Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γερμανικό χρέος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γερμανικό χρέος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 2019

Η διαγραφή του γερμανικού χρέους το 1953


27/2/2019

Του Timothy W. Guinnane

Η ελληνική κρίση χρέους έχει προκαλέσει έναν εντυπωσιακό αριθμό αναφορών σε μια σκοτεινή συμφωνία που υπεγράφη στο Λονδίνο πριν από 60 περίπου χρόνια. Η Συμφωνία Χρέους του Λονδίνου (LDA) του 1953 σηματοδότησε το τέλος μιας μακράς περιόδου γερμανικής αθέτησης πληρωμών στο εξωτερικό της χρέος που οφειλόταν τόσο στις κυβερνήσεις όσο και σε ιδιωτικούς φορείς. Η LDA μείωσε το χρέος σχεδόν στο μισό, αναδόμησε ό,τι απέμεινε, και συνέδεσε τις αποπληρωμές με τα έσοδα από τις εξαγωγές. Η Ελλάδα, σε μία από τις μεγαλύτερες ειρωνείες της ιστορίας, υπέγραψε την LDA ως πιστώτρια χώρα. Ο πρωθυπουργός Τσίπρας έχει υποστηρίξει ότι η Γερμανία θα πρέπει να εκτιμήσει το μάθημα του 1953 και να παρέχει παρόμοια διαγραφή του χρέους στην Ελλάδα σήμερα. Τόσο τα γερμανικά όσο και τα ελληνικά κόμματα έχουν διαστρεβλώσει την LDA και κάνοντάς το ατό, έκρυψαν τα κίνητρα των πιστωτών της Γερμανίας το 1953. Η LDA δίνει ένα σημαντικό μάθημα, αλλά μόνο αν κατανοηθεί με ακρίβεια.

Η συμφωνία του Λονδίνου

Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (Δυτική Γερμανία) ξεκίνησε να υπάρχει το 1949 ως μια κατεχόμενη περιοχή με περιορισμένη κυριαρχία. Οι τρεις δυτικές δυνάμεις κατοχής (Ηνωμένο Βασίλειο, Γαλλία και ΗΠΑ) έθεσαν ως προϋπόθεση για την πλήρη κυριαρχία -μεταξύ άλλων πραγμάτων- τη διευθέτηση του προβλήματος του εξωτερικού χρέους. Η LDA αντανακλά δύο διακριτές συμφωνίες. ΟΙ κυβερνήσεις κατοχής συμφώνησαν να μειώσουν τα λεφτά που χρωστούσε σε αυτούς η Γερμανία χάρη στα μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο προγράμματα, συμπεριλαμβανομένου και του αμερικανικού "Σχεδίου Μάρσαλ”. Αυτό το μέρος της συμφωνίας ήταν απλό, καθώς τα χρέη που δημιουργήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του ’40, δεν περιελάμβαναν σύνθετα ζητήματα αποτίμησης νομισμάτων ή επιτοκίων, και οι μόνες σχετικές πλευρές ήταν οι τέσσερις κυβερνήσεις. Το υπόλοιπο γερμανικό χρέος προέκυψε από τον δανεισμό μετά από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, και έθετε σύνθετα ζητήματα. Μεγάλο μέρος του χρέους αντανακλά ομόλογα που εκδόθηκαν από γερμανικές κρατικές οντότητρς και αγοράστηκαν από ιδιώτες επενδυτές αλλού. Άλλα χρέη αντανακλούν δανεισμό από γερμανικές επιχειρήσεις. Ένα σημαντικό δάνειο (το Dawes Loan) που χρονολογείται από το 1924, δεν είχε εξυπηρετηθεί από τις αρχές της δεκαετίας του ’30. Εάν υπολογιστεί με το συμβατικό επιτόκιο, μόνο το επιτόκιο θα άξιζε περισσότερο από το κύριο ποσό. Επιπλέον, το χρέος είχε εκδοθεί σε διάφορα νομίσματα, ορισμένα εκ των οποίων είχαν υποτιμηθεί τόσο πολύ που ακόμη και η πλήρης αποπληρωμή στη δεκαετία του 1950 θα αντιστοιχούσε σε πολύ λίγα.

Η κυβέρνηση της Δυτικής Γερμανίας επέμενε ότι κάθε διαπραγμάτευση να αναγνωρίζει την ικανότητά της να πληρώσει ως περιορισμένη, επισημαίνοντας ότι δεν είχε εξουσία στην Ανατολική Γερμανία, και ότι πολλές από τις γερμανικές υποδομές είχαν καταστραφεί από τον πόλεμο. Ο Hermann Abs, ο επικεφαλής Γερμανός διαπραγματευτής στο Λονδίνο, επέμενε ως βασική αρχή ότι ο δεσμευτικός περιορισμός ήταν η ικανότητα της Γερμανίας να παράγει κέρδη από τις εξαγωγές. Αυτή η προσέγγιση ουσιαστικά έχει καταστήσει κάθε πιστωτή ως ανταγωνιστή σε κάθε άλλον πιστωτή.

Για να υπάρξουν μειώσεις στις προπολεμικές υποχρεώσεις, η συμφωνία αφαιρεί κάποιους απλήρωτους τόκους επί των παλαιότερων δανείων και μείωσε τα επιτόκια για χρέη που επρόκειτο να αποπληρωθούν. Άλλη εξοικονόμηση προήλθε από μια περίτεχνη επεξεργασία των ρητρών χρυσού γραμμένων σε κάποιες δόσεις των προπολεμικών δανείων. Οι ρήτρες χρυσού ήταν ένα κοινό χαρακτηριστικό στα συμβόλαια του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ου αιώνα, απαιτώντας την αποπληρωμή σε νόμισμα αντίστοιχο με την αξία του χρυσού στο νόμισμα την περίοδο της έκδοσης. Η LDA το υποκατέστησε αυτό με ό,τι ισοδυναμεί σε ρήτρα αμερικανικού δολαρίου -εάν το αρχικό δάνειο είχε μια ρήτρα χρυσού, ο πιστωτής μετά από το 1953 θα λάμβανε πληρωμές αντίστοιχες με την αξία του δολαρίου για το νόμισμα, αντί της αξίας του χρυσού. Αυτή η απόφαση μείωσε μεγάλο μέρος του προπολεμικού χρέους, από τη στιγμή που οι ΗΠΑ είχαν υποτιμήσει το δολάριο σε σχέση με τον χρυσού το 1933. Η απόφαση επίσης προστάτεψε τους κατόχους ομολόγων σε νομίσματα άσχημα υποτιμημένα από μια πλήρη απώλεια της επένδυσής τους.

Η συμφωνία περιλαμβάνει δύο προβλέψεις που σκοπό είχαν να καταστήσουν σίγουρο ότι οι πληρωμές δεν θα κατέστρεφαν την γερμανική οικονομία. Ορισμένες πληρωμές με βάση τη LDA ήταν περιορισμένες από τα κέρδη των γερμανικών εξαγωγών, και σε κάθε περίπτωση η Γερμανία είχε το δικαίωμα να απαιτήσει διαβουλεύσεις, εάν οι πληρωμές έθεταν πολύ μεγάλες δυσκολίες. Και ενώ η LDA καθόρισε τις αρχές για τα χρέη όλων των γερμανικών φορέων και πλευρών, αρχικά δεν εφαρμόστηκε στην Ανατολική Γερμανία. Η ομοσπονδιακή δημοκρατία επέμενε ότι δεν θα μπορούσε να είναι υπεύθυνη για όλες τις γερμανικές υποχρεώσεις από τη στιγμή που διοικούσε μόνο ένα μέρος της χώρας. Οι Γερμανοί διαπραγματευτές στο Λονδίνο υπέθεσαν ότι η επανένωση θα ελάφρυνε το βάρος της καταβολής πληρωμών. Ορισμένες εκ των προπολεμικών υποχρεώσεων ομαδοποιήθηκαν σε πιθανές υποχρεώσεις που θα εκδιδόταν και θα εξυπηρετούνταν μόνο εάν ήταν ενωμένη η χώρα.

Χρέος επανορθώσεων;

Κάποιες (ιδιαίτερα γερμανικές) πλευρές της LDA απορρίπτουν τις απομειώσεις του χρέους υποστηρίζοντας ότι τα χρέη ήταν οι επανορθώσεις που απαιτούνταν από τη Συνθήκη των Βερσαλλιών, η οποία έληξε τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι απαιτήσεις για επανορθώσεις των Βερσαλιών ίσως ήταν υπερβολικές και απερίσκεπτες, αλλά η σύνδεση μεταξύ της LDA και των υποχρεώσεων για επανορθώσεις, είναι περιορισμένη. Τα μετά-πολεμικά χρέη αντανακλούν τα κόστη της υποστήριξης του αμάχου πληθυσμού στις ζώνης κατοχής. Αυτό το μέρος της υποτίμησης δεν έχει καμία σχέση με τις επανορθώσεις. Μεγάλο μέρος των προπολεμικών χρεών ήταν συνήθεις εμπορικές υποχρεώσεις, και άλλες αποτύπωναν ομόλογα που εκδόθηκαν από τις γερμανικές πόλεις και κρατίδια, του είδους των περιφερειακών τίτλων και των τοπικών κυβερνήσεων που εκδίδονται συνέχεια. Και πάλι, οι μειώσεις τέτοιων χρεών δεν έχουν καμία σχέση με τις επανορθώσεις.

Η μόνη σύνδεση μεταξύ της LDA και των αποζημιώσεων των Βερσαλλιών, απορρέουν από το Dawes Loan (1924) και το Young Loan (1929). Το Dawes Loan βοήθησε ώστε να σταθεροποιηθεί η γερμανική οικονομία μετά από τον υπερπληθωρισμό του 1921-1923. Αυτός ο υπερπληθωρισμός αποτυπώνει τη διαμάχη για τις επανορθώσεις, και το DAwes Loan στην ουσία επέτρεπε σε ιδιώτες πιστωτές να χρηματοδοτούν τις πληρωμές επανορθώσεων της Γερμανίας. Το Young Loan ήταν μέρος ενός σχεδίου για να μειωθεί το βάρος των συνεχιζόμενων πληρωμών επανορθώσεων που επιβλήθηκαν στη Γερμανία, εν μέρει με την αναχρηματοδότηση των τρεχουσών υποχρεώσεων για επανορθώσεις. Οι υποχρεώσεις αυτές ακυρώθηκαν το 1932. Η Γερμανία στην πραγματικότητα δανείστηκε περισσότερα από Αμερικανούς επενδυτές από όσα πλήρωσε σε επανορθώσεις.

Η Συμφωνία Χρέους του Λονδίνου ως προηγούμενο για μια ελληνική διάσωση;

Το οικονομικό θαύμα της Γερμανίας (Wirtschaftswunder) ραγδαία έδωσε ώθηση στα γερμανικά εισοδήματα στη δεκαετία του 1950. Η Γερμανία κατέβαλε τις απαιτούμενες πληρωμές με μικρότερη δυσκολία. Ακόμη και οι νέες υποχρεώσεις που τέθηκαν από την επανένωση του 1990, παρείχαν μικρή δυσκολία. Εκ των υστέρων θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι η LDA ήταν άσκοπα γενναιόδωρη. Περισσότερο συναφές με το ελληνικό ερώτημα είναι γιατί οι πιστωτές της Γερμανίας συμφώνησαν σε αυτό το deal το 1953. Εδώ, δυστυχώς για τους Έλληνες σήμερα, τα κίνητρα που οδήγησαν στη συμφωνία του 1953, ήταν εντελώς απόντα σήμερα.

Μετά από κάποιες αρχικές προτάσεις για το αντίθετο, οι τρεις δυτικές δυνάμεις κατοχής συμφώνησαν στην ανάγκη μιας ισχυρής, ευημερούσας Γερμανίας. Αυτή η απόφαση αποτύπωνε, εν μέρει, την ιστορική σημασία της γερμανικής οικονομίας στην ευρωπαϊκή και κατ’ επέκταση, στην παγκόσμια οικονομία. Οι εντάσεις με την Σοβιετική ¨Ενωση έκαναν "μετάσταση” στον Ψυχρό Πόλεμο”, αφήνοντας τους δυτικούς να ανησυχούν περισσότερο για την εδραίωση της Γερμανίας στις δυτικές πολιτικές και στρατιωτικές δομές, παρά για τα απλήρωτα χρέη. Στα αρχικά στάδια των συζητήσεων του Λονδίνου, η αμερικανική κυβέρνηση συμφώνησε να μειώσει τις απαιτήσεις της για αποπληρωμή των μετά-πολεμικών πιστώσεων από 3,2 δις δολάρια σε 2,1 δις δολάρια. Αυτή η απομείωση ισοδυναμούσε με περίπου το ένα τέταρτο του συνολικού γερμανικού εξωτερικού χρέους. Οι ΗΠΑ κατέστησαν αυτή τη μείωση να εξαρτάται από την ικανοποιητική διευθέτηση των μεταπολεμικών ζητημάτων χρέους. Το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία συμφώνησαν σε μικρότερες μειώσεις πολύ μικρότερων χρεών Πολλές από τις χώρες που εκπροσωπήθηκαν στη συμφωνία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία, ακόμη και η Ελλάδα, ήταν αποδέκτες σημαντικής αμερικανικής βοήθειας εκείνη την περίοδο, και είχαν καλό λόγο να συνεργάζονται με τις ΗΠΑ. Για την αμερικανική κυβέρνηση, τα ποσά που συζητήθηκαν στο Λονδίνο ήταν μέτρια. Το 1953 οι ΗΠΑ ξόδεψαν 50,4 δις δολάρια μόνο για την άμυνα. Αυτό το ποσό περιλαμβάνει το τρέχον κόστος του Πολέμου της Κορέας (ο οποίος έληξε τον Ιούλιο του 1953), καθώς και τις αρκετά μεγάλες στρατιωτικές δυνάμεις αλλού. Δεδομένων αυτών των δεσμεύσεων, τα 2 δις δολάρια ήταν ένα μικρό ποσό για να σταθεροποιήσει τον ρόλο της Γερμανίας ως ακρογωνιαίο λίθο της δυτικής συμμαχίας.

Κίνητρα

Η Ελλάδα σήμερα δικαιολογημένα δείχνει την LDA ως ένα προηγούμενο για την μείωση χρέους που επιδιώκει, αλλά η ελληνική θέση σήμερα έχει λίγα κοινά με τη Γερμανία τα τέλη της δεκαετίας του ’40. Η Ελλάδα ποτέ δεν ήταν σημείο αναφοράς για την ευρωπαϊκή οικονομία, ούτε είναι η Ελλάδα κρίσιμη σε μια συμμαχία που διοικείται από έναν εύπορο ηγεμόνα. Υπάρχουν άλλες σημαντικές διαφορές. Όσοι αντιδρούν στη διαγραφή του ελληνικού χρέους, ανησυχούν για τον ηθικό κίνδυνο. Εάν οι Έλληνες λάβουν διαγραφή χρέους, γιατί να πληρώσουν οι Πορτογάλοι; Το 1953 δεν υπήρχε μεγάλη ανησυχία για αυτό. Η Γερμανία δεν ήταν η μόνη κυβέρνηση που δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της, αλλά ήταν η μόνη σε θέση να αναμένει βοήθεια λόγω της σημασίας της. Μεγάλο μέρος του χρέους της Ελλάδας σήμερα, βρίσκεται στα χέρια των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων ή της ΕΚΤ. Αυτές οι κυβερνήσεις έχουν τις δικές τους δημοσιονομικές προκλήσεις και οι φορολογούμενοί τους δεν είναι σε διάθεση να παρέχουν δημοσιονομικές επιδοτήσεις για να διατηρήσουν μια νομισματική ένωση. Το έντονο ενδιαφέρον του Τύπου σημαίνει ότι οποιαδήποτε προσφορά (και τελικά συμφωνία) θα δημοσιευθεί ευρέως, σχεδόν άμεσα, και θα έχει πολιτικές επιπτώσεις στην Αθήνα, στο Βερολίνο και αλλού. Αντιθέτως η Διάσκεψη του Λονδίνου προσέλκυσε μικρή μόνο προσοχή από τον Τύπο, και οι αποφάσεις στις οποίες κατέληξε ήταν τόσο σύνθετες που λίγοι πλην μιας μικρής χρηματοοικονομικής κοινότητας, θα μπορούσαν στα αλήθεια να αντιληφθούν τι είχε συμφωνηθεί. Πόσοι απλοί πολίτες καταλαβαίνουν τις ρήτρες χρυσού; Ορισμένοι Αμερικανοί πολιτικοί αντέδρασαν στην αμερικανική πρόταση στο Λονδίνο στη δεκαετία του 1950, αλλά οι ανησυχίες τους δεν συνυπολογίστηκαν. Για μια κυβέρνηση και έναν λαό που έχει συνηθίσει να ξοδεύει τεράστια ποσά σε στρατιωτικούς και συναφείς σκοπούς, η αμερικανική συμβολή στις διαπραγματεύσεις του Λονδίνου ήταν ασήμαντη.

Η LDA έχει ένα σημαντικό μάθημα για τη σημερινή κρίση. Οι διαπραγματευτές του Λονδίνου εκπροσωπούσαν χώρες που μόλις είχαν θάψει χιλιάδες, ακόμη και εκατομμύρια πολιτών τους εξαιτίας ενός βίαιου πολέμου που η οφειλέτρια χώρα προκάλεσε σε άλλους. Ωστόσο η βάση των διαπραγματεύσεων ήταν αξιοσημείωτα ρεαλιστική. Ορισμένοι ιδιώτες επενδυτές ήταν στα αλήθεια έξαλλοι με την μεταχείριση που έτυχαν. Η γερμανική Bundestag αρχικά αρνήθηκε να επικυρώσει τη συμφωνία, θεωρώντας ότι έδινε πολλά σε μια γαλλική δύναμη κατοχής που θεωρούνταν ως άχρηστη. Και ορισμένες πτυχές αντανακλούν τη δυσαρέσκεια της προσέγγισης των ΗΠΑ, την οποία θα μπορούσε κάποιος δικαίως να χαρακτηρίσει ως "bullying” με καρνέ επιταγών. Αλλά από τις διαπραγματεύσεις έλειπε η ηθικολογία και ο εθνικός μύθος ή το ιστορικό παράπονο που χαρακτηρίζει τις συζητήσεις της κρίσης σήμερα. Οι Έλληνες πολιτικοί έχουν προσπαθήσει να κάνουν την Γερμανία να αισθανθεί άσχημα για τον ρόλο της στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ κάποιοι Γερμανοί πολιτικοί δεν κρύβουν την περιφρόνησή τους για την πολιτική τάξη της Ελλάδας. Η LDA από την άλλη πλευρά, ήρθε διότι οι κορυφαίοι συμμετέχοντες συμφώνησαν πως μια λύση για το πρόβλημα του χρέους ήταν προς το συμφέρον του γερμανικού λαού, των πιστωτών της Γερμανίας και των Ευρωπαίων και των Βορειοαμερικανών συμμάχων τους. Παρόμοιος ρεαλισμός θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια λογική λύση των προβλημάτων της Ελλάδας σήμερα.

*Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο VoxEU.org, ένα policy portal που ιδρύθηκε από το Center for Economic Policy Research (CEPR)

Πηγή

Η πρωτότυπη δημοσίευση εδώ.

Διαβάστε περισσότερα »

23/2/1953: πριν 66 χρόνια, η φτωχή Ελλάδα ενέκρινε το κούρεμα του γερμανικού χρέους


27/2/2019

Με το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου η Γερμανία βρέθηκε με μια αδύναμη οικονομία, από την οποία έλειπε εκείνο που την χαρακτήριζε προπολεμικά, η βαριά βιομηχανία.
Επιπρόσθετα είχε την υποχρέωση να εξοφλήσει το δημόσιο χρέος που κουβαλούσε από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τα δάνεια που είχε πάρει κατά την περίοδο του μεσοπολέμου και τα δάνεια που είχε ληστρικά αρπάξει από τις διάφορες χώρες που είχε καταλάβει κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Ήταν προφανές ότι κάτω από τέτοιες συνθήκες η οικονομική ανάκαμψη της χώρας θα ήταν εξαιρετικά χρονοβόρα, αφού δεν θα είχε τη δυνατότητα να παράξει επαρκές πρωτογενές πλεόνασμα. Η ριζική μείωση χρέους και η ταχεία ανοικοδόμηση της Δυτικής Γερμανίας μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο κατέστησαν δυνατές, χάρη στην πολιτική βούληση των πιστωτών της, ήτοι των Ηνωμένων Πολιτειών και των βασικών δυτικών συμμάχων τους (Βρετανία, Γαλλία).

Έτσι ο βασικός λόγος για τον οποίο η μεταπολεμική Γερμανία κατάφερε να ξεπεράσει σε χρόνο – ρεκόρ τα οικονομικά προβλήματα ήταν η συμφωνία της 23ης Φεβρουάριου του 1953.

Τι ακριβώς προέβλεπε αυτή η συμφωνία;

Η τριμερής επιτροπή για το γερμανικό εξωτερικό Χρέος, που δημιούργησαν η Μεγάλη Βρετανία, η Γαλλία και οι ΗΠΑ ξεκίνησε από τον Ιούνιο του 1951 – σε συνεργασία με τη γερμανική πλευρά – την καταμέτρηση των συνολικών υποχρεώσεων της ηττημένης πλευράς, καθώς και την έρευνα τρόπου αποπληρωμής αυτών. Οι τρεις αυτές χώρες θεωρούσαν πρωταρχικό στοιχείο να καθοριστεί το ποσό που θα μπορούσε να καταβάλλει η Γερμανία ετησίως έναντι της συνολικής της οφειλής.

Η συμφωνία κατέληξε στην εντυπωσιακή μείωση του χρέους κατά περίπου 60% και υπογράφηκε από τις κυβερνήσεις του Βελγίου, του Καναδά, της Δανίας, της Γαλλίας, της Ελλάδας, του Ιράν, της Ιρλανδίας, της Ιταλίας, του Λουξεμβούργου, της Νορβηγίας, του Πακιστάν, της Ισπανίας, της Σουηδίας, της Ελβετίας, της Νοτίου Αφρικής, του Ηνωμένου Βασιλείου, των ΗΠΑ και της (ενωμένης τότε) Γιουγκοσλαβίας.

Οικονομικές απαιτήσεις από τη Γερμανία είχαν 70 χώρες και το 1953 το συνολικό χρέος της χώρας ανερχόταν σε 30 δισ. μάρκα (σχεδόν 15,3 δισ. ευρώ) και αντιστοιχούσε μόλις στο 23% του ΑΕΠ. Το μισό χρέος αφορούσε την προπολεμική και το υπόλοιπο τη μεταπολεμική περίοδο.

Στη διάρκεια της συμφωνίας του Λονδίνου τα ποσά μειώθηκαν σε 7,5 δισ. μάρκα για την πρώτη περίοδο και σε 7 δισ. μάρκα για τη δεύτερη. Σε ποσοστό, αυτό αντιπροσωπεύει μείωση κατά 62,6%.

Επιπλέον, η συμφωνία προέβλεπε τη δυνατότητα αναστολής των πληρωμών για να επαναδιαπραγματευθούν οι όροι, αν συνέβαινε μια ουσιαστική αλλαγή που περιόριζε τη διαθεσιμότητα των πόρων.

Για να διασφαλιστεί ότι η οικονομία της Δυτικής Γερμανίας έμπαινε πραγματικά σε επανεκκίνηση ώστε να αποτελεί ένα κεντρικό και σταθερό στοιχείο στο ατλαντικό μπλοκ ενώπιον του ανατολικού μπλοκ, οι Σύμμαχοι πιστωτές έκαναν πολύ σημαντικές παραχωρήσεις προς τις χρεωκοπημένες γερμανικές αρχές και εταιρείες που υπερέβαιναν κατά πολύ μια απλή μείωση του χρέους.

Την εποχή εκείνη η Ευρώπη χρειαζόταν μια ισχυρή Δυτική Γερμανία ως προπύργιο ενάντια στον κομμουνισμό. Έτσι οι πιστωτές της χώρας συναντήθηκαν στο Λονδίνο και έδειξαν ότι έχουν κατανοήσει ότι έπρεπε να βοηθήσουν μια χώρα να ανακάμψει από την καταστροφή. Έδειξαν επίσης κατανόηση στο γεγονός ότι το χρέος δεν μπορεί ποτέ να θεωρηθεί ευθύνη του οφειλέτη και μόνο.

Η Ελλάδα πήρε μέρος οικειοθελώς σε μια συμφωνία για να συμβάλλει στη δημιουργία μιας σταθερής και ευημερούσας Δυτικής Ευρώπης, παρά τα εγκλήματα πολέμου, που οι Γερμανοί κατακτητές είχαν προκαλέσει μόλις λίγα χρόνια πριν

Βασική ιδέα

Η βασική αρχή ήταν πως η Γερμανία υποχρεωνόταν να αποπληρώσει το χρέος, που απέμεινε μετά τη διαγραφή, διατηρώντας ένα επίπεδο ανάπτυξης, που θα την καθιστά ικανή να ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις της και να βελτιώνει παραλλήλως το βιοτικό επίπεδο του λαού της. Θα επέστρεφε στη φερεγγυότητα χωρίς ο δρόμος αυτός να περνά μέσα από τη φτώχεια του πληθυσμού της. Επιπλέον, αν η εκπλήρωση αυτών των όρων υπερέβαινε τις πραγματικές δυνατότητές της, θα επανεξεταζόταν η γενική συμφωνία, μ΄ επιμέρους διαπραγματεύσεις.

Από τη γερμανική πλευρά «αρχιτέκτονας» της συμφωνίας ήταν ο Χέρμαν Αμπς. Διοικητής της Deutsche Bank την περίοδο του χιτλερισμού, άτυπος οικονομικός σύμβουλος των βρετανικών δυνάμεων κατοχής στη Γερμανία κι αργότερα συνεργάτης του καγκελάριου Αντενάουερ, αλλά και διοικητής της Dresdner Bank μέχρι τη δεκαετία του 1970. Με «ελληνική δράση», μάλιστα, αφού συμμετείχε κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής στο αναγκαστικό δάνειο του Χίτλερ από την Ελλάδα και στον έλεγχο του τραπεζικού συστήματος.

Με τις ρυθμίσεις δεν είναι καθόλου περίεργο πως η αποπληρωμή του γερμανικού χρέους έγινε δυνατή πολύ νωρίτερα από το προβλεπόμενο. Μετά την πλήρη εφαρμογή του σχεδίου (1958) το χρέος έπεσε στο 6% του ΑΕΠ. Το 1960 η Γερμανία απαλλάχτηκε από τοκοχρεολυτικές υποχρεώσεις.

Οι νικητές του Β Παγκοσμίου Πολέμου είχαν πάρει «μαθήματα» από τις ανάλογες ρυθμίσεις, που είχαν επιβάλει στην ηττημένη Γερμανία μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Τότε είχαν εξοντώσει το γερμανικό λαό και οδήγησαν στη φασιστικοποίηση της χώρας. Η συμφωνία του Λονδίνου, σε συνδυασμό με το σχέδιο Μάρσαλ, ήταν η βάση για το περίφημο μεταπολεμικό «οικονομικό θαύμα».

Η γερμανική οικονομία σημείωσε καταπληκτικές επιδόσεις από τότε. Σε διάστημα δέκα χρόνων το ΑΕΠ διπλασιάστηκε. Ουδέποτε στο μέλλον καταγράφηκαν τόσο υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης όσο τη δεκαετία που ακολούθησε. Η συμφωνία του Λονδίνου θεωρήθηκε τα κατοπινά χρόνια από πολλούς ως πρότυπο λογικής ρύθμισης χρεών κι έγινε σημείο αναφοράς στις διεκδικήσεις φτωχών και υπερχρεωμένων χωρών. Όπως επίσης κι άλλων πρωτοβουλιών έως τις μέρες μας.

Μέτρα διευκόλυνσης

Η βασική ιδέα ότι «το ύψος της εξυπηρέτησης του χρέους δεν πρέπει να είναι τέτοιο, ώστε να θέτει σε κίνδυνο, άμεσα μεν την ευημερία των πολιτών της χώρας, μακροπρόθεσμα δε την ανοικοδόμηση της οικονομίας της» έγινε κοινός τόπος σε θεωρητικό επίπεδο. Δυστυχώς μόνο σε θεωρητικό…

Για να επιτευχθεί η παραπάνω ιδέα οι πιστωτές δέχτηκαν:

1. Ότι η Γερμανία θα πλήρωνε είτε στο εθνικό της νόμισμα, το μάρκο, είτε σε σκληρό νόμισμα (δολάρια, ελβετικά φράγκα, λίρες…).

2. Ενώ στις αρχές του 1950, η χώρα εξακολουθούσε να έχει αρνητικό εμπορικό ισοζύγιο (η αξία των εισαγωγών ξεπερνούσε εκείνη των εξαγωγών), οι πιστώτριες δυνάμεις δέχτηκαν ότι η Γερμανία θα μπορούσε να μειώσει τις εισαγωγές της και να παράγει δικά της προϊόντα, αντί να τα εισάγει. Συνεπώς, επιτρέποντας στη Γερμανία να αντικαταστήσει τις εισαγωγές αγαθών με δική της παραγωγή, οι πιστωτές συμφωνούσαν να μειώσουν τις εξαγωγές τους προς αυτή. Με το 41% των γερμανικών εισαγωγών από τη Βρετανία, τη Γαλλία και τις Ηνωμένες Πολιτείες για την περίοδο 1950-51 και με το μερίδιο των άλλων πιστωτριών χωρών που συμμετείχαν στη διάσκεψη (Βέλγιο, Ολλανδία, Σουηδία και Ελβετία), το σύνολο ανήλθε στο 66%.

3. Επετράπη στη Γερμανία να πωλεί τα προϊόντα της στο εξωτερικό, για να επιτύχει ένα θετικό εμπορικό ισοζύγιο.

Η σχέση μεταξύ της εξυπηρέτησης του χρέους και των εσόδων από τις εξαγωγές δεν έπρεπε να υπερβαίνει το 5%. Αυτό σήμαινε ότι η Δυτική Γερμανία δεν θα έπρεπε να ξοδεύει περισσότερο από το ένα εικοστό των εσόδων από τις εξαγωγές της για να εξυπηρετεί το χρέος της. Στην πράξη, μόλις το 4,2% των εσόδων της από τις εξαγωγές πήγαν στην εξυπηρέτηση του χρέους της (αυτό το ποσοστό ανήλθε το 1959). Έτσι και αλλιώς, δεδομένου ότι ένα μεγάλο μέρος του γερμανικού χρέους εξοφλήθηκε σε γερμανικά μάρκα, πράγμα που σήμαινε ότι η γερμανική κεντρική τράπεζα μπορούσε και εξέδιδε νέο χρήμα, με άλλα λόγια, μπορούσε και έβαζε σε λειτουργία το τυπογραφείο νομίσματος (ή ρευστοποιούσε το χρέος).

Επιπροσθέτως, εφαρμόστηκε ένα εξαιρετικό μέτρο: έγινε μια δραστική μείωση των επιτοκίων, τα οποία κυμάνθηκαν μεταξύ 0 και 5%.

Τέλος, πρέπει να ληφθούν υπόψη οι δωρεές σε δολάρια των ΗΠΑ προς τη Δυτική Γερμανία: 1,17 δισ. δολάρια με το σχέδιο Μάρσαλ μεταξύ 3 Απρ. 1948 και 30 Ιουνίου 1952 (ήτοι περίπου 10 δισ. σημερινά δολάρια) συν τουλάχιστον 200 εκατομμύρια δολάρια (περίπου 2 δις σημερινά) μεταξύ 1954 και 1961, κυρίως μέσω του Διεθνούς Οργανισμού Ανάπτυξης των Ηνωμένων Πολιτειών (USAID).

Λόγω αυτών των εξαιρετικών συνθηκών, η Δυτική Γερμανία ανέκαμψε οικονομικά πολύ γρήγορα και τελικά απορρόφησε την Ανατολική Γερμανία στις αρχές της δεκαετίας του 1990.

Σήμερα είναι μακράν η ισχυρότερη οικονομία στην Ευρώπη.

Πηγή


Διαβάστε περισσότερα »

Πέμπτη 28 Ιουνίου 2018

Kλ. Ρέγκλινγκ: Το Grexit ήταν η ακριβότερη λύση


25/6/2018

Συνέντευξη στη SZ παραχώρησε ο επικεφαλής του ΕΜΣ Kλ. Ρέγκλινγκ με αναφορές στην Ελλάδα. Ο γερμανικός τύπος σχολιάζει επίσης την έκτακτη σύνοδο στις Βρυξέλλες για το προσφυγικό.

Λίγο πριν την κρίσιμη σύγκληση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στις 28 και 29 Ιουνίου, όπου θα συζητηθούν μεταξύ άλλων οικονομικά και δημοσιονομικά θέματα, ο επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ΕΜΣ,ESM) Κλάους Ρέγκλινγκ παραχώρησε συνέντευξη στη Süddeutsche Zeitung. Μίλησε για το παρελθόν αλλά και το μέλλον του ΕΜΣ, κάνοντας αρκετές αναφορές και στην Ελλάδα. Όταν πριν από 8 χρόνια συστάθηκε ο EMΣ, θυμάται ο ίδιος χαρακτηριστικά, «δεν υπήρχαν καν εργαζόμενοι, ούτε γραφείο. Δεν είχα καν τηλεφωνικό νούμερο, μετά είχα απλώς ένα email. (…) Αλλά στη συνέχεια ξαφνικά έπρεπε να κάνω πολύ περισσότερα από όσα είχα φανταστεί (…). H κρίση φούντωσε, εξαπλώθηκε από την Ελλάδα ως την Ιρλανδία, την Πορτογαλία και έπειτα στην Ισπανία και την Κύπρο, θέτοντας σε κίνδυνο τη δημοσιονομική σταθερότητα συλλήβδην της ζώνης του ευρώ. Αλλά, κρίσεις συμβαίνουν. Και ο ΕΜΣ ήταν η απάντηση στην ευρωκρίση» αναφέρει χαρακτηριστικά. Οκτώ χρόνια μετά τη δημιουργία του ΕΜΣ, ο ίδιος εκτιμά ότι παρά τα βήματα που έχουν γίνει υπάρχουν ακόμη ανοιχτά θέματα για τα οποία πρέπει να ληφθούν άμεσα αποφάσεις, όπως η τραπεζική ένωση ή η ευρωπαϊκή εγγύηση καταθέσεων.


« Η ελληνική οικονομία έχει αναδιαρθρωθεί πλήρως»

Τι συμβαίνει όμως στο μεταξύ με τις τράπεζες σε Ελλάδα και Κύπρο και το πρόβλημα των κόκκινων δανείων και τους κινδύνους που θέτουν; Πράγματι υπάρχει πρόβλημα, σημειώνει ο ίδιος, λέγοντας ωστόσο ότι έχει δρομολογηθεί η μείωσή τους. «Αυτά τα προβλήματα του παρελθόντος θα πρέπει να εξαλειφθούν πριν τεθεί σε ισχύ η εγγύηση καταθέσεων».Σε ερώτηση του δημοσιογράφου σχετικά με το κατά πόσο η Αθήνα μπορεί να καταφέρει μόνη της μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος στήριξης ο Κλάους Ρέγκλινγκ σημειώνει: « Η ελληνική οικονομία έχει αναδιαρθρωθεί πλήρως τα τελευταία οκτώ χρόνια. (…) Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι η Αθήνα μπορεί να βγει ξανά στις αγορές. Και ότι θα μας επιστρέψει επίσης τα δάνειά της. Θα διαρκέσει λίγο όλο αυτό, αλλά και η τελευταία αποπληρωμή δόσης της Συμφωνίας για το γερμανικό χρέος το 1953 έγινε το 2010. Κανείς δεν το παρατήρησε αυτό – Και κάτι τέτοιο φαντάζομαι και για την Ελλάδα.» Ποιο ήταν όμως κατά τον Ρέγκλινγκ το μεγαλύτερο λάθος κατά την οκταετή διαχείριση της ελληνικής κρίσης; «Μερικές φορές χρειαστήκαμε πολύ χρόνο για να λάβουμε αποφάσεις. Αλλά έπρεπε πρώτα να αναπτύξουμε νέα εργαλεία (σσ: διαχείρισης της κρίσης). Δεν μπορούσε κανείς να φανταστεί ότι θα ξεσπούσε μια τόσο μεγάλη κρίση. Αν οι αποφάσεις είχαν ληφθεί γρηγορότερα θα είχαμε εξοικονομήσει περισσότερα χρήματα. Ακόμη και νωρίτερα θα ήταν δυνατόν να γίνουν ελαφρύνσεις στο χρέος».

Τέλος ο Κλ. Ρέγκλινγκ ερωτάται τι πίστευε όταν ο Β. Σόιμπλε πρότεινε το σενάριο Grexit. «Είχα την άποψη πάντα, κι αυτό το είχα πει στον κύριο Σόιμπλε, ότι ένα Grexit θα ήταν η ακριβότερη λύση. Για την Ελλάδα και τους πιστωτές. Αλλά καταλάβαινα επίσης, γιατί θα μπορούσε κανείς να το δει και διαφορετικά. Εάν μια χώρα υπερέβαινε τα όρια, τότε θα έπρεπε να υποστεί τις συνέπειες. Δεν ήταν μια τρελή σκέψη. Αλλά είναι καλό που μπορέσαμε να κρατήσουμε την Ελλάδα, την Ιρλανδία, την Πορτογαλία στη νομισματική ένωση. Και χάρη στον EMΣ. Πιστεύω η Ευρώπη σήμερα θα ήταν αλλιώς, αν δεν ήμασταν κι εμείς εκεί τότε», αναφέρει ο Κλ. Ρέγκλινγκ.


Προς  τα πού βαδίζει η Ευρώπη στο προσφυγικό;

Η Frankfürter Allgemeine Zeitung σχολιάζει την έκτακτη σύνοδο για το προσφυγικό στις Βρυξέλλες. «Ήταν τελικά μια καλή ιδέα να συγκληθεί την Κυριακή μια «άτυπη συνάντηση» με θέμα την πολιτική ασύλου;» διερωτάται ο σχολιογράφος. Και συνεχίζει: «Το ότι τελικά, αντί των οκτώ χωρών που αρχικά είχαν προσκληθεί, συμμετείχαν δεκαέξι, δείχνει ότι ακόμη πολλές κυβερνήσεις συνεχίζουν να έχουν συμφέρον για μια κοινή λύση. Ενδιαφέρον έχει το ποιοι απουσίαζαν: οι Ανατολικοευρωπαίοι. Πρόκειται για μια αξιοσημείωτη πράξη (αυτο)απομόνωσης. Πώς θα μπορούν πια οι Δυτικοευρωπαίοι καθώς επίσης και οι Γερμανοί πολιτικοί να δικαιολογήσουν προς τους ψηφοφόρους τους την οικονομική βοήθεια προς την Πολωνία, την Ουγγαρία, την Τσεχία ή τη Σλοβακία, όταν οι εκεί κυβερνήσεις δεν είναι διατεθειμένες να διεξάγουν διάλογο;». Το σχόλιο κλείνει παρατηρώντας ότι «αν η ΕΕ δεν παραμείνει ενωμένη στο θέμα της πολιτικής ασύλου, τότε η θα μετατραπεί βαθμιαία σε μια 'Ευρώπη των εθνών', κάτι που ονειρεύονται μάλιστα πολλοί και στη Γερμανία. Όλοι θα κάνουν ό,τι θέλουν και η συνεργασία θα είναι εφικτή μόνο για συγκεκριμένα θέματα. Σπανίως γίνεται λόγος για το τι θα μπορούσαμε χάσουμε από μια τέτοια στάση. Κι αυτό δεν είναι τίποτα άλλο από τα ανοιχτά σύνορα –κι αυτά όχι μόνο για τους μετανάστες, αλλά κυρίως για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις της Ευρώπης».

H Frankfurter Rundschau γράφει για το ίδιο θέμα: «Ήδη από πριν ήταν σαφές: Δεν θα προέκυπτε τίποτα από τη μίνι έκτακτη σύνοδο με θέμα την πολιτική ασύλου, λίγες μέρες πριν τη Σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Ήταν λοιπόν μια συμβολική σύνοδος; Όχι ακριβώς. Υπήρχε στην αρχή λόγος για τη διεξαγωγή της, πριν βέβαια αυτός χαθεί, όταν η Ιταλία απείλησε να μην έρθει στις Βρυξέλλες, εάν η Γαλλία και η Γερμανία δεν συμφωνούσαν προηγουμένως σε σειρά θεμάτων. Η Μέρκελ έπρεπε να κάνει πίσω. Επιθυμεί από τη μια πλευρά να μεταπείσει την Ιταλία, που είναι πρώτη χώρα υποδοχής, αλλά από την άλλη, ο εθνολαϊκιστής υπ. Εσωτερικών της Ιταλίας δεν θέλει η χώρα του να δεχθεί 'ούτε έναν πρόσφυγα επιπλέον'. Για τον λόγο αυτό η σύνοδος δεν είχε σκοπό να οδηγήσει σε δύσκολες αποφάσεις. Η Μέρκελ θέλει να διασφαλίσει την εξουσία της, αναζητά εταίρους, θέλει να δει πού υπάρχει χώρος για συμβιβασμούς, για παράδειγμα μέσω παροχής οικονομικής βοήθειας. Εάν παραμείνει απομονωμένη, τότε η διάλυση της καγκελαρίας της από τον Ζεεχόφερ είναι δεδομένη».

Πηγή Deutsche Welle
Διαβάστε περισσότερα »