ. Μει, η οποία επιχείρησε στη διάρκεια της συνόδου να προσδιορίσει χρονικά την παραμονή της Βόρειας Ιρλανδίας στην ενιαία αγορά, ωστόσο οι Ευρωπαίοι αρνούνται οποιαδήποτε επαναδιαπραγμάτευση της συμφωνίας.

Πάντως, ο κ. Τουσκ δήλωσε πως θα είναι στη διάθεσή της Τερέζας Μέι για να συζητήσουν, σημειώνοντας, ωστόσο, ότι δεν έχει την εντολή να καλέσει νέα σύνοδο κορυφής για το εν λόγω θέμα, και επανέλαβε ότι δεν είναι δυνατή η επαναδιαπραγμάτευση της συμφωνίας. Ενδεικτικό της σοβαρότητας της κατάστασης είναι και το γεγονός ότι, όπως είπε σήμερα ο κ. Γιούνκερ, την Τετάρτη, 26.12 η Κομισιόν θα δημοσιεύσει έκθεση που θα αναφέρεται στα έκτακτα μέτρα, τα οποία θα ληφθούν στην ΕΕ σε περίπτωση Brexit χωρίς επίτευξη συμφωνίας.

Πηγή Deutsche Welle
Διαβάστε περισσότερα »

Τετάρτη 21 Νοεμβρίου 2018

Έκθεση-σοκ: Ο σημερινός πληθυσμός της Ελλάδας θα μειωθεί κατά 2,5 εκατ. έως το 2050


18/11/2018

Η Ελλάδα γερνάει και συρρικνώνεται... Αυτό είναι το συμπέρασμα έκθεσης ειδικής επιστημονικής επιτροπής που παρουσιάστηκε στη Βουλή.

Οι αιτίες έχουν να κάνουν και με την οικονομική κρίση, ενώ αναμένεται να επιδεινώσουν δραματικά τις προοπτικές βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος.

Σύμφωνα με την έκθεση, η μείωση του πληθυσμού μέχρι το 2050 δεν αναμένεται να ανακοπεί, όποιο κι αν είναι το σενάριο που θα επιλεγεί.

Πιο συγκεκριμένα:

Στο τέλος της επόμενης εικοσαετίας (2035) ο πληθυσμός της Ελλάδας θα είναι από 10,4 έως 9,5 εκατομμύρια, έναντι 10,9 εκατομμύρια το 2015, δηλαδή η μείωση θα είναι από 0,45 έως και 1,4 εκατομμύρια άνθρωποι.

Στο τέλος της περιόδου που εξετάστηκε (2050) ο ελληνικός πληθυσμός θα είναι από 10,0 έως 8,3 εκατομμύρια άνθρωποι, έναντι 10,9 εκατομμυρίων το 2015, δηλαδή μειώσεις σε απόλυτες τιμές από 0,8 έως και 2,5 εκατομμύρια.

Η Ελλάδα γερνάει

Το 2035 το ποσοστό των ανθρώπων άνω των 65 ετών και των άνω των 85 ετών στον συνολικό πληθυσμό αναμένεται να κυμανθεί στο 27 % για τους πρώτους και στο 4,5 % για τους δεύτερους, ενώ τα ποσοστά των νέων θα κυμανθούν από 11,0% έως 12,4% για τους πρώτους και 15,8% - 14,2% για τους δεύτερους..

-Το 2050 το ποσοστό των άνω των 65 ετών και των άνω των 85 ετών στον συνολικό πληθυσμό, που ήταν 20,9 και 2,8% το 2015, αναμένεται να κυμανθεί από 33,1% -30,3% για τους πρώτους και 6,5%-4,9% για τους δεύτερους, ενώ τα ποσοστά των νέων από 14,8% έως 12,0% για τους πρώτους και 19% - 15,4% για τους δεύτερους.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν και οι ρυθμοί αύξησης στο μέλλον των υπερηλίκων (των ατόμων ηλικίας 85+ ) που είναι αυξανόμενοι σε σχέση με αυτήν των 65 ετών και άνω. Το πλήθος των πρώτων, που σχεδόν δεκαπλασιάστηκε ανάμεσα στο 1951 και το 2015, αναμένεται εκ νέου να παρουσιάσει μια σημαντική αύξηση την επόμενη τριακονταπενταετία. Θα υπάρξει, επομένως, μια σημαντική γήρανση όχι μόνον του συνολικού πληθυσμού και του πληθυσμού εργάσιμης ηλικίας, αλλά και των άνω των 65 ετών (μια «γήρανση μέσα στην γήρανση).

- Η γήρανση, επομένως, στην χώρα μας όχι μόνον δεν ανακόπτεται, αλλά οι ρυθμοί της αναμένεται να επιταχυνθούν μέχρι το 2050.

- Η ποσοστιαία μείωση του πληθυσμού στις αποκαλούμενες παραγωγικές ηλικίες και η δυσανάλογη αύξηση του ποσοστού των ηλικιωμένων θέτουν σε άμεσο κίνδυνο, εκτός των άλλων, και τη χρηματοοικονομική βιωσιμότητα του συνταξιοδοτικού συστήματος και του συστήματος υγείας.

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα »

Τετάρτη 14 Νοεμβρίου 2018

Οι μεγάλες εταιρείες σέρνουν τις κυβερνήσεις από τη... μύτη


14/11/2018

Της Sarah O’Connor

Ο ανταγωνισμός για την προσέλκυση επενδύσεων δίνει στις μεγάλες εταιρείες υπερβολική ισχύ. Οι απαιτήσεις για φοροαπαλλαγές και η απειλή της μετακίνησης σε χώρες με χαμηλότερο κόστος. Η μόνιμη ανασφάλεια των εργαζομένων.

Ο Τζιμ Ράτκλιφ είναι ο πλουσιότερος άνθρωπος στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η περιουσία του ξεπερνά τα £21 δις σύμφωνα με την λίστα των Sunday Times για τους πλουσιότερους Βρετανούς. Η Ineos, η χημική εταιρεία του, ανακοίνωσε κέρδη περίπου €2 δις την περασμένη χρονιά. Ωστόσο, μια από τις πιο φτωχές περιοχές στην Αγγλία μόλις προσφέρθηκε να του κατασκευάσει ένα εργοστάσιο.

Δεν είναι το μόνο που προσφέρθηκε να κάνει. Όπως δήλωσε ο δήμαρχος της Τιζ Βάλεϊ στα βορειανατολικά της χώρας, οι αρχές της περιοχής έδωσαν λευκή επιταγή στην Ineos για να την πείσουν να εγκαταστήσει ένα νέο εργοστάσιο αυτοκινήτων στο σημείο όπου βρίσκεται μια παλιά τοπική χαλυβουργία.

Η Ineos είχε αφήσει να διαρρεύσει πως θα επιλέξει ανάμεσα σε αυτή την εγκατάσταση, μια άλλη στο Ηνωμένο Βασίλειο και διάφορες άλλες στην ηπειρωτική Ευρώπη, για την νέα της μονάδα παραγωγής.

«Τους προσφέραμε να καθαρίσουμε την εγκατάσταση και μετά να τους δώσουμε τη γη δωρεάν, για να κατασκευάσουν το εργοστάσιο, μια χρηματική επιχορήγηση £20 εκατ., μια κεφαλαιακή έκπτωση $100 εκατ. για να αντισταθμιστεί ο ετήσιος εταιρικός τους φόρος, μεγάλη μείωση στο κόστος του ρεύματος, χρήματα για να εκπαιδεύσουν εργάτες από την περιοχή, μια γενναιόδωρη έκπτωση φόρου για επενδύσεις στην έρευνα» ανέφερε ο δήμαρχος σε τοπική εφημερίδα.

Ίσως να μην είναι αρκετό: τα τελευταία δημοσιεύματα δείχνουν ότι η Ineos εξετάζει ακόμα διάφορες επιλογές, μεταξύ των οποίων και το εργοστάσιο της Ford στη Νότια Ουαλία.

Ο Σερ Τζιμ, ο οποίος ήταν υπέρμαχος του Brexit, πρέπει ακόμα να αποφασίσει αν θα οικοδομήσει ένα νέο εργοστάσιο χημικών προϊόντων στο Χαλ στο Βορρά της Αγγλίας ή στην Αμβέρσα στο Βέλγιο. Η οικονομική βοήθεια από τη βρετανική κυβέρνηση μπορεί να «γύρει την πλάστιγγα υπέρ του Χαλ», έχει διαμηνύσει η Ineos.

Μπορεί να υποστηρίξει κανείς ότι είναι ορθολογικό για τις εταιρείες να βάζουν τις πόλεις και τις χώρες σε ανταγωνισμό μεταξύ τους για να αποσπάσουν οικονομικά οφέλη: λογοδοτούν πρώτα στους μετόχους τους άλλωστε (στην περίπτωση της Ineos, ο μεγαλύτερος μέτοχος είναι ο ίδιος Σερ Τζιμ). Είναι επίσης κατανοητό ότι μέρη όπως η Τιζ Βάλεϊ κάνουν ότι μπορούν για να διασφαλίσουν θέσεις εργασίας. Οι πέντε τοπικές αρχές που την απαρτίζουν είναι πιο φτωχές από το μέσο όρο και μια εξ αυτών – το Μίντλεσμπρο – είναι η πιο φτωχή στην Αγγλία.

Αλλά είναι σκληρό να βλέπει κανείς ένα από τα πιο ταλαιπωρημένα μέρη της χώρας να προσφέρει εκατομμύρια λίρες από τα χρήματα φορολογουμένων στον πλουσιότερο δισεκατομμυριούχο του Ηνωμένου Βασιλείου (ο οποίος εν τω μεταξύ μετακομίζει στο φορολογικό παράδεισο του Μονακό) και να μην νιώθει ότι κάτι πάει πολύ στραβά.

Στις ΗΠΑ, η Amazon μόλις κατέδειξε την απροκάλυπτη ανισορροπία που υπάρχει ανάμεσα στην ισχύ των εταιρειών και των κυβερνώντων. Την περασμένη χρονιά, όταν ανακοίνωσε πως αναζητά ένα μέρος για να κατασκευάσει το δεύτερο κτίριο των κεντρικών της γραφείων, δημοσίευσε ένα έγγραφο με όλα όσα πρέπει να προσφέρουν οι πόλεις για να έχουν την τύχη να τις επιλέξει.

Εκτός από τις απαιτήσεις της Amazon για καλούς δρόμους, δημόσιες συγκοινωνίες και μορφωμένους κατοίκους (όλα όσα πληρώνονται με φόρους), το έγγραφο εξηγούσε ότι το μέγεθος των «κινήτρων» από τις τοπικές και πολιτειακές κυβερνήσεις θα «αποτελούσε ένα σημαντικό παράγοντα στη διαδικασία λήψης της απόφασης». Ζητούσε εκτεταμένες λεπτομέρειες για τα κίνητρα, αφήνοντας να εννοηθεί ότι οι κυβερνήσεις μπορεί να χρειαστούν περάσουν «ειδική νομοθεσία για τα κίνητρα ώστε η πολιτεία/επαρχία να επιτύχει μια ανταγωνιστική πρόταση».

Δεν είναι μόνο οι κυβερνήσεις που χειραγωγούνται. Όταν τα εργατικά συνδικάτα στο Ηνωμένο Βασίλειο κάνουν μεγάλες παραχωρήσεις σε έναν παγκόσμιο κατασκευαστή -συμφωνώντας για παράδειγμα σε περικοπές συντάξεων ή σε λιγότερο εξασφαλισμένα συμβόλαια για τους νέους υπαλλήλους- το κάνουν γιατί πολλές φορές η εταιρεία έχει απειλήσει πως θα μεταφέρει την παραγωγή σε εργοστάσια χωρών χαμηλότερου κόστους.

Λίγες ημέρες μετά την ψήφο του Ηνωμένου Βασιλείου υπέρ του Brexit στο δημοψήφισμα του 2016, ένας συνάδελφος στους Financial Times πήρε συνέντευξη από εργαζόμενους σε εργοστάσιο της Nissan στο Σάντερλαντ, όπου οι θέσεις εργασίας φαίνονταν επισφαλείς. Η Nissan ήθελε το Ηνωμένο Βασίλειο να παραμείνει στην Ε.Ε., αλλά πολλοί από τους υπαλλήλους είχαν ψηφίσει να αποχωρήσει.

Ένας από αυτούς τους ψηφοφόρους, ο Στιβ, δήλωσε στους F.T. ότι το προσωπικό ζει ούτως ή άλλως κάτω από ένα «μαύρο σύννεφο» πιθανών απολύσεων, από τη στιγμή που το εργοστάσιο βρίσκεται διαρκώς σε ανταγωνισμό με άλλες μονάδες για να εξασφαλίσει την κατασκευή νέων μοντέλων. «Είμαστε όλη την ώρα αντιμέτωποι με την απειλή αυτή. Είναι μια ακόμα απειλή» τόνισε. Η ειρωνεία είναι φυσικά πως η αποχώρηση από την Ε.Ε. πιθανότατα θα καταστήσει τη Βρετανία πιο ευάλωτη στους εκβιασμούς των κυβερνήσεων, καθώς επιχειρεί να διατηρήσει και να προσελκύσει θέσεις εργασίας.

Οι εταιρείες δεν πρέπει να μπουν στον πειρασμό. Μπορεί να είναι προς το στενό συμφέρον των μετόχων, αλλά είναι ώρα να υιοθετήσουν μια πιο ευρεία οπτική. Αντιμετωπίζοντας τις δουλειές των ανθρώπων ως μοχλούς πίεσης και τις πόλεις τους ως κουκκίδες σε έναν εταιρικό χάρτη, οι εταιρείες δημιουργούν στους πολίτες ένα αίσθημα ανασφάλειας που διαβρώνει την στήριξη τους στον καπιταλισμό και την παγκοσμιοποίηση.

Στο τέλος θα πληρώσουν και αυτές το κόστος.

Πηγή

Η πρωτότυπη δημοσίευση εδώ.
Διαβάστε περισσότερα »

Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2018

Ελλάδα: Χρέη προπαππούδων στις πλάτες των δισέγγονων


8/11/2018

Αδύνατη η εξόφληση του υπέρογκου ελληνικού χρέους, εκτιμά σε άρθρο της η TAZ του Βερολίνου. Προς επίρρωση αυτής της θέσης χρησιμοποιεί ένα παράδειγμα από τη γερμανική και ευρωπαϊκή Ιστορία.

Η Tageszeitung εστιάζει στο πρόβλημα του ελληνικού χρέους. «Η Ελλάδα καλείται να αποπληρώσει τα χρέη της έως το 2060. Αυτό δεν πρόκειται να συμβεί», επισημαίνει σε άρθρο της η Ουλρίκε Χέρμαν, οικονομική συντάκτρια της εφημερίδας του Βερολίνου, στηρίζοντας τη θέση της σε συμπεράσματα του κορυφαίου Βρετανού οικονομολόγου Τζον Μέιναρντ Κέινς. «Βρέφη αναλαμβάνουν την ευθύνη για τους προπαππούδες τους», σχολιάζει η Γερμανίδα δημοσιογράφος, υπογραμμίζοντας το βάρος του χρέους που καλούνται να επωμιστούν οι επόμενες γενιές στην Ελλάδα.

«Η Ελλάδα εξαφανίστηκε από τα πρωτοσέλιδα, αλλά στο παρασκήνιο εξακολουθούν να δίνονται μάχες. Τι πρόκειται να γίνει με το υπέρογκο χρέος που έχουν οι Έλληνες. Το ΔΝΤ απαιτεί να διαγραφεί ένα μέρος των δισεκατομμυρίων ευρώ των δανείων. Ωστόσο, κυρίως η Γερμανία παραμένει σκληρή και περιμένει ότι η Ελλάδα θα αποπληρώσει τα χρέη της μέχρι το μακρινό 2060. Παιδιά που δεν έχουν γεννηθεί ακόμη θα κληθούν λοιπόν να αναλάβουν την ευθύνη για τα λάθη των προπαππούδων τους, οι οποίοι θα έχουν τότε πια προ πολλού πεθάνει», σχολιάζει η TAZ και αναφέρει ένα παράδειγμα από τη γερμανική Ιστορία: «Ειδικά οι Γερμανοί θα έπρεπε να γνωρίζουν ότι δεν έχει νόημα από οικονομικής άποψης να ζητεί κανείς αποπληρωμές δανείων που δεν είναι δυνατόν να καταβληθούν. Πριν από 100 χρόνια, το 1918, τελείωσε ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος και μετά οι Γερμανοί κατακεραυνώθηκαν με την υποχρέωση να καταβάλουν πολεμικές επανορθώσεις, οι οποίες οδήγησαν σε καταστροφή».


Τα λάθη στις Βερσαλλίες

Η Γερμανίδα οικονομική συντάκτρια αναφέρει τη Συνθήκη Ειρήνης των Βερσαλλιών, με την οποία η Γερμανία ως ηττημένη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου υποχρεώθηκε να καταβάλει υπέρογκα ποσά στους Συμμάχους, μια απόφαση που είχε εξοργίσει το νεαρό τότε Τζον Μέιναρντ Κέινς, ο οποίος παρέστη τότε στις Βερσαλλίες ως μέλος της βρετανικής αντιπροσωπείας και αποχώρησε σε ένδειξη διαμαρτυρίας. Στη συνέχεια έγραψε στη Μ. Βρετανία το γνωστό του βιβλίο «Οι οικονομικές συνέπειες της ειρήνης», με το οποίο κατέδειξε ότι ήταν αδύνατο να λειτουργήσει μια συνθήκη ειρήνης «που απαιτούσε αστρονομικές επανορθώσεις» από τη Γερμανία, καθότι αυτή απλούστατα δεν ήταν σε θέση να βρει τα απαιτούμενα ποσά. «Οι επανορθώσεις ήταν ένας από τους λόγους για τους οποίους μπόρεσε να αναλάβει την εξουσία ο Αδόλφος Χίτλερ το 1933», σημειώνει η TAZ.

Η Γερμανίδα δημοσιογράφος επισημαίνει ότι η σημερινή κατάσταση σαφώς δεν συγκρίνεται σε πολιτικό επίπεδο με τις συνθήκες που επικρατούσαν μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, «ωστόσο από οικονομικής άποψης η Ελλάδα βρίσκεται στην ίδια παγίδα που είχε εγκλωβιστεί η Γερμανία το 1919, όταν κλήθηκε να καταβάλει επανορθώσεις. Ο Κέινς είχε τότε διαπιστώσει το κύριο πρόβλημα: Όποιος καλείται να εξυπηρετήσει εξωτερικό χρέος χρειάζεται εξαγωγικό πλεόνασμα. Η Ελλάδα δεν διαθέτει τέτοιο. Ως εκ τούτου θα ήταν λογικό να διαγραφεί σε μεγάλο βαθμό το ελληνικό χρέος και να δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία στους Έλληνες. Διότι τα δάνεια έχουν έτσι κι αλλιώς χαθεί ανεπιστρεπτί».

Πηγή Deutsche Welle
Διαβάστε περισσότερα »

Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2018

«Μοιραίες οι λάθος εκτιμήσεις για την πολιτική λιτότητας»


17/9/2018

Σύμφωνα με μελέτη της ΕΚΤ που δημοσιεύει η Handelsblatt, η ΕΕ υποβάθμισε τους κινδύνους από τη λιτότητα χρησιμοποιώντας λάθος πολλαπλασιαστή δημοσίων δαπανών. Spiegel για Θεόδωρο Κουρεντζή: «Καλοσυγκερασμένη αναρχία».

Επιδείνωσε και παρέτεινε η τρόικα την οικονομική και δημοσιονομική κρίση που ξεκίνησε το 2008; Απαίτησε από τις κυβερνήσεις χωρών που κατέφυγαν σε προγράμματα βοήθειας υπερβολικές μειώσεις δαπανών και αύξηση εισφορών; Τα ερωτήματα αυτά απασχολούν τον αρθρογράφο της οικονομικής εφημερίδας Handelsblatt  με αφορμή πρόσφατη μελέτη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ΕΚΤ για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης στις χώρες του ευρωπαϊκού νότου.


Η αυστηρή δημοσιονομική πολιτική στραγγάλισε την ανάπτυξη

Η εφημερίδα παραπέμπει καταρχήν σε άρθρο του Ντάνιελ Λι, αναπληρωτή επικεφαλής οικονομολόγου του ΔΝΤ, το οποίο θα μπορούσε να είναι και ομολογία ενοχής, όπως σημειώνεται. Γιατί υποστηρίζει ότι σε χώρες με μνημόνια η οικονομική συγκυρία υπέστη πιο ισχυρό πλήγμα από όσο είχε προβλεφθεί. «Το συμπέρασμά του Ντάνιελ Λι, όπως και του προϊσταμένου του Ολιβιέ Μπλανσάρ, επικεφαλής οικονομολόγου του Ταμείου από το 2008 μέχρι το 2015, είναι ότι οι προσπάθειες δημοσιονομικής λιτότητας πνίγουν την οικονομική δραστηριότητα περισσότερο από όσο είχε αρχικά θεωρηθεί. Διατυπωμένο με τεχνικούς όρους, ο πολλαπλασιαστής δημοσίων δαπανών δεν πρέπει να υπολογίζεται με βάση το 0,5 όπως νομιζότααν μέχρι τώρα, αλλά πάνω από τη μία μονάδα. Κατά συνέπεια, μείωση των κρατικών δαπανών κατά ένα ευρώ, δεν μειώνει αντίστοιχα την απόδοση της οικονομίας μόνο κατά μισό ευρώ, αλλά πάνω από ένα ευρώ, που σημαίνει ότι η πολιτική λιτότητας με τη μείωση των δημοσίων επενδύσεων έρχεται σε αντίθεση με τον στόχο μείωσης του χρέους». Η εφημερίδα υπενθυμίζει ότι η συζήτηση για την επίδραση της πολιτικής λιτότητας έγινε αντικείμενο θυελλωδών συζητήσεων, κυρίως ανάμεσα σε οικονομολόγους και πολιτικούς της Γερμανίας και του αγγλοσαξονικού χώρου. Οι πρώτοι υποστήριζαν αυστηρή δημοσιονομική πολιτική, οι δεύτεροι δημοσιονομική πολιτική που προσανατολίζεται στην ενίσχυση της ανάπτυξης.

Τέσσερις οικονομολόγοι της ΕΚΤ δημοσίευσαν στο ενημερωτικό δελτίο της τράπεζας μελέτη με τον τίτλο «Learning about fiscal multipliers during European sovereign debt crisis». Σε αυτήν εξετάζουν το ύψος του πολλαπλασιαστή κρατικών δαπανών και καταλήγουν στην καθόλου κολακευτική για την Κομισιόν διαπίστωση ότι τα πρώτα χρόνια της κρίσης υπολόγιζε τον πολλαπλασιαστή όχι με βάση το σύνηθες 0,5 αλλά πολλές φορές γύρω στο μηδέν, κάτι που την οδήγησε στη διαπίστωση ότι η μείωση των δημοσίων δαπανών έχει σχεδόν μηδενική επίδραση στην οικονομική δραστηριότητα Στα επόμενα χρόνια η Κομισιόν αύξανε σταδιακά τον πολλαπλασιαστή, έτσι ώστε πολλοί οικονομολόγοι να αποδώσουν την οικονομική ανάπτυξη κρατών, επί χρόνια συνδεδεμένα σε πρόγραμμα στήριξης, στον μετριασμό των όρων αυστηρής δημοσιονομικής πολιτικής». Και ο αρθρογράφος καταλήγει: «Εάν η ανάλυση της ομάδας από την ΕΚΤ ισχύει, τότε οι αγγλοσάξονες με την κριτική του είχαν δίκιο και η κρίση κυρίως στις χώρες του ευρωπαϊκού νότου θα είχε λιγότερη διάρκεια και δεν θα ήταν τόσο βαθιά, εάν οι Βρυξέλλες και η Φραγκφούρτη άκουγαν τα επιχειρήματά τους».

Πηγή Deutsche Welle

Το ΔΝΤ παραδέχτηκε το λάθος στον υπολογισμό του δημοσιονομικού συντελεστή το 2013. Ο οικονομολόγος Θεόδωρος Μαριόλης υπολόγισε τον σωστό συντελεστή (1,7) ενάμιση χρόνο πριν το ΔΝΤ. Η Γερμανία και το ΔΝΤ έπαιξαν στα ζάρια την τύχη ενός ολόκληρου λαού. Το άσχημο είναι ότι το κάνουν ακόμα δεδομένου ότι η Γερμανία απέκλεισε την Ελλάδα από την ποσοτική χαλάρωση (αγορά κρατικών ομολόγων από την ΕΚΤ) που θα της επέτρεπε να δανειστεί με χαμηλά επιτόκια από τις ''αγορές'' όπως και η πολιτική των τεράστιων πρωτογενών πλεονασμάτων για τα επόμενα 42 χρόνια (3.5% μέχρι το 2022 και 2.2% μέχρι το 2060).

Η πολιτική αυτή είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Τα επόμενα χρόνια η Γερμανία θα βρει έναν άλλο ''Τσίπρα'' για να του ρίξει την ευθύνη για την αποτυχία. Σαφώς και θα υπάρξει νέα ''κρίση'' και επιστροφή στα μνημόνια ή σε κάποιον μηχανισμό δανεισμού με άλλο όνομα. Οι διαβόητες ''μεταρρυθμίσεις'' που διαλύουν την οικονομία και την κοινωνία θα συνεχιστούν. Η Ελλάδα μετατρέπεται σε κράτος με οικονομία σύμφωνε μη την Προτεσταντική ηθική. Το κακό είναι ότι οι Έλληνες θέλουν αυτή την αλλαγή. 
Διαβάστε περισσότερα »

Τρίτη 28 Αυγούστου 2018

Η Ανταγωνιστικότητα της Ελληνικής Οικονομίας και η Εξάρτησή της από την Ακολουθούμενη Πολιτική και τις Εξελίξεις των Οικονομιών των Χωρών στη Νομισματική Ένωση



9/7/2012

Του Γεωργίου Ε. Οικονόμου*

Στη διεθνή βιβλιογραφία δεν υπάρχει σύγκλιση απόψεων σχετικά με τη διατύπωση ενός ορισμού και την ποσοτική έκφραση της ανταγωνιστικότητας των χωρών. Τέσσερις απόψεις σχετικά με την έννοια της ανταγωνιστικότητας παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Η πρώτη άποψη αναφέρεται στην ικανότητα της χώρας να προσελκύει (ability to attract) και περιγράφει τα χαρακτηριστικά μιας χώρας που την καθιστούν κατάλληλο χώρο για την πραγματοποίηση επενδύσεων (π.χ. ξένες άμεσες επενδύσεις).

Η δεύτερη άποψη παρέχει πληροφορίες σχετικά με την ικανότητα της χώρας να προσαρμόζεται (ability to adjust) στις διαρθρωτικές αλλαγές και τις οικονομικές διαταραχές που προκαλούνται από έκτακτα γεγονότα (shocks).

Η τρίτη άποψη δίδει έμφαση στην ικανότητα της χώρας να αποκομίζει εισοδήματα (ability to earn) και στηρίζεται στο ότι οι τεχνολογικές εξελίξεις και οι αυξήσεις της παραγωγικότητας των επιχειρήσεων βελτιώνουν τα πραγματικά εισοδήματα.

Η τέταρτη άποψη επικεντρώνεται στην ικανότητα της χώρας να πωλεί (ability to sell) και συνδέει την οικονομική επίδοση μιας χώρας βραχυχρόνια και μακροχρόνια με τη δυνατότητά της να αυξάνει τα μερίδιά της στο διεθνές εμπόριο.

Από τη σύνθεση των παραπάνω απόψεων προκύπτει ότι η ανταγωνιστικότητα αναφέρεται σε ολόκληρη την οικονομική ζωή μιας χώρας σε ένα διεθνοποιημένο περιβάλλον και περιγράφει την ικανότητα της χώρας να επιτυγχάνει συνεχείς βελτιώσεις του βιοτικού επιπέδου και των ευκαιριών απασχόλησης των πολιτών της. Επηρεάζει όλους τους τομείς της οικονομίας, προϊόντα και υπηρεσίες που παράγει ο ιδιωτικός τομέας, προϊόντα και υπηρεσίες που παράγει ο δημόσιος τομέας, εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες, μη εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες, επιχειρήσεις που παρέχουν χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην πραγματική οικονομία - νοικοκυριά και κράτος.

Η θέση των παραγωγών μιας χώρας στις διεθνείς αγορές εξαρτάται σημαντικά από την ανταγωνιστικότητα των προϊόντων τους σε σχέση με τις τιμές και το κόστος και την ικανότητά τους να παράγουν αγαθά και υπηρεσίες που να ανταποκρίνονται στην εγχώρια και εξωτερική ζήτηση. Για το λόγο αυτό, η ανάλυση σχετικά με την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας επικεντρώνεται στην παρακολούθηση των εξελίξεων της ανταγωνιστικότητας τιμών και κόστους.

Η ανάλυση αυτή καλύπτει τέσσερα ερωτήματα:
- τη σημασία και τις εξελίξεις της ανταγωνιστικότητας, μετρούμενης από τις εξελίξεις του κόστους εργασίας και των τιμών στα πλαίσια της νομισματικής πολιτικής στη ζώνη του ευρώ
- την επίδραση του δημόσιου τομέα
- την επίδραση του τομέα μη εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών
- την πολιτική για την ανάκαμψη της οικονομίας και την αντιμετώπιση των
μακροοικονομικών ανισορροπιών.

Μετά την ένταξη της Ελλάδος στη ζώνη του ευρώ ο πληθωρισμός και η άνοδος του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος διατηρήθηκαν αδιάκοπα σε επίπεδο υψηλότερο του μέσου επιπέδου των αντίστοιχων μεγεθών των χωρών της ζώνης του ευρώ, αντανακλώντας την κατάσταση της οικονομίας, τις αδυναμίες των συνθηκών λειτουργίας των αγορών και τη συμπεριφορά των κοινωνικών εταίρων.

Η υψηλή ζήτηση στην οικονομία (1) σε συνδυασμό με τις συνθήκες ατελούς ανταγωνισμού στις αγορές προϊόντων επέτρεψαν στις επιχειρήσεις να χορηγούν υψηλές αυξήσεις στους μισθούς και να επιρρίπτουν την αύξηση του κόστους εργασίας στις τιμές ή να αυξάνουν τις τιμές των προϊόντων τους περισσότερο από όσο δικαιολογούν οι αυξήσεις του κόστους παραγωγής και να διαμορφώνουν ολιγοπωλιακά περιθώρια κέρδους.

Αδιαμφισβήτητη απόδειξη αποτελεί η αύξηση των μισθών κατά 12% τη διετία 2008-2009 που συμπίπτει με τη χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση, κατά την οποία μάλιστα το κόστος παραγωγής επιβαρύνθηκε από την υπερβολική αύξηση της τιμής του πετρελαίου.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΚΤ, κατά την περίοδο 2000-2008, ο λόγος του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος στην Ελλάδα προς το αντίστοιχο μέσο μέγεθος στις χώρες της ζώνης του ευρώ, που αποτελεί και την πραγματική συναλλαγματική ισοτιμία (REER) για το μεταξύ τους εμπόριο
αλλά και για το εμπόριο με τρίτες χώρες για το οποίο ανταγωνίζονται, αυξήθηκε κατά 21,4%.

Επειδή το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος αποτελεί αναγκαία αλλά όχι επαρκή προϋπόθεση(2) για τη μέτρηση της ανταγωνιστικότητας, διότι το εμπόριο διενεργείται σε τιμές, επισημαίνουμε ότι, μελέτη της ΕΚΤ αποκαλύπτει ότι την περίοδο 2000-2008 η απώλεια της ανταγωνιστικότητας των εξαγωγών, μετρούμενη από τις σχετικές τιμές των εξαγωγών της Ελλάδος σε σχέση με τις τιμές των εξαγωγών των χωρών της ζώνης του ευρώ, ήταν 20,5%, που είναι η υψηλότερη απώλεια ανταγωνιστικότητας μεταξύ των χωρών της ζώνης του ευρώ.

Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι η απώλεια ανταγωνιστικότητας μετρούμενη από τις τιμές των εξαγόμενων αγαθών ισούται με την απώλεια ανταγωνιστικότητας μετρούμενη από το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος.

Με την ένταξη της χώρας στην ζώνη του ευρώ η οικονομική μας  πολιτική δεν έχει πλέον τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τη συναλλαγματική ισοτιμία ως μηχανισμό βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας, ρόλο που καλείται να διαδραματίσει η ευκαμψία των μισθών και των τιμών, κι αυτό προϋποθέτει την πραγματοποίηση των μεταρρυθμίσεων που αυξάνουν τον ανταγωνισμό στις αγορές προϊόντων και εργασίας.

Συνεπώς, η ανάλυση των εξελίξεων της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας πρέπει να γίνεται στο πλαίσιο της ακολουθούμενης οικονομικής πολιτικής με το ενιαίο νόμισμα, λαμβάνοντας υπόψη τις επιδράσεις από την αλληλεξάρτηση των οικονομιών των χωρών που μετέχουν στη νομισματική ένωση. Από τα παραπάνω στοιχεία προκύπτει ότι στον τομέα των μισθών συντελέστηκε μια υπερβολή. Οι πραγματικοί μισθοί αυξήθηκαν περισσότερο από την αύξηση της παραγωγικότητας και περισσότερο από όσο αυξήθηκαν στις άλλες χώρες της ζώνης του ευρώ. Ή, με διαφορετική διατύπωση, το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος αυξήθηκε με ρυθμό (πληθωρισμός σε όρους μισθών) υψηλότερο του ρυθμού αυξήσεως του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος στις άλλες χώρες της ζώνης του ευρώ (3)
.
Είναι προφανές ότι η μείωση της ανταγωνιστικότητας οφείλεται και στους δύο λόγους, δηλαδή, στο ότι οι πραγματικοί μισθοί αυξήθηκαν περισσότερο από την αύξηση της παραγωγικότητας και ο πληθωρισμός, που προκύπτει από τους μισθούς, στη χώρα μας ήταν υψηλότερος του πληθωρισμού στις άλλες χώρες της ζώνης του ευρώ.

Και βέβαια ο πληθωρισμός της χώρας είναι υψηλότερος του επιπέδου πληθωρισμού αναφοράς της ΕΚΤ (χαμηλότερος αλλά πλησίον του 2%, benchmark), με τον οποίο πρέπει να αναπροσαρμόζονται οι τιμές και οι χρηματικοί μισθοί για να διασφαλίζεται η νομισματική σταθερότητα και η ανταγωνιστικότητα (nominal anchor).

Οι μικρές αποκλίσεις του πληθωρισμού από τον πληθωρισμό αναφοράς δεν προκαλούν ανησυχίες. Όμως, οι σημαντικές διαφορές στον πληθωρισμό, όταν μάλιστα είναι επίμονες, μειώνουν την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

Γι’ αυτό, η άνοδος του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος, αφού έχει ληφθεί υπόψη η αύξηση της παραγωγικότητας, πρέπει να είναι συνεπής με το επίπεδο πληθωρισμού αναφοράς της ΕΚΤ. Άλλως, οι αποκλίσεις του ρυθμού αναπροσαρμογής των μισθών και των τιμών από τον πληθωρισμό αναφοράς της ΕΚΤ αντανακλώνται σε ένα υψηλότερο προσδοκώμενο πληθωρισμό και σε χειροτέρευση της ανταγωνιστικότητας μακροχρόνια (4).

Κατά την παραπάνω περίοδο, η συμπεριφορά των κοινωνικών εταίρων δεν είχε προσαρμοστεί στις συνθήκες του ενιαίου νομίσματος και της ενιαίας αγοράς της ζώνης του ευρώ. Η πλευρά της προσφοράς εργασίας, ιδίως στους ολιγοπωλιακούς κλάδους, επιδίωκε υψηλές αυξήσεις των μισθών, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι επιπτώσεις τους στην ανταγωνιστικότητα της παραγωγής και τη βιωσιμότητα των θέσεων εργασίας. Παράλληλα, η πλευρά της ζήτησης εργασίας, λόγω της υψηλής ζήτησης από την υπερθέρμανση του τομέα παραγωγής μη εμπορεύσιμων αγαθών, υποχωρούσε στις πιέσεις της προσφοράς, καθώς η διάρθρωση των αγορών προϊόντων επέτρεπε στις επιχειρήσεις τη μετακύλιση του υψηλότερου κόστους στις τιμές.

Το ενδιαφέρον των εκπροσώπων των εργατικών συνδικάτων περιοριζόταν μόνο σε αυτούς που ήταν εντός του οικονομικού συστήματος (τους εργαζόμενους) αδιαφορώντας για εκείνους που ήταν εκτός του συστήματος (τους ανέργους), ενώ οι εκπρόσωποι των επαγγελματικών οργανώσεων δήλωναν ότι τους ενδιέφερε η εργασιακή ειρήνη, αδιαφορώντας για την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων.

Εξάλλου, σθεναρή ήταν η αντίδραση και των δύο πλευρών στην πραγματοποίηση μεταρρυθμίσεων, οι οποίες αυξάνουν την παραγωγικότητα, μειώνουν το κόστος παραγωγής και βελτιώνουν το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.

Η επέκταση των δαπανών του δημόσιου τομέα συνιστά τη δεύτερη υπερβολή. Όσο μεγαλύτερος είναι ο δημόσιος τομέας συγκρινόμενος με τον τομέα των εμπορεύσιμων αγαθών, τόσο ισχυρότερες είναι οι πιέσεις στους μισθούς στον ιδιωτικό τομέα και η επίδραση στο κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος. Με άλλα λόγια, όσο μεγαλύτερος είναι ο δημόσιος τομέας τόσο μεγαλύτερος είναι ο αρνητικός ρόλος του στις εξελίξεις της ανταγωνιστικότητας.

Η επίδραση των μισθών στο δημόσιο τομέα πάνω στην ανταγωνιστικότητα είναι πιο σημαντική από όσο θεωρούμε. Διότι, στην Ελλάδα, η ώθηση στις αυξήσεις των μισθών δεν πηγάζει από την άνοδο της παραγωγικότητας στον τομέα που παράγει εμπορεύσιμα αγαθά αλλά από την άσκηση πιέσεων από την προσφορά εργασίας στους ολιγοπωλιακά οργανωμένους κλάδους που εντάσσονται κυρίως στον τομέα παραγωγής μη εμπορεύσιμων αγαθών. Είναι προφανές ότι οι υψηλές αυξήσεις στους μισθούς στον ευρύτερο δημόσιο τομέα επηρεάζουν θετικά τις διαπραγματεύσεις για τους μισθούς στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας. Οι διαπιστώσεις αυτές, σε συνδυασμό με την περιορισμένη κινητικότητα της εργασίας μεταξύ των δύο τομέων της οικονομίας, οδηγούν στην απόρριψη της παραδοχής των Balassa-Samuelson για την ελληνική οικονομία.

Οι πολιτικοί μας ανέβαλαν τις μεταρρυθμίσεις και προσπαθούσαν να αντιμετωπίσουν την ανεργία που προκαλείται από τη χαμηλή ανταγωνιστικότητα ή τα ελλείμματα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών με την αύξηση των κρατικών δαπανών.

Οι υπερβολές στους μισθούς και τις δαπάνες του Δημοσίου υπονόμευσαν την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, αύξησαν την κατανάλωση (μείωσαν την αποταμίευση) και διεύρυναν το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών ως ποσοστό του ΑΕΠ.

Μετά την ένταξη της χώρας στη ζώνη του ευρώ η οικονομική ανάπτυξη προσδιορίστηκε από τη δυναμική του τομέα παραγωγής μη εμπορεύσιμων αγαθών (αύξηση δαπανών του κράτους, επενδύσεις σε κατοικίες, έργα σε υποδομές, έργα για τους ολυμπιακούς αγώνες, κλπ). Αυτό αποτελεί την τρίτη υπερβολή.

Τα υψηλά εισοδήματα που δημιουργήθηκαν στον τομέα αυτό, ενίσχυσαν τη ζήτηση, μείωσαν την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και διεύρυναν το έλλειμμα των συναλλαγών με το εξωτερικό.

Ο τομέας παραγωγής μη εμπορεύσιμων αγαθών έχει επηρεάσει σημαντικά την ανταγωνιστικότητα, επειδή οι μεταβολές της πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας δεν επιδρούν μόνο στον εξωτερικό τομέα της οικονομίας, αλλά εμπλέκουν και τον τομέα παραγωγής μη εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών. Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και η πραγματική συναλλαγματική ισοτιμία συνδέονται μεταξύ τους όχι μόνο άμεσα αλλά και μέσω της ζήτησης και των επιδράσεών της στην κατανομή των οικονομικών πόρων μεταξύ της παραγωγής εμπορεύσιμων και μη εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών εξαιτίας των μεταβολών των σχετικών τιμών των δύο κατηγοριών αγαθών.

Η σχετική τιμή των μη εμπορεύσιμων και των εμπορεύσιμων αγαθών προσδιορίζει τις επιλογές των νοικοκυριών για κατανάλωση και την κατανομή των πόρων στην παραγωγή των δύο κατηγοριών αγαθών. Η μείωση των σχετικών τιμών των μη εμπορεύσιμων αγαθών βελτιώνει την αποδοτικότητα των επενδύσεων στον τομέα των εμπορεύσιμων αγαθών, η παραγωγή των εμπορεύσιμων αγαθών αυξάνεται και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών βελτιώνεται.

Ακόμη, επειδή τα μη εμπορεύσιμα αγαθά αποτελούν εισροές για την παραγωγή των εμπορεύσιμων αγαθών, η μείωση της τιμής των μη εμπορεύσιμων αγαθών μειώνει το κόστος παραγωγής και την τιμή των εμπορευσίμων και βελτιώνει την ανταγωνιστικότητά τους.

Υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις ότι οι τιμές των μη εμπορεύσιμων αγαθών επηρεάζουν το εμπορικό ισοζύγιο και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Στη ζώνη του ευρώ η πραγματική συναλλαγματική ισοτιμία που προκύπτει από τις σχετικές τιμές των εξαγωγών επηρεάζει περισσότερο τον τομέα των εξαγωγών και λιγότερο το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Αντίθετα, η πραγματική συναλλαγματική ισοτιμία, η οποία προκύπτει από τους δείκτες ευρύτερης βάσης που περιλαμβάνουν τις τιμές μη εμπορεύσιμων αγαθών (ΔΤΚ, μοναδιαίο κόστος εργασίας και αποπληθωριστής ΑΕΠ), συνδέεται με το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών

Η μείωση της πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας που βασίζεται στον αποπληθωριστή του ΑΕΠ και η μείωση των σχετικών τιμών των μη εμπορεύσιμων αγαθών βελτιώνουν το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.

Η ταυτόχρονη εμφάνιση του μη βιώσιμου δημόσιου χρέους και των μη διατηρήσιμων ελλειμμάτων του δημόσιου τομέα και των τρεχουσών συναλλαγών με το εξωτερικό σε συνδυασμό με την ύφεση προκάλεσαν την απώλεια της εμπιστοσύνης των αγορών προς την Ελλάδα και την εκτίμηση ότι, στο μέλλον, η χώρα δεν θα μπορεί να πληρώνει τα χρέη της.  Γρήγορα εξέλιπαν οι δυνατότητες αναχρηματοδότησης του δημόσιου χρέους και η πρόσβαση του τραπεζικού συστήματος της χώρας στις διεθνείς χρηματαγορές.

Η ανάγκη για την αντιμετώπιση των σοβαρών αυτών μακροοικονομικών ανισορροπιών ήταν επιτακτική.

Επειδή δε τα ελλείμματα του Δημοσίου και του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών ήταν μεγάλα, το δημόσιο χρέος ιδιαίτερα υψηλό και η δυναμική του ιδιαίτερα ανησυχητική, επελέγη ορθά μια εμπροστοβαρής δημοσιονομική προσαρμογή για τη μείωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και αυστηρή πολιτική μισθών για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας

Όμως, το αυστηρό πρόγραμμα του «Μνημονίου» θα έπρεπε να στηρίζεται σε κάποια εκτίμηση για το βαθμό της εφικτότητας και του ρεαλισμού, σε πολιτικούς και οικονομικούς όρους, των πολιτικών που ενσωματώνονται σε αυτό. Η επιβολή των δημοσιονομικών και διαρθρωτικών πολιτικών στην Ελλάδα με έναν απόλυτο τρόπο και την υποχρέωση να υλοποιηθούν σε ιδιαίτερα βραχύ χρονικό διάστημα έχει υπονομεύσει την εφικτότητα των στόχων και των επιδιώξεων τους.

Συγκεκριμένα, η επιβολή της πραγματοποίησης μεταρρυθμίσεων μέσα σε βραχύ διάστημα 3-4 ετών σε θεσμούς που ισχύουν επί δεκαετίες δεν είναι ρεαλιστική. Η πραγματοποίηση βασικών μεταρρυθμίσεων είναι δυνατή σε βάθος χρόνου και σε μια καλύτερη οικονομική συγκυρία. Επίσης, η επιθετική πολιτική για τη μείωση των ελλειμμάτων και των μισθών για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας, σε περίοδο που η οικονομία βρισκόταν ήδη σε ύφεση, και οι περιορισμένες δυνατότητες χρηματοδότησής της χειροτέρευσαν το πρόβλημα, διότι αναπτύχθηκε ένας φαύλος κύκλος με τον οποίο η δημοσιονομική περιστολή ενισχύει την ύφεση, η οποία αυξάνει το δημοσιονομικό έλλειμμα, και ακολούθως οδηγεί σε μεγαλύτερη περιστολή.

Οι δυνατότητες της οικονομίας να ανακάμψει μέσα στο 2013 είναι ισχνές

Η οικονομία χρειάζεται μιαν ώθηση. Αν οι κυβερνήσεις περιμένουν η ώθηση αυτή να έλθει από τον εξωτερικό τομέα της οικονομίας σε αντίδραση της βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας, αυτό δεν θα προκύψει. Ο εξωτερικός τομέας δεν μπορεί να δώσει επαρκή ώθηση για την ανάκαμψη της οικονομίας, διότι η ελληνική οικονομία δεν είναι αρκετά ανοικτή οικονομία, ενώ, μάλιστα, η παραγωγή των εμπορεύσιμων αγαθών έχει μειωθεί σημαντικά. Ούτε η εισροή κεφαλαίων από το εξωτερικό μπορεί να ωθήσει την οικονομία προς την ανάκαμψη αν δεν πραγματοποιηθούν σημαντικές μεταρρυθμίσεις και ιδιαίτερα αν δεν γίνουν οι ιδιωτικοποιήσεις.

Με τα δεδομένα αυτά, η κινητήρια ώθηση πρέπει να αναζητηθεί στις εγχώριες δυνάμεις, με την ενίσχυση ή/και την ενεργοποίηση των παραγόντων που συντελούν στην αύξηση της ζήτησης, ώστε να προκληθεί η επανεκκίνηση της παραγωγικής μηχανής της οικονομίας και να απασχοληθεί η σημαντική αργούσα παραγωγική δυναμικότητα(5). Η ενίσχυση της ζήτησης πρέπει να προέλθει από την ενεργοποίηση μέτρων που υπερβαίνουν τα συνήθη μέτρα ρύθμισης της ζήτησης (μέτρα νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής) και από μεταρρυθμίσεις που ενθαρρύνουν την εκδήλωση επιχειρηματικών πρωτοβουλιών.

Με τις μεταρρυθμίσεις θα ενισχυθεί ο δυνητικός ρυθμός ανάπτυξης μακροχρόνια και θα αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη των αγορών για το μέλλον της ελληνικής οικονομίας.

Όμως, η ενίσχυση του δυνητικού ρυθμού ανάπτυξης που επιτυγχάνεται με τις μεταρρυθμίσεις αποκτά περιεχόμενο μόνο εφόσον συνοδεύεται από αύξηση της ζήτησης. Διότι, οι μεταρρυθμίσεις (π.χ. απελευθέρωση των κλειστών επαγγελμάτων) κυρίως αυξάνουν τη δυνητική προσφορά, η οποία από μόνη της δεν δημιουργεί ζήτηση.

Η ενίσχυση της ζήτησης πρέπει να λάβει κύρια θέση στην ασκούμενη οικονομική πολιτική.

Συνεπώς, η οικονομική πολιτική πρέπει να εξυπηρετεί τις ακόλουθες τέσσερις κύριες επιδιώξεις:
- τον έλεγχο των δημόσιων οικονομικών και του χρέους
- την αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας
- τη βελτίωση των συνθηκών χρηματοδότησης της οικονομίας και
- την ενίσχυση της ζήτησης.

Ανακεφαλαίωση – Συμπεράσματα

Μετά την ένταξη της χώρας στη ζώνη του ευρώ η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας χειροτέρευσε σημαντικά, με συνέπεια την αύξηση του ελλείμματος στις τρέχουσες συναλλαγές, την αύξηση του δανεισμού και του εξωτερικού χρέους της χώρας, την αποδυνάμωση του ρυθμού οικονομικής επέκτασης και του ρυθμού αύξησης της απασχόλησης. Τις συνέπειες της απώλειας της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας βιώνει ολόκληρος ο ελληνικός λαός.

Είναι, λοιπόν, αναγκαίο να αναπροσαρμόσουμε την πολιτική μας στους μισθούς και τις τιμές, έτσι ώστε να περιοριστεί ο πληθωρισμός στο επίπεδο των στόχων της νομισματικής πολιτικής, να αποφευχθεί η μείωση της ανταγωνιστικότητας και με τη μείωση του δημόσιου τομέα να ενισχυθεί η παραγωγή των εμπορεύσιμων αγαθών. Είναι απαραίτητο να κατανοήσουμε ότι το επίπεδο του πληθωρισμού αναφοράς της ΕΚΤ πρέπει να υιοθετείται για την αναπροσαρμογή των χρηματικών μισθών και των τιμών, επιδιώκοντας τη νομισματική σταθερότητα όπως νοείται και ακολουθείται στις άλλες χώρες της ζώνης του ευρώ. Ακόμη, είναι αναγκαίο να παρακολουθούμε την πρόοδο των δεικτών που παρέχουν μηνύματα για τις εξελίξεις της οικονομίας και να συντονίζουμε την πολιτική μας, έτσι ώστε να αποφεύγεται η χειροτέρευση της ανταγωνιστικότητας.

Συνεπώς, είναι ιδιαίτερα επιβεβλημένη η παρακολούθηση των παρακάτω πέντε (5) δεικτών:
- του μακροχρόνιου ρυθμού ανόδου του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος που συνδέεται στενά με τις τιμές

- του πληθωρισμού της χώρας

- του ελλείμματος και του χρέους της Γενικής Κυβέρνησης

- του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών ως ποσοστό του ΑΕΠ

- της σημασίας του τομέα παραγωγής μη εμπορεύσιμων αγαθών.

Τέλος, είναι αναγκαίο να υπογραμμιστεί ότι το χαμηλό κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος έχει αναμφίβολα μικροοικονομική σημασία (η μείωση του κόστους βελτιώνει την ανταγωνιστικότητα της επιχείρησης), αλλά από μακροοικονομική σκοπιά κρινόμενο ενδέχεται να οδηγεί σε διαφοροποιημένα συμπεράσματα. Διότι, η μείωση του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος που προέρχεται από τη μείωση των μισθών συνεπάγεται τη μείωση του μεριδίου της εργασίας στο εθνικό εισόδημα, τη χαλάρωση της ζήτησης και το χαμηλότερο ρυθμό οικονομικής επέκτασης, περιορίζοντας το επεκτατικό αποτέλεσμα της βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας (το παράδοξο Kaldor)

Η μείωση του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος σε πολύ χαμηλά επίπεδα, που προκύπτει από τη μείωση των μισθών, δεν καθιστά απαραίτητα μια χώρα ανταγωνιστική. Υπάρχουν οικονομίες, οι οποίες με βάση το κόστος εργασίας χαρακτηρίζονται ανταγωνιστικές αλλά σημειώνουν χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και υφίστανται απώλεια μεριδίων στο διεθνές εμπόριο.

Όταν όμως η μείωση του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος προέρχεται από την αύξηση της παραγωγικότητας, με υψηλότερο ρυθμό σε σύγκριση με το ρυθμό ανόδου των πραγματικών μισθών, τότε επιτυγχάνεται βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων παράλληλα με τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας. Με την αύξηση των πραγματικών μισθών με ρυθμό χαμηλότερο της ανόδου της παραγωγικότητας επιτυγχάνεται η μείωση του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος χωρίς να μειώνονται οι πραγματικοί μισθοί. Γι’ αυτό, παράλληλα με τη συγκράτηση των μισθών απαιτείται κυρίως αύξηση της παραγωγικότητας και προσαρμογή της παραγωγής αγαθών και υπηρεσιών, για να παράγονται εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες που να ανταποκρίνονται στην εγχώρια και την εξωτερική ζήτηση. Απαιτούνται όμως διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και ενίσχυση του ανταγωνισμού στις αγορές προϊόντων και εργασίας.

Η αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας μετά από πολλά χρόνια υπερτίμησης της πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας απαιτεί το συνδυασμό πολιτικών που μειώνουν το κόστος και τις τιμές, καθώς και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που αναβαθμίζουν την ικανότητα της χώρας να παράγει εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες, να εξάγει και να αποταμιεύει.

1. Σύμφωνα με στοιχεία του OECD, το output gap ήταν 5,5% το 2006, 6,9% το 2007 και 5,2%
το 2008, OECD, Economic Outlook, 2012/1.

2. Διότι ο πληθωρισμός συνήθως εξηγείται από παράγοντες ζήτησης και κόστους.

3. Στην πρώτη περίπτωση προσαρμόζουμε τους χρηματικούς μισθούς με τον πληθωρισμό για να λάβουμε τον πραγματικό μισθό, τον οποίο συγκρίνουμε με την παραγωγικότητα, ενώ στη δεύτερη περίπτωση προσαρμόζουμε τους χρηματικούς μισθούς με την παραγωγικότητα και συγκρίνουμε τον προκύπτοντα πληθωρισμό (σε όρους μισθών) με τον πραγματικό πληθωρισμό και τον πληθωρισμό των άλλων χωρών της ζώνης του ευρώ.

4. Jean-Claude Trichet, “Competitiveness and the smooth functioning of the Economic and Monetary Union (EMU), Speech at the University of Liège, 23 February 2011.

5. Σύμφωνα με τα στοιχεία του OECD το 2012 το output gap ήταν -12%, OECD, Economic Outlook 2012/1.

6. J. Felipe, “Unit Labor Costs in the Eurozone: The Competitiveness Debate Again”, Levy Economics Institute, WP 651, 2011. …, “A Note on Competitiveness, Unit Labor Costs and Growth: Is ‘Kaldor’s Paradox’ a Figment of Interpretation?”, Centre for Applied Macroeconomic Analysis, ANU, WP 6, 2005

7. Είναι αμφίβολο κατά πόσο το παράδοξο Kaldor ισχύει στην ελληνική οικονομία, σε αυτή τη συγκυρία, διότι η μείωση των μισθών ενδέχεται να μην προκαλεί μείωση του μεριδίου της εργασίας στο εθνικό εισόδημα, επειδή συμπίπτει με την απώλεια του εισοδήματος (μείωση του ΑΕΠ) κατά 20% λόγω της γενικότερης ύφεσης

* Καθηγητής Οικονομικών, Μέλος του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής της Τράπεζας της Ελλάδος

Πηγή





Διαβάστε περισσότερα »

Κυριακή 19 Αυγούστου 2018

Το ευρώ είναι ένα νόμισμα χωρίς κράτος


19/8/2018

Οι τελευταίες εξελίξεις στον εμπορικό πόλεμο των ΗΠΑ με την Κίνα, και τελευταία με την Τουρκία, ενδέχεται να οδηγήσουν στην αποκαθήλωση του αμερικανικού δολαρίου από την ηγεμονική του θέση παγκοσμίως.

Εάν η σταθερότητα ενός νομίσματος εξαρτάται από την εμπιστοσύνη σε αυτούς που το εκδίδουν, τότε το δολάριο βρίσκεται σε επισφαλή θέση. Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δίνει μάχη εναντίον του υπόλοιπου κόσμου. Εν μέσω εμπορικής κρίσης με την Κίνα, τα βάζει επιπλέον με τη Ρωσία και την Τουρκία. Κι αυτές απαντούν χτυπώντας εκεί που πονάει τη Ουάσιγκτον: θέτουν εν αμφιβόλω την ηγετική θέση της χώρας σε ό,τι αφορά κατ' αρχήν το νόμισμά της.

Πότε ξεκίνησαν όλα

Η κυρίαρχη θέση του δολαρίου είχε τις απαρχές της στις 14 Φεβρουαρίου του 1945 επί του πολεμικού USS Quincy που είχε αγκυροβολήσει τότε σε αιγυπτιακή πόλη κοντά στο Κανάλι του Σουέζ. Στην κοιλιά του πλοίου δημιουργήθηκε μια πρόχειρη αίθουσα υποδοχής με λίγες καρέκλες και τραπέζι για μια συνάντηση. Παρόντες στη συνάντηση ήταν ελάχιστοι. Σε αυτόν τον χώρο ο πρόεδρος Ρούσβελτ υποσχέθηκε στον Σαουδάραβα υψηλό προσκεκλημένο του στρατιωτική προστασία, και ο βασιλιάς Ιμπ Σαούντ δεσμεύτηκε ότι όλες οι πετρελαϊκές συναλλαγές θα γίνονταν σε δολάρια. Ήταν μια στιγμή απεριόριστης τύχης για τις ΗΠΑ, δεδομένου ότι η ζήτηση για πετρέλαιο αυξήθηκε τα επόμενα χρόνια και μαζί της αυξήθηκε η ζήτηση για το αμερικανικό νόμισμα. Πολύ σύντομα όλες οι διεθνείς συναλλαγές εξελίσσονταν με βάση το δολάριο. Αυτό γίνεται μέχρι και σήμερα.

Το ΔΝΤ υπολογίζει ότι το 62% των συναλλαγματικών αποθεμάτων στο κόσμο κρατούνται σε δολάριο. Και για να έχουμε σύγκριση, σε ευρώ κρατείται το 20% των συναλλαγματικών αποθεμάτων, ενώ ακολουθεί το γιεν και η λίρα Αγγλίας. Η Κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ στήριξε αδιάλειπτα την πρωτοκαθεδρία του δολαρίου παγκοσμίως και φρόντιζε να υπάρχει πάντα ρευστότητα. Αυτή η ρευστότητα κάνει τους επενδυτές να θεωρούν το δολάριο υπήνεμο λιμάνι. Αυτό βέβαια μπορεί να οδηγήσει σε αλλοπρόσαλλες καταστάσεις. Όταν μυρίζει μπαρούτι σε επενδύσεις σε άλλα νομίσματα, τότε στρέφονται οι επενδυτές, μαζί με τις κεντρικές τράπεζες και τις επιχειρήσεις, προς το δολάριο. Αυτό συμβαίνει ιδιαίτερα όταν απειλείται η παγκόσμια οικονομία. Τελευταία παραδείγματα ήταν η τελευταία κρίση στην ευρωζώνη και η συνεχής διαμάχη στο αμερικανικό Κογκρέσο αναφορικά με το ανώτατο όριο ανάληψης χρέους των ΗΠΑ.


Ασφαλές επενδυτικό λιμάνι

Ο οικονομολόγος Μπάρι Αϊχενγκριν κάνει λόγο για ένα «ξεδιάντροπο» προνόμιο των ΗΠΑ. Παρόλα αυτά εναλλακτική δεν υπάρχει, διότι τα ανταγωνιστικά του δολαρίου νομίσματα έχουν προβλήματα. Το ευρώ, σύμφωνα με τον Αϊχενγκριν, είναι νόμισμα χωρίς κράτος, και το κινεζικό ρενμπίμπι ένα νόμισμα με πολύ κράτος. Με άλλα λόγια, όταν το ευρώ είναι ασθενές δεν υπάρχει κυβέρνηση που να φροντίζει για τη σταθερότητά του. Το κινεζικό αντίθετα ελέγχεται από την κινεζική ηγεσία και όχι από τις δυνάμεις της ελεύθερης αγοράς. Στις ΗΠΑ είναι δύσκολο να γίνει λόγος για μια ελεγχόμενη κατάσταση. Ο πρόεδρος Τραμπ δεν διστάζει να κατηγορεί άλλες χώρες για χειραγώγηση των νομισμάτων τους και να δίνει αργότερα κατευθύνσεις νομισματικής πολιτικής στη δική του Κεντρική Τράπεζα μέσω tweet. Μέχρι τώρα η αμερικανική εκδοτική τράπεζα ακολούθησε μια σταθερή και ανεπηρέαστη πολιτική. Αλλά από τότε που ο Λευκός Οίκος δίνει απροκάλυπτα οδηγίες και προβάλλει διεκδικήσεις, για παράδειγμα σε ότι αφορά στα βασικά επιτόκια, υπάρχουν αμφιβολίες για την πολιτική ουδετερότητα της FED.

Οι θέσεις του Τραμπ είναι αντικρουόμενες. Κάνει λόγο για μεγάλες εμπορικές συμφωνίες, οι οποίες όμως επί της ουσίας δεν εφαρμόστηκαν. Προκάλεσε εμπορική διαμάχη με την Κίνα, αβεβαιότητα με τη Ρωσία και τελευταία διένεξη με την Τουρκία, που οδήγησε το νόμισμά της σε ελεύθερη πτώση.  Σε αυτήν την κατάσταση, πως μπορεί να ισχυριστεί ότι το δολάριο παραμένει σταθερό νόμισμα; Παραμένει το ερώτημα ποιο νόμισμα θα δίνει μελλοντικά την κατεύθυνση. Η Ρωσία και η Τουρκία εξήγγειλαν ότι θέλουν να επιστρέψουν στα εθνικά του νομίσματα και να μην περνούν οι συναλλαγές τους μέσα από το δολάριο. Πιθανότατα θα ακολουθήσουν κι άλλες χώρες με αποτέλεσμα το αμερικανικό νόμισμα να χάσει την ηγεμονική του θέση. Θα παραμείνει ωστόσο το πιο ισχυρό νόμισμα, όσο καιρό, ακόμη και στο χειρότερο χάος, συνεχίζουν οι χώρες να το εμπιστεύονται περισσότερο από άλλα νομίσματα.

Πηγή Deutsche Welle
Διαβάστε περισσότερα »

Σάββατο 18 Αυγούστου 2018

Πρέπει να είναι ανεξάρτητες οι κεντρικές τράπεζες;


16/8/218

Η ελεύθερη πτώση της τουρκικής λίρας ανακόπηκε προς στιγμήν. Ειδικοί συνιστούν αύξηση επιτοκίων, ωστόσο ο πρόεδρος Ερντογάν διαφωνεί. Πρέπει ή όχι οι κεντρικές τράπεζες να είναι ανεξάρτητες από την εκτελεστική εξουσία;

Η κεντρική τράπεζα έχει συγκεκριμένες αρμοδιότητες. Μεταξύ άλλων ρυθμίζει τη ροή του χρήματος και διαθέτει εργαλεία προκειμένου να κάνει το νόμισμα φθηνότερο ή πιο ισχυρό. Πρόκειται για ένα ισχυρό θεσμικό όργανο του κράτους. Η επιρροή των κεντρικών τραπεζών είναι γνωστή και για τις εκάστοτε κυβερνήσεις. Ως εκ τούτου επιδιώκουν ορισμένες φορές να ασκήσουν επιρροή στις αποφάσεις της. Εάν, για παράδειγμα, μειώσει τα επιτόκια μισό χρόνο πριν τις εκλογές, είναι πιθανό να δώσει ώθηση στην κρατική οικονομία. Ο δανεισμός θα ήταν φθηνότερος, γεγονός που θα διευκόλυνε την αύξηση των δημόσιων δαπανών –ενδεχομένως ως ένα είδος προεκλογικών παροχών που θα ευνοούσαν τους εκάστοτε κυβερνώντες.

Ένα από τα πιο διαβόητα παραδείγματα τέτοιων πρακτικών καταγράφηκε στη Γερμανία μετά το 1933. Η κεντρική τράπεζα της χώρας είχε βοηθήσει τότε το Τρίτο Ράιχ στην χρηματοδότηση εξοπλισμών και τη χρηματοδότηση του πολέμου.

Τέτοιου είδους παρεμβάσεις στο έργο των κεντρικών τραπεζών μπορούν να οδηγήσουν βεβαίως σε ραγδαία αύξηση του πληθωρισμού –με απλά λόγια σε αύξηση της τιμής των καταναλωτικών ειδών εις βάρος βεβαίως των πολιτών. Επιπλέον η οικονομική ώθηση που επιφέρει η διατήρηση των επιτοκίων σε πολύ χαμηλά επίπεδα, είναι βραχυπρόθεσμη.


Η περίπτωση της Τουρκίας

Η περίπτωση της Τουρκίας έχει τις ιδιαιτερότητές της, ωστόσο ένα προβληματικό στοιχείο είναι κοινό: ο καλπάζων πληθωρισμός, ο οποίος κάνει δύσκολη καθότι ακριβότερη τη ζωή των Τούρκων πολιτών. Η Κεντρική Τράπεζας της Τουρκίας θα μπορούσε να προβεί σε διορθωτικές κινήσεις ανεβάζοντας τα επιτόκια, μέτρο που θα έβαζε πιθανότατα και φρένο στη δραματική πτώση της αξίας του εγχώριου νομίσματος. Ωστόσο, ο Τούρκος πρόεδρος Ερντογάν αντιστέκεται σε ένα τέτοιο μέτρο διότι αυτό θα έπληττε την αναπτυξιακή δυναμική της τουρκικής οικονομίας.

«Ο στόχος της νομισματικής σταθερότητας καταπατείται αυτή την ώρα στην Τουρκία», παρατηρεί ο οικονομολόγος και ειδικός σε ζητήματα κεντρικών τραπεζών Φόλκερ Βίλαντ από το Πανεπιστήμιο της Φραγκφούρτης. «Ο Ερντογάν προσπαθεί να δώσει περαιτέρω ώθηση στην οικονομία, ωστόσο αυτό εντείνει τον πληθωρισμό και προκαλεί κατάρρευση του νομίσματος», λέει ο ίδιος.

Παρόμοια αρνητικά παραδείγματα από το παρελθόν έχουν οδηγήσει σχεδόν το σύνολο των ισχυρότερων κεντρικών τραπεζών του πλανήτη στη διαπίστωση ότι θα πρέπει να διασφαλίζεται η πολιτική ανεξαρτησία της εκάστοτε κεντρικής τράπεζας. Μια από τις θεμελιώδεις προϋποθέσεις προκειμένου να πει η Γερμανία το «ναι» στην οικοδόμηση της ευρωζώνης ήταν όλα τα κράτη-μέλη να πάψουν να ελέγχουν πολιτικά τις κεντρικές τους τράπεζες. Η ΕΚΤ ήταν το αποτέλεσμα αυτών των διεργασιών. Κύρια αρμοδιότητά της είναι η διασφάλιση της νομισματικής σταθερότητας –όπως εξάλλου και σχεδόν κάθε ανεξάρτητης κεντρικής τράπεζας στον πλανήτη. Η πλειοψηφία των κεντρικών τραπεζών μάλιστα έχει θέση ως στόχο της διατήρηση του πληθωρισμού στα επίπεδα του 2% προκειμένου να εκπληρώνεται το καθήκον της νομισματικής σταθερότητας.


Η άποψη των επικριτών

Πάντως υπάρχουν και επικριτές της θεωρητικής αλλά και πραγματικής ανεξαρτησίας των κεντρικών τραπεζών. Ο όρος να μην ελέγχεται η κεντρική τράπεζα από την πολιτική ηγεσία μπορεί να καταστεί επικίνδυνος εάν η τράπεζα ασκεί κακή νομισματική πολιτική με άκρως αρνητικές επιπτώσεις στην οικονομία, τονίζουν, σχολιάζοντας ότι η ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών είναι δίκοπο μαχαίρι.

Επιπλέον, τίθεται το ερώτημα εάν και κατά πόσο η ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών τις εξαιρεί και από κάθε είδος δημοκρατικού ελέγχου. Δεν είναι έτσι, επισημαίνει ο οικονομολόγος Φόλκερ Βίλαντ: «Εφόσον οι κεντρικές τράπεζες παραμένουν εντός των ορίων της εντολής τους, δεν υπάρχει πρόβλημα. Διότι αυτή η εντολή –δηλαδή ο στόχος που καλείται να εξυπηρετήσει η κεντρική τράπεζα- έχει καθοριστεί από το κοινοβούλιο», υπογραμμίζει.

Παρόλα αυτά ακόμη και μέσα σε ένα τέτοιο εγγυητικό πλαίσιο μπορεί να γεννιούνται υποψίες για αδιαφανείς πρακτικές των κεντρικών τραπεζών. Ένα παράδειγμα είναι η ΕΚΤ, την οποία κατηγορούν –ιδιαίτερα στη Γερμανία- για έμμεση και παράτυπη κρατική χρηματοδότηση μέσω των ευρέων προγραμμάτων αγοράς κρατικών ομολόγων της και των εξαιρετικά χαμηλών βασικών επιτοκίων, τα οποία διευκολύνουν τον κρατικό δανεισμό.

Πηγή Deutsche Welle

Η υποτιθέμενη ανεξαρτησία της ΕΚΤ (ελέγχεται από την Γερμανία) οδήγησε στην φούσκα του ιδιωτικού χρέους (και στην περίπτωση της Ελλάδας του δημοσίου χρέους) δανείζοντας αφειδώς τις τράπεζες κάθε χώρας για να δανείζουν με τη σειρά τους στους πολίτες και τις επιχειρήσεις. Ο δανεισμός των πολιτών οδήγησε στην καταναλωτική και την στεγαστική φούσκα.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, η ΕΚΤ ζητούσε κρατικά ομόλογα σαν εγγυήσεις για να δανείζει τις ιδιωτικές τράπεζες κάνοντας έτσι δημόσιο το τραπεζικό χρέος. Μ' αυτό τον τρόπο το δημόσιο χρέος διπλασιάστηκε σαν αριθμός από τα 145 σε 298.5 δις ευρώ) σε 8 μόλις χρόνια από τότε που μπήκε η Ελλάδα στο ευρώ (1/1/2002-31/12/2009).

Η ''κρίση'' στην Ελλάδα έγινε από την ΕΚΤ και τις τράπεζες της Ελλάδας.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμα και η Νεοφιλελεύθερη Θάτσερ ήταν σφοδρά αντίθετη προς την ΕΚΤ, το ευρώ και την Ομοσπονδία του.


Διαβάστε περισσότερα »

Τετάρτη 8 Αυγούστου 2018

«Η Γερμανία υπονομεύει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα»


8/8/2018

Οι διεθνείς επικρίσεις για το συνεχιζόμενο υπερβολικό εμπορικό πλεόνασμα της Γερμανίας βρίσκουν σταδιακά ευήκοον ους και μέσα στη χώρα. Ειδικοί πιστεύουν ότι πρέπει να αυξηθεί η εσωτερική κατανάλωση.

Τα οικονομικά στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα η Ομοσπονδιακή Στατιστική Υπηρεσία επιτείνουν το κύμα επικρίσεων σε βάρος της Γερμανίας. Κατά το πρώτο εξάμηνο αυξήθηκαν κατά 3,9% οι εξαγωγές προϊόντων Made in Germany σε σχέση με το ίδιο διάστημα πέρυσι. Η αύξηση αφορά κυρίως στις εμπορικές συναλλαγές με χώρες της ΕΕ. Σε ότι αφορά τις εισαγωγές, παρά το γεγονός ότι τον Ιούνιο έμειναν στάσιμες, σε σχέση με τους πρώτους 6 μήνες του 2017 αυξήθηκαν κατά 4,8%. Τα δεδομένα αυτά δεν αλλάζουν τη διαπίστωση που τροφοδοτεί επικρίσεις για το συνεχιζόμενο υψηλό εμπορικό πλεόνασμα της Γερμανίας σε βάρος άλλων χωρών.


«Η Γερμανία υπονομεύει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα»

Σε πρόσφατο άρθρο του στην εφημερίδα die Welt ο Μορίς Όμπστφελντ, επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ, κάλεσε το Βερολίνο να μειώσει το πλεόνασμα κατηγορώντας το ότι υπονομεύει τη παγκόσμια χρηματοπιστωτική σταθερότητα και είναι συνυπεύθυνο για τον κίνδυνο εμπορικών διενέξεων και κρίσεων στον κόσμο. «Ο κίνδυνος από την παγκόσμια ανισορροπία δεν είναι άμεσος, αλλά όλες οι ενδείξεις προοιωνίζονται μεγαλύτερο άνοιγμα της ψαλίδας» επισημαίνει ο οικονομολόγος. Στις αντίστοιχες επικρίσεις που διατυπώνει συνεχώς ο Αμερικανός πρόεδρος Τραμπ ο Όμπστφελντ κάνει μόνο έμμεση αναφορά. «Χώρες όπως η Γερμανία με υπερβολικό εμπορικό πλεόνασμα γίνονται εύκολα στόχος μέτρων προστατευτισμού από τους εμπορικούς τους εταίρους» γράφει στο άρθρο του. «Υψηλό εμπορικό πλεόνασμα δεν είναι οπωσδήποτε ένδειξη ισχύος, αλλά απόδειξη αδυναμίας για επενδύσεις και μιας λιτότητας που ξεπερνά το όριο του αναγκαίου».

Στη Γερμανία οι επικρίσεις αρχίζουν να κερδίζουν έδαφος.«Το ΔΝΤ και ο Αμερικανός πρόεδρος έχουν στην κριτική τους δίκαιο», υποστηρίζει στη DW ο Φάμπιαν Λίντνερ, οικονομολόγος στο Ινστιτούτο Χανς Μπέκλερ. «Εξάγουμε περισσότερο από όσο εισάγουμε, που σημαίνει ότι οι άλλες χώρες αυξάνουν το χρέος τους για να εισάγουν γερμανικά προϊόντα. Ζούμε δηλαδή προκαλώντας χρέη σε άλλες χώρες, κι αυτό δεν είναι βιώσιμο. Μας αρέσει γιατί δεν είναι δικό μας το χρέος, είναι άλλων. Κάποια στιγμή όμως θα έχουν δυσκολίες, όπως φάνηκε από την δημοσιονομική κρίση του 2009, 2010».


«Τα ταμεία μας είναι γεμάτα»

Θα μπορούσε βέβαια να υποστηρίξει κανείς ότι τα γερμανικά προϊόντα είναι καλύτερα και προτιμούνται περισσότερο από άλλα, αλλά ο Φάμπιαν Λίντνερ διαφωνεί. «Το πρόβλημα είναι ότι εισάγουμε πολύ λιγότερο από όσο εξάγουμε, αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα. Και οφείλεται στο ότι η εσωτερική ζήτηση τα τελευταία 20 χρόνια έμεινε στάσιμη, πρόσφατα αυξήθηκε λίγο αλλά όχι αρκετά. Θα πρέπει να αυξήσουμε τις δημόσιες δαπάνες. Τα ταμεία είναι γεμάτα από φορολογικά έσοδα, που δεν είχαμε στο παρελθόν. Η κυβέρνηση θα μπορούσε να επενδύσει περισσότερο σε υποδομές. Έχουμε εμμονή με το να μην δημιουργούμε χρέος, δεν θέλουμε να το υπερβαίνουμε. Τώρα όμως που έχουμε πλεόνασμα θα μπορούσαμε να αυξήσουμε τους μισθούς για να ξοδεύουν περισσότερο τα νοικοκυριά και να αυξήσουμε τις εισαγωγές».

Πηγή Deutsche Welle
Διαβάστε περισσότερα »

Κυριακή 5 Αυγούστου 2018

Ελλάδα, μια από τις μεγαλύτερες υφέσεις σε περίοδο εκτός πολέμου


5/8/2018

Μόνο τέσσερις οικονομίες χωρών έχουν συρρικνωθεί περισσότερο από την Ελλάδα τα τελευταία δέκα χρόνια, γράφει η Washington Post. Η ελληνική οικονομία δεν θα επιστρέψει πριν το 2030 εκεί που βρίσκονταν το 2008.

Μετά από οκτώ χρόνια διασώσεων, πολιτικής των άκρων και ακόμα περισσότερων διασώσεων, η ελληνική οικονομία είναι επιτέλους έτοιμη να σταθεί μόνη της στα πόδια της. Ή, τουλάχιστον, ό,τι έχει απομείνει από την ελληνική οικονομία, γράφει η Washington Post.

Όπως επισημαίνει, «το καλό είναι πως η Ελλάδα πράγματι είναι έτοιμη να ολοκληρώσει το τελευταίο πρόγραμμα διάσωσής της και δεν θα χρειαστεί άλλη οικονομική βοήθεια, για την ώρα. Το κακό, όμως, είναι πως, όπως σημειώνει και το ΔΝΤ, ακόμα και με τα χαμηλότερα επιτόκια και τις πιο μακρές περιόδους αποπληρωμής που δόθηκαν στην Ελλάδα, η χώρα εξακολουθεί να έχει υπερβολικά υψηλό χρέος, υπερβολικά χαμηλή ανάπτυξη και έναν υπερβολικά εύθραυστο ιδιωτικό τομέα, για να μπορεί να λέει για πολύ πως δεν θα χρειαστεί άλλη βοήθεια.

Το χειρότερο είναι πως η Ευρώπη ίσως πανηγυρίζει τώρα χαρακτηρίζοντάς το ένα success story, όμως η Ελλάδα υπήρξε μια από τις μεγαλύτερες οικονομικές αποτυχίες εκτός πολέμου ή επανάστασης».

Σύμφωνα με την Washington Post, εξαιρουμένων μικροκρατών όπως το Σαν Μαρίνο, : η Λιβύη, η Υεμένη, η Βενεζουέλα και η Ισημερινή Γουινέα – οι δυο πρώτες μάλιστα μαστίζονται από εμφυλίους πολέμους. Ακόμα και η Ουκρανία, που ήταν μια από τις οικονομίες που επλήγησαν περισσότερο από την κρίση του 2019 και βρίσκεται σε πόλεμο δι’ αντιπροσώπων με τη Ρωσία από το 2014, τα έχει πάει καλύτερα από την Ελλάδα σ’ αυτό το διάστημα: η οικονομία της συρρικνώθηκε «μόλις» 17,8% από το 2008, έναντι του 23,6% της Ελλάδας.

Όπως σχολιάζει η Washington Post, αυτού του είδους η οικονομική κατάρρευση είναι συνήθως σύμπτωμα μιας ευρύτερης κρατικής κατάρρευσης. Και γι’ αυτό σχεδόν ποτέ δεν συμβαίνει σε πλούσιες χώρες. Από το 1900, υπήρξαν μόνο τρεις περίοδοι κατά τις οποίες οι ευρωπαϊκές οικονομίες συρρικνώθηκαν σε μια περίοδο δέκα ετών όσο η Ελληνική από το 2008: μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού.

Ειδικότερα, οι Βαλκανικοί πόλεμοι της δεκαετίας του 1910, ο Ισπανικός Εμφύλιος πόλεμος, ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος και οι γιουγκοσλαβικοί πόλεμοι της δεκαετίας του 1990. Αλλά υπάρχει και μία που σε μεγάλο βαθμό πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια καιρό ειρήνης. Αυτή ήταν ο υπερπληθωρισμός της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης στη Γερμανία.

Κατά την Washington Post, ένα από τα προβλήματα που επιδείνωσαν την κατάσταση για την Ελλάδα ήταν η ένταξή της στο ευρώ, καθώς δεν είχε τη δυνατότητα να υποτιμήσει το νόμισμά της.

Ο κανόνας του χρυσού και το ευρώ είναι παρόμοια, καθώς και τα δύο συστήματα σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών βάζουν τις χώρες σε δύσκολη θέση εάν πληγούν από ένα αρκετά μεγάλο σοκ γιατί η οικονομία τους «χρειάζεται» ένα φθηνότερο νόμισμα από αυτό που έχει στο πλαίσιο του συστήματος. Αλλά είναι διαφορετικά, διότι είναι πολύ απλούστερο να πούμε ότι το νόμισμα δεν θα είναι συνδεδεμένο με τον χρυσό, παρά να αντικαταστήσει το νόμισμά με ένα νέο.

«Η Ελλάδα, αντί για μέτρα τόνωσης της οικονομίας της, πήρε λιτότητα – και μάλιστα πολλή. Υπό τους όρους του προγράμματος διάσωσης που ολοκληρώνεται σύντομα, η Ελλάδα πρέπει να συνεχίσει να διατηρεί πλεονάσματα τουλάχιστον 2,2% του ΑΕΠ μέχρι το 2060. Άλλες τέσσερις δεκαετίες λιτότητας. Δεν είναι να απορεί, λοιπόν, κανείς που η ελληνική οικονομία μπορεί να μην επιστρέψει εκεί που ήταν το 2008, μέχρι το 2030.

Αυτό είναι που η Ευρώπη αποκαλεί επιτυχία: μια οικονομία που έχει συρρικνωθεί τόσο, ώστε να μοιάζει σαν να σπαράχθηκε από τον πόλεμο.», καταλήγει το δημοσίευμα της Washington Post.

Πηγή


Διαβάστε περισσότερα »

Παρασκευή 25 Μαΐου 2018

Ελλάδα: Αυστηρή επιτήρηση μέχρι το 2050


24/5/2018

Και μετά το τέλος του μνημονίου η Ελλάδα θα παραμένει για πολλές δεκαετίες σε καθεστώς εποπτείας, σημειώνει η Handelsblatt, ενώ το Spiegel Online παρατηρεί ότι σε σύγκριση με την Ιταλία η ελληνική κρίση ήταν ένα τίποτα.

Όπου βρεθεί κι όπου σταθεί ο Αλέξης Τσίπρας μιλά για «καθαρή έξοδο». Στις 20 Αυγούστου ο Έλληνας πρωθυπουργός θέλει να σπάσει τις αλυσίδες, γράφει η εφημερίδα Handesblatt σε άρθρο με τίτλο «Η Ελλάδα σε αυστηρή επιτήρηση για δεκαετίες». H οικονομική εφημερίδα παρατηρεί ότι «όσο περνά ο χρόνος γίνεται όλο και πια σαφές πως η ολοκλήρωση του προγράμματος δεν σημαίνει και το τέλος των όρων που θέτουν οι δανειστές. Και μετά την εκπνοή του προγράμματος στήριξης η Αθήνα θα παραμείνει σε καθεστώς εποπτείας, όπως προκύπτει από το κείμενο του ‘Συμπληρωματικού Μνημονίου‘ της Κομισιόν. Στις 40 σελίδες του κειμένου αναφέρονται οι λεπτομέρειες των ελέγχων που θα κληθούν να διασφαλίσουν ότι και μετά τις 20 Αυγούστου διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και δημοσιονομική πειθαρχία θα συνεχιστούν. Ως προς τις περικοπές και τους στόχους του προϋπολογισμού η ελληνική κυβέρνηση έχει ήδη δεσμευθεί. Το κείμενο της Κομισιόν ωστόσο κάνει λόγο για τη δυνατότητα φορολογικών αυξήσεων ήδη από την 1 Ιανουαρίου του 2019 σε περίπτωση που κριθεί αναγκαίο. Μια κακή είδηση για τον Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος θέλει να νικήσει στις επόμενες βουλευτικές εκλογές.


«Οι έλεγχοι θα συνεχιστούν το νωρίτερο μέχρι το 2050»

Η επιτήρηση μετά το τέλος του προγράμματος στην Ελλάδα θα ξεπερνά τα πλαίσια μια κανονικής εποπτείας, όπως εκείνη που βίωσαν άλλες χώρες της κρίσης (Ισπανία, Πορτογαλία, Ιρλανδία, Κύπρος) όταν εξήλθαν από το πρόγραμμα, συνεχίζει η εφημερίδα του Ντίσελντορφ. Την ίδια στιγμή δεν αποκλείεται να προστεθούν και άλλοι όροι σε περίπτωση που ο Αλέξης Τσίπρας λάβει την πολυπόθητη ελάφρυνση χρέους. Το ζήτημα θα συζητηθεί στο επόμενο Eurogroup στις 21 Ιουνίου. Ως γνωστόν το ΔΝΤ ζητά ελαφρύνσεις για να καταστεί βιώσιμο το χρέος. Ήδη όμως ο επικεφαλής του ΕΜΣ Κλάους Ρέγκλινγκ έχει δηλώσει ότι χορήγηση ελαφρύνσεων σημαίνει επιπλέον αξιολογήσεις καθώς και αυστηρότερους ελέγχους.

Ούτως ή άλλως η Ελλάδα θα πρέπει να μάθει να ζει με τους τακτικούς ελέγχους των δανειστών για πολλές ακόμα δεκαετίες. Μέχρι το τέλος του προγράμματος τον Αύγουστο η Ελλάδα θα έχει λάβει συνολικά 273 δις ευρώ. Σύμφωνα με τους κανόνες του ΕΜΣ μια χώρα θα βρίσκεται σε καθεστώς επιτήρησης μέχρι να αποπληρώσει το 75% του χρέους της. Στην περίπτωση της Ελλάδα αυτό σημαίνει ότι οι έλεγχοι θα συνεχιστούν το νωρίτερο μέχρι το 2050».

Πηγή Deutsche Welle

Διαβάστε περισσότερα »

Παρασκευή 18 Μαΐου 2018

Χανς Βέρνερ Ζιν: Η Ελλάδα πρέπει να φύγει από το ευρώ


31/10/2013

Ο Γερμανός οικονομολόγος πρόεδρος του Ινστιτούτου Ifo, μίλησε στον Τάσο Τέλλογλου στην εκπομπή ''Νέοι Φάκελοι'' για την αναγκαιότητα να επιστρέψει η Ελλάδα σε εθνικό νόμισμα.

- Θέλω αρχικά να σας ρωτήσω, γιατί πιστεύετε ότι η ελληνική οικονομία έχει πιθανότητα επιβίωσης μόνον εκτός του χώρου του ευρώ με την εισαγωγή ξανά της δραχμής;

- Η ελληνική οικονομία είναι πολύ ακριβή και πρέπει να ρίξετε το επίπεδο των τιμών κατά 30% για να φτάσετε το επίπεδο των τιμών της Τουρκίας. Νομίζω ότι αυτό είναι το καλύτερο μέτρο σύγκρισης για να είστε πάλι ανταγωνιστικοί και να εξαλειφθούν τα ελλείμματα σας στο εξωτερικό εμπόριο. Τότε θα έρθουν πάλι οι τουρίστες και η οικονομία θα αναζωογονηθεί, θα δημιουργηθούν ξανά δουλειές για όλους και η οικονομία θα μπορεί να αναπτυχθεί ξανά.

Αν κανείς δεν είναι πρόθυμος να πραγματοποιήσει αυτή την υποτίμηση του νομίσματος, τότε η Ελλάδα θα βρεθεί σε μία μόνιμη ακινησία γιατί το πρόβλημα είναι ότι η Ελλάδα όσο οι κεφαλαιοαγορές στην Ευρώπη ήταν πρόθυμες να την χρηματοδοτήσουν,  βρέθηκε στη θέση να συσσωρεύει όλο και περισσότερο χρέος κι έτσι να αναπτύσσει ένα πληθωριστικό επίπεδο τιμών και μισθών το οποίο δεν την κάνει ανταγωνιστική αλλά δημιουργεί ένα έλλειμμα εξωτερικού εμπορίου. Αυτό το έλλειμμα εξωτερικού εμπορίου δεν μπορεί να χρηματοδοτηθεί σε μεγάλη διάρκεια κι από 'κει προέρχεται η κρίση και η μία κρίση φέρνει την άλλη.

Σαν αποτέλεσμα αν η Ελλάδα δεν κάνει υποτίμηση, μία υποτίμηση που μπορεί κανείς να προσπαθήσει να καταφέρει βρισκόμενος μέσα στον χώρο του ευρώ. Τότε θα έπρεπε να γίνει μία συμφωνία μεταξύ όλων των συνδικάτων, του κράτους και των μεγάλων σωματείων, να μειωθούν οι τιμές. Αυτό μπορεί να γίνει, το έδειξε η Λιθουανία ή ακόμα και η Ιρλανδία. Και αυτοί μείωσαν τις τιμές κατά 12% μέσα σε τέσσερα χρόνια και το αποτέλεσμα ήταν να έχουν πάλι πλεονάσματα εξωτερικού εμπορίου, όμως το ελληνικό πρόβλημα είναι πολύ μεγαλύτερο από το ιρλανδικό ώστε φοβάμαι ότι εσείς δεν μπορείτε να το καταφέρετε αυτό. Μάλλον είμαι σίγουρος ότι δεν θα τα καταφέρετε.

Για 'σας ο καλύτερος δρόμος είναι διαφορετικός: η Ελλάδα προσωρινά -το τονίζω προσωρινά και μετά από δικιά της απόφαση- πρέπει να βγει από το ευρώ, να υποτιμήσει τη δραχμή, να γίνει ξανά υγιής και ανταγωνιστική και μετά να επιστρέψει στο ευρώ.Αυτό θα ήταν το καλύτερο για σάς.

Αν η Ελλάδα προχωρούσε σε υποτίμηση θα συνέβαιναν δύο πράγματα:

Κατ' αρχάς θα ήταν καλό για τη βιομηχανία εξαγωγών. Θα μπορούσε η χώρα να πουλήσει τα αγροτικά προϊόντα της, θα μπορούσε να προσελκύσει βιομηχανίες, να δελεάσει τους τουρίστες και κατά δεύτερον θα ερχόταν πολύ κεφάλαιο στη χώρα από το εξωτερικό. Οι πλούσιοι Έλληνες έχουν ήδη μεταφέρει όλα τους τα χρήματα στο εξωτερικό και περιμένουν να δουν πότε θα τα επιστρέψουν. Και φυσικά δεν θα τα επιστρέψουν αν το επίπεδο τιμών, συμπεριλαμβανομένων των τιμών της γης, διατηρείται στο σημερινό επίπεδο. Γιατί ξέρουμε ότι είναι τεχνητά υψηλό και κάποια στιγμή θα καταρρεύσει κι έτσι όσο δεν παραμερίζεται αυτή η ανασφάλεια για μια πιθανή κατάρρευση, δεν θα έρθουν τα κεφάλαια και η Ελλάδα θα παραμένει σε μία οικονομική νέκρωση με μία μεγάλη ανεργία. Αυτή την κατάσταση μπορεί κανείς να την ξεπεράσει μόνο με ένα μέσο: πρέπει οι τιμές να πέσουν κι αυτό μπορεί να γίνει είτε εντός του ευρώ είτε εκτός.

Επαναλαμβάνω ότι είναι πολύ πιο απλό για την Ελλάδα να επιστρέψει στη δραχμή και να την υποτιμήσει. Φυσικά στην αρχή θα έρθει μία μεγάλη καταιγίδα γιατί θα υπάρξει πανικός αναλήψεων αλλά μετά απ' αυτή την καταιγίδα θα λάμψει ξανά πολύ γρήγορα ο ήλιος και η χώρα θα έρθει σε μία πορεία μεγάλης οικονομικής ανάπτυξης. Αυτό το είδαμε στην Αργεντινή και σε πολλά άλλα κράτη που χρεοκόπησαν όπου σε καμία περίπτωση δεν κατάφερε ένα κράτος να μπει ξανά στον δρόμο της οικονομικής ανάπτυξης χωρίς υποτίμηση του νομίσματος του.

- Έχετε πει στο παρελθόν ότι μία μεγάλη εσωτερική υποτίμηση θα οδηγούσε σε έντονες αντιπαραθέσεις εντός της χώρας και μιλήσατε ακόμα και για εμφύλιο πόλεμο. Γιατί αυτό;

- Ναι, αυτή τη γνώμη έχω ακόμα. Δεν πιστεύω ότι είναι δυνατόν να κάνει κανείς τόσο μεγάλης έκτασης εσωτερική υποτίμηση όταν πρέπει να κατεβάσει τις τιμές κατά 30% μέσο όρο. Πρέπει να μειώσει στο μισό τις τιμές των εσωτερικά παραγόμενων προϊόντων γιατί τα εισαγόμενα δεν μπορείς να τα φθηνύνεις, δεν πιστεύω ότι γίνεται αυτό.

Η Γερμανία από το 1929 ως το 1933 είχε μία παρόμοια κατάσταση. Δεν μας επιτρεπόταν να υποτιμήσουμε το νόμισμα μας ενώ όλες οι άλλες χώρες είχαν κάνει υποτίμηση έναντι του χρυσού. Εμείς δεν επιτρεπόταν να το κάνουμε γιατί η Γερμανία δεν θα μπορούσε να πληρώσει τις πολεμικές αποζημιώσεις με ένα υποτιμημένο νόμισμα. Το αποτέλεσμα ήταν ότι η χώρα έχασε την ανταγωνιστικότητα της κι έπρεπε να πέσουν οι τιμές και οι μισθοί στο εσωτερικό μέσω μίας διαδικασίας λιτότητας και σμίκρυνσης της οικονομίας. Μέσα σε τέσσερα χρόνια, από το 1929 ως το 1933, οι μισθοί έπεσαν περίπου κατά 30% και οι τιμές των προϊόντων που παράγονταν στην Γερμανία έπεσαν κατά 23% αλλά αυτό δημιούργησε τέτοιες εντάσεις στην κοινωνία που η Γερμανία έφτασε στα όρια του εμφύλιου πόλεμου.

Παρατηρώντας αυτό το παράδειγμα της Γερμανίας, ο Κέινς ανέπτυξε τη θεωρία του ότι δεν είναι δυνατή μία εσωτερική υποτίμηση τόσο μεγάλης έκτασης. Αλλά και ο αντίπαλος του ο Φρίντμαν που κατά τα άλλα είχε τελείως διαφορετική αντίληψη της οικονομίας της αγοράς από τον Κέινς, συμμερίστηκε αυτή την άποψη, ότι τόσο μεγάλες υποτιμήσεις δεν είναι κοινωνικά εφικτές εντός ενός νομισματικού χώρου μέσω των μειώσεων των τιμών και των μισθών.

- Είπατε προηγουμένως ότι το κούρεμα που συμφωνήθηκε δεν είναι αρκετό. Γιατί όχι;

Όχι δεν το είπα αυτό. Είπα ότι το κούρεμα είναι ενός μεγέθους λογικού, αλλά αυτό που δεν καταφέρνει είναι να αποκαταστήσει την ανταγωνιστικότητα της Ελλάδας. Οι τιμές των προϊόντων που παράγονται στην Ελλάδα είναι ανεξάρτητες από το ύψος του κουρέματος γιατί δεν είναι αρκετό, δεν θα δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας στην Ελλάδα. Για να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας υπάρχει μόνον ένα μέσο, πρέπει να γίνει κανείς πιο φθηνός.


Διαβάστε περισσότερα »

Σάββατο 5 Μαΐου 2018

Η ανεπιτυχής διάσωση της Ελλάδας


30/4/2018

Το επικείμενο τέλος του τρίτου προγράμματος στήριξης και η διαφαινόμενη έξοδος της Ελλάδας από τα μνημόνια συνεχίζουν να τροφοδοτούν τα σχόλια και τις αναλύσεις των γερμανικών μέσων ενημέρωσης.

Σημαντικό ρόλο στην προσπάθεια της Ελλάδας να απαλλαγεί οριστικά από τα δεσμά των πιστωτών παίζει η γαλλική επενδυτική τράπεζα Rothschild, όπως αναφέρει η κυριακάτικη Frankfurter Allgemeine. «Όταν δεν μπορεί να βοηθήσει πλέον ο σοσιαλισμός, τότε καλούνται να αναλάβουν οι τραπεζικοί επενδυτές. Η αριστερή, λαϊκίστικη ελληνική κυβέρνηση, που είχε παραδοσιακά αντικαπιταλιστικά συνθήματα, επιστράτευσε επιφανείς καπιταλιστές ως βοηθούς στη μάχη κατά του χρέους. Με συμβούλους της επενδυτικής τράπεζας Rothschild ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας ξεκίνησε περιοδεία σε νυν και δυνητικούς χρηματοδότες. Η γαλλική τράπεζα επιβεβαίωσε προς την Frankfurter Allgemeine Sonntagszeitung ότι έχει λάβει εντολή από την ελληνική κυβέρνηση ως ‘οικονομικός σύμβουλος'. Σε ό,τι αφορά την αποστολή και τις δραστηριότητές της η Rotschild τηρεί σιγή ιχθύος. Η αποστολή της είναι εξαιρετικά λεπτή. Άλλες επενδυτικές τράπεζες έφεραν τον εαυτό τους σε εξαιρετικά δύσκολη θέση λόγω της Ελλάδας», γράφει η εφημερίδα παραπέμποντας στο παράδειγμα της Goldman Sachs.

Σύμφωνα με την FAS λόγω της ιδιαίτερης βαρύτητας που κατέχει η Γερμανία, η εκστρατεία αυτή της ελληνικής κυβέρνησης με την αρωγή της Rothschild οδηγεί συχνά στο Βερολίνο. Ήδη πριν την εαρινή Σύνοδο του ΔΝΤ ο Έλληνας υπουργός Οικονομικών Τσακαλώτος μετέβη στη γερμανική πρωτεύουσα για την πρώτη του συνάντηση με τον νέο Γερμανό ομόλογό του Σολτς ενώ την περασμένη εβδομάδα είχε τριήμερες επαφές στο Βερολίνο με οικονομικούς και πολιτικούς παράγοντες ο επικεφαλής του οικονομικού γραφείου του πρωθυπουργού, Γιώργος Τσίπρας.


Τι απέφερε τελικά η διάσωση της Ελλάδας;

«Η δυστυχία των Ελλήνων», είναι ο τίτλος άρθρου που υπογράφει επίσης στην κυριακάτικη έκδοση της FAS ο γνωστός Γερμανός οικονομολόγος Τόμας Μάιερ. Ο πρώην επικεφαλής οικονομολόγος της Deutsche Bank και νυν καθηγητής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο του Βίτεν/Χέρντεκε συγκρίνει την παγκόσμια οικονομική ύφεση που πυροδότησε το χρηματιστηριακό κραχ του 1929 με την οικονομική κρίση στην Ελλάδα και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο βασικός λόγος για τη διαφορετική εξέλιξη των κρίσεων έγκειται στη νομισματική πολιτική και την πολιτική των συναλλαγματικών ισοτιμιών. Η υποτίμηση του 1934 επέτρεψε στις ΗΠΑ την αύξηση της δανειοδότησης και κατ΄ επέκταση τη δημιουργία χρήματος και την αναθέρμανση της ανάπτυξης. Στην Ελλάδα, αντίθετα, αυτό αποτράπηκε λόγω της εμμονής να παραμείνει η χώρα στην ευρωζώνη».

«[…] Οι διασώστες βρίσκονται σήμερα αντιμέτωποι με συντρίμμια: η οικονομία συρρικνώθηκε κατά 25%, το χρέος αυξήθηκε (παρά το κούρεμα) στο 179% του ΑΕΠ ενώ οι τράπεζες βρίσκονται σε δεινή θέση. Η δανειακή βοήθεια (συμπεριλαμβανομένων των δανείων μέσω του Target 2) ανέρχεται στο 164% του ΑΕΠ. Προφανώς ποτέ άλλοτε στην ιστορία της διεθνούς οικονομικής βοήθειας τόσα πολλά χρήματα απέφεραν τόσο μικρή επιτυχία. Ο λόγος της καταστροφικής αυτής βοήθειας είναι η -εν είδει δόγματος- πολιτική που επέβαλαν Γαλλία και Γερμανία ότι καμία χώρα δεν μπορεί να εγκαταλείψει τη νομισματική ένωση ακόμη κι αν η συμμετοχή της σε αυτή καταστρέφει την οικονομία της. Στην περίπτωση της Ελλάδας το δόγμα αυτό επιβλήθηκε με υψηλό κόστος για όλους τους συμμετέχοντες. Στην περίπτωση της Ιταλίας όμως που δείχνει παρόμοιες αμυντικές αντιδράσεις, (το δόγμα) αναμένεται να αποτύχει. Κατά την επόμενη ύφεση το ‘Italexit' ενδέχεται να είναι η μοναδική διέξοδος από μια οικονομική κρίση και κρίση χρέους».


Ο Σολτς απογοήτευσε στη Σόφια

«Ο Σολτς απογοητεύει τους Νοτιοευρωπαίους», είναι ο τίτλος άρθρου στην οικονομική Handelsblatt που αναφέρεται στην επίσημη πρώτη του νέου υπουργού Οικονομικών της Γερμανίας Όλαφ Σολτς σε συμβούλιο των υπ. Οικονομικών της ΕΕ. «[…] Για τους Νοτιοευρωπαίους ο νέος Γερμανός υπουργός Οικονομικών είναι μια απογοήτευση. Ήλπιζαν ότι ο Σοσιαλδημοκράτης θα χαλαρώσει το δόγμα λιτότητας του Σόιμπλε και θα επιδείξει μεγαλύτερη διάθεση για αλληλεγγύη. Ήδη κατά τις προπαρασκευαστικές επαφές των αξιωματούχων ενόψει του Ecofin στη Σόφια όμως είχε διαφανεί ότι ο Σολτς εμμένει σε γνώριμες γερμανικές θέσεις. Αυτό ισχύει περισσότερο για το ιδιαίτερα αμφιλεγόμενο στη Γερμανία εγχείρημα συγχώνευσης των εθνικών σε ένα πανευρωπαϊκό ταμείο εγγύησης καταθέσεων».

«[…] Ο Σόιμπλε αρεσκόταν να νουθετεί τους υπόλοιπους Ευρωπαίους και έτσι απέκτησε τη φήμη του αλαζόνα. Εκεί όπου ο ίδιος προκαλούσε, ο Σολτς προτιμά να σιωπά. Το σχόλιο ενός Ευρωπαίου διπλωμάτη από την Ελλάδα: ‘Ο τόνος του Σολτς είναι πιο φιλικός, επί της ουσίας όμως είναι το ίδιο σκληρός'».

Πηγή Deutsche Welle
Διαβάστε περισσότερα »

Δευτέρα 16 Οκτωβρίου 2017

Γιατί το αδύναμο δολάριο είναι πρόβλημα για την Ευρώπη


25/9/2017

Του Mohamed El-Erian

Ενώ οι Αμερικανοί που επισκέπτονται την Ευρώπη ανακαλύπτουν ότι αγοράζουν λιγότερα με τα δολάρια τους, η πρόσφατη βουτιά του παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος είναι πολύ λιγότερο πρόβλημα των ΗΠΑ και πολύ περισσότερο του υπόλοιπου κόσμου, το οποίο αυξάνει τις ήδη πολύπλοκες οικονομικές και πολιτικές προκλήσεις.

Αποτελεί επίσης μια «καυτή πατάτα» που καταδεικνύει την διαρθρωτική ευπάθεια της παγκόσμιας οικονομίας και υπονομεύει το κρίσιμο θεμέλιο για την εδραίωση και την διατήρηση υψηλότερων τιμών στα στοιχεία ενεργητικού.

Σχολιάζοντας ένα δολάριο που είχε ενισχυθεί 5% από την ημέρα που κέρδισε τις εκλογές ως το τέλος εκείνου του έτους, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ προειδοποίησε τον Ιανουάριο ότι το νόμισμα είναι «πολύ ισχυρό» καθώς πλήττει την ικανότητα των αμερικάνικων εταιρειών να είναι ανταγωνιστικές διεθνώς.

Από τότε, το αμερικάνικο νόμισμα υποχωρεί σταθερά, αγγίζοντας ένα χαμηλό 33 μηνών προ ημερών σε μια πτώση 9% ως τώρα το 2017 στον σταθμισμένο δείκτη. Ήταν μια κίνηση ενάντια στα νομίσματα τόσο των ανεπτυγμένων όσο και των αναπτυσσόμενων οικονομιών, ακόμα και ορισμένων που είναι συνδεδεμένα με το δολάριο, όπως αυτό της Κίνας, το οποίο ωστόσο τις τελευταίες ημέρες έχει αρχίσει να αντιστέκεται.

Ο βασικός παράγοντας πίσω από την πτώση του δολαρίου είναι η συρρίκνωση της απόστασης ανάμεσα στις προσδοκίες της αγοράς για την οικονομική ανάπτυξη και την νομισματική πολιτική. Κατά τους τελευταίους μήνες, η πραγματική και αναμενόμενη ανάπτυξη αυξήθηκε στην Ευρώπη και στην Ασία, τόσο σε απόλυτους όρους όσο και σε σχέση με τις ΗΠΑ.

Ταυτόχρονα, με την πιθανότητα μιας αύξησης του επιτοκίου τον Δεκέμβριο να έχει πέσει σημαντικά (κάτω από το 30%), οι traders έχουν μεταφέρει για τον Ιούνιο του επόμενου έτους τις προσδοκίες μιας αύξησης του επιτοκίου από την Fed, την ίδια στιγμή που δέχονται σήματα από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ότι μπορεί να κινηθεί ακόμα και τον επόμενο μήνα στην ανακοίνωση σχεδίων για την μείωση των αγορών στοιχείων ενεργητικού.

Αν και ένα μέρος των αμερικάνικων νοικοκυριών και εταιρειών θα υποφέρουν από την υποτίμηση, ο ευρύτερος οικονομικός αντίκτυπος θα είναι ευνοϊκός. Ενισχύοντας την ανταγωνιστικότητα των τιμών, αποτελεί έναν ούριο άνεμο για την οικονομική δραστηριότητα και την δημιουργία θέσεων εργασίας. Στηρίζει τις χρηματοοικονομικές αγορές, δεδομένου ότου οι εταιρείες του S&P 500 αντλούν ένα σημαντικό μέρος των εσόδων τους από το εξωτερικό.

Επίσης, οριακά, αυξάνει τις πιθανότητες να προχωρήσει η Fed με την «όμορφη ομαλοποίηση» της μετά από μια αναπάντεχα παρατεταμένη εξάρτηση από τα πειραματικά μη συμβατικά μέτρα, δηλαδή επαναφέροντας τα επιτόκια και τον ισολογισμό σε λιγότερα ακραία και στρεβλωτικά επίπεδα χωρίς να εκτροχιάσει την ανάπτυξη ή να προκαλέσει χρηματοπιστωτική αστάθεια.

Η εικόνα είναι λιγότερο ρόδινη για τον υπόλοιπο κόσμο. Οι περισσότερες οικονομίες πρέπει να συμβιβαστούν τώρα με έναν πιο ισχυρό αντίθετο άνεμο για την ανάπτυξη και στην περίπτωση της Ευρώπης, καθοδικές πιέσεις στον πληθωρισμού που η κεντρική τράπεζα ανησυχεί ότι είναι ήδη πολύ χαμηλός.

Με τις διαρκείς καθυστερήσεις στην εφαρμογή των αναγκαίων φιλοαναπτυξιακών πολιτικών, αυτό αποδυναμώνει την ώθηση από την κυκλική ανάπτυξη και διογκώνει τις συνέπειες των διαρθρωτικών ελλειμμάτων σε μια υψηλότερη και πιο περιεκτική ανάπτυξη.

Η πορεία του δολαρίου τους τελευταίους 10 μήνες φέρνει στο προσκήνιο και μια σημαντική πτυχή των σημερινών αγορών νομισμάτων. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, όπως η Γερμανία, υπάρχουν πολύ λίγες χώρες που μπορούν να απορροφήσουν εύκολα μια παρατεταμένη περίοδο μεγάλης ανατίμησης του νομίσματος και αυτό για έναν απλό λόγο: οι μηχανές της ανάπτυξης είναι ακόμα πολύ αδύναμες.

Ως εκ τούτου, αντί να είναι μέρος μιας παγκόσμιας εξισορρόπησης που θα ενισχύει την ανάπτυξη, οι κινήσεις των νομισμάτων στις μέρες μας έχουν πολλά στοιχεία από παίγνια μηδενικού αθροίσματος και μπορούν να πυροδοτήσουν οικονομικό εθνικισμό.

Ο Τζον Κόναλι, όταν ήταν υπουργός Οικονομικών του Νίξον, είπε στους Ευρωπαίους ομολόγους του το 1971 πως το «δολάριο είναι δικό μας νόμισμα, αλλά δικό σας πρόβλημα». Με την διαρθρωτική ευπάθεια της σημερινής παγκόσμιας οικονομίας και με την συνεχιζόμενη υπερβολική εξάρτηση στην νομισματική πολιτική, το ρητό αυτό θα μπορούσε εύκολα να γενικευτεί για πολλά νομίσματα που αντιμετωπίζουν μια βαθιά πτώση.

Μέχρι το ζήτημα αυτό να επιλυθεί μέσω πιο συνεκτικών και συντονισμένων πολιτικών, οι αγορές νομισμάτων θα αποτελούν μια απειλή στην εδραίωση μιας συγχρονισμένης παγκόσμιας ανάκαμψης που είναι αναγκαία για την δικαιολόγηση των τιμών των μετοχών σε όλο των κόσμο.

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα »