25/4/2013
«Και θα το ξανάκανα.»
Η παγκόσμια οικονομική κρίση αποκάλυψε αδυναμίες στην ευρωπαϊκή νομισματική ένωση και την έκανε να φαίνεται περισσότερο σαν ένα πολιτικό κατασκεύασμα παρά σαν ένα συνεκτικό οικονομικό σχέδιο. Τα προβλήματα αυτά είναι ιδιαίτερα επώδυνα για τις περιφερειακές χώρες της ευρωζώνης, όπως η Ελλάδα, που έχουν βρεθεί με μη ανταγωνιστικό εξαγωγικό τομέα και τεράστιο χρέος.
Αλλά το ευρώ ήταν καλή ιδέα όταν η Ελλάδα αποφάσισε να το υιοθετήσει και ακόμα μπορεί να είναι.Ως Έλληνας υπουργός οικονομικών την περίοδο 1994-2001, πέτυχα η χώρα να μπει στην ευρωζώνη και ακόμα πιστεύω ότι ήταν η σωστή απόφαση.
Γιατί η Ελλάδα επεδίωξε να συμμετάσχει στην οικονομική και νομισματική ένωση;
Οι οικονομικές επιδόσεις μετά την πετρελαϊκή κρίση στις αρχές της δεκαετίας του '70 ήταν κακές. Η Ελλάδα είχε αργή ανάπτυξη, υψηλό πληθωρισμό και ανεργία, τεράστια δημοσιονομικά ελλείμματα, αύξηση του χρέους, υποτίμηση του νομίσματος και ανεπαρκείς υποδομές.Οι κυβερνήσεις δεν είχαν μακροοικονομική πειθαρχία και η τάση τους να υποκύπτουν σε λαϊκιστικές απαιτήσεις και τα κατεστημένα συμφέροντα αντιπροσώπευαν ένα μεγάλο μέρος της οικονομικής αδυναμίας της χώρας μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του '90. Η αποκατάσταση της Δημοκρατίας το 1974 ενοποίησε τα ανθρώπινα και πολιτικά δικαιώματα και προώθησε την κοινωνική δικαιοσύνη αλλά απέτυχε να εκσυγχρονίσει την ελληνική οικονομία.
Στο μυαλό της προοδευτικής ελίτ της χώρας, η είσοδος στην οικονομική και νομισματική ένωση φάνηκε η τέλεια λύση για τα δημοσιονομικά δεινά της Ελλάδας. Το σκεπτικό ήταν ότι κάτω από τους κοινούς κανόνες της ευρωζώνης θα δημιουργούσε ένα σύστημα ''καρότου και μαστιγίου'' που θα οδηγούσε το πολιτικό σύστημα να βάλει μακροπρόθεσμους στόχους όπως η παραγωγικότητα και αύξηση της απασχόλησης που ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες της χώρας.
Εν πρώτοις τα γεγονότα πήγαν βάσει σχεδίου κατά την περίοδο προσχώρησης της Ελλάδας στο ευρώ. Την περίοδο 1994-2000 η οικονομία γρήγορα σταθεροποιήθηκε και ο πληθωρισμός και τα δημοσιονομικά ελλείμματα μειώθηκαν δραστικά. Οι επιχειρήσεις και οι καταναλωτές έγιναν πιο σίγουροι, οι επενδύσεις αυξήθηκαν και η κυβέρνηση έθεσε σ' εφαρμογή ένα πακέτο φιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων.
Ο ρυθμός ανάπτυξης αυξήθηκε από -1.6% το 1993 σε 4% το 1997 και παρέμεινε σ' αυτό το επίπεδο μέχρι το 2007.Περίπου δέκα χρόνια πριν ωστόσο, τα πράγματα πήραν μία στροφή προς το χειρότερο. Ο υπερβολικός δανεισμός της Αθήνας δημιούργησε μία πιστωτική φούσκα που έσκασε όταν η παγκόσμια οικονομική κατάρρευση αντέστρεψε τις θετικές τάσεις στην παγκόσμια οικονομική απόδοση.
Τι πήγε στραβά; Μία διαδεδομένη απάντηση είναι ότι η Ελλάδα δεν ήταν ποτέ κατάλληλη να μπει στην ευρωζώνη και χρειάστηκε να κατασκευάσει πλαστά στοιχεία για να εξασφαλίσει την ένταξη της. Πράγματι, αρκετά χρόνια μετά αποκαλύφθηκε ότι το έλλειμμα ήταν το 1999 υψηλότερο από το 3% που απαιτείτο για την συμμετοχή στο ευρώ.Αλλά αυτή η αναθεώρηση των στοιχείων δεν ήταν εσκεμμένη παραποίηση; Ήταν μάλλον αυθαίρετη και με πολιτικά κίνητρα μεταβολή των λογιστικών μεθόδων. Ήταν σαν να ανέλαβε ένας καινούργιος διευθυντής μία εταιρεία και άλλαξε την μέθοδο μέτρησης της αποτελεσματικότητας για να δείξει ότι η εταιρεία ήταν αποτυχημένη πριν.
Τα προβλήματα που είχε κατόπιν η Ελλάδα δεν προέκυψαν από την ενταξιακή διαδικασία αλλά άρχισαν στα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας όταν προέκυψαν μεγάλες ανισορροπίες μεταξύ των χωρών της ευρωζώνης. Η ανταγωνιστικότητα των περιφερειακών χωρών, ιδιαίτερα της Ελλάδας, της Ιρλανδίας, της Ιταλίας, της Πορτογαλίας και της Ισπανίας, επιδεινώθηκε αισθητά σε σύγκριση με εκείνη των χωρών του πυρήνα της ευρωζώνης. Οι κυβερνήσεις στην περιφέρεια έκαναν τα στραβά μάτια στην συσσώρευση του δημόσιου και του ιδιωτικού χρέους, που δημιούργησαν τεράστια ελλείμματα ενώ οι βόρειοι είχαν πλεονάσματα. Οι πλεονάζουσες αποταμιεύσεις του πυρήνα μεταφέρθηκαν στην περιφέρεια με τη μορφή δανείων τα οποία στην περίπτωση της οικονομικής κρίσης δημιούργησαν την απειλή των κρατικών χρεοκοπιών και μία πιθανή διάλυση της οικονομικής ένωσης.
Είναι αλήθεια ότι ορισμένα από αυτά τα προβλήματα ήταν αποτέλεσμα των των αρχικών αδυναμιών από τότε που φτιάχτηκε η ευρωζώνη. Επειδή είναι μία ατελής νομισματική ένωση, οι λιγότερο ανταγωνιστικές οικονομίες δεν μπορούν να αυξήσουν τις εξαγωγές τους μέσω της υποτίμησης των νομισμάτων τους ούτε βασίζονται σε έναν υπερεθνικό δανειστή της έσχατης ανάγκης.
Παρ' όλα αυτά, τα προβλήματα στην Ελλάδα δεν ήταν το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της προσχώρησης στο ευρώ. Η Αθήνα θα μπορούσε να α είχε αποφύγει πιέζοντας για δημοσιονομική εξυγίανση ώστε να πληρώσει το χρέος της και να πραγματοποιούσε τις μεταρρυθμίσεις που θα ενίσχυαν την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας Αντί να πέσει στην δημοσιονομική χαλαρότητα και την αδράνεια στις μεταρρυθμίσεις που άρχισαν να χαρακτηρίζουν την ελληνική πολιτική, η χώρα έπρεπε να συνεχίσει την απελευθέρωση και την ιδιωτικοποίηση της οικονομίας και την επιτάχυνση του εκσυγχρονισμού του κράτους.
Η επίλυση της κρίσης απαιτεί την ανάληψη δράσης τόσο σε επίπεδο ευρωζώνης όσο και στις εθνικές πρωτεύουσες. Οι υπερχρεωμένες χώρες πρέπει να μειώσουν τα ελλείμματα τους και να ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα τους με την φιλελευθεροποίηση των οικονομιών τους και την προώθηση της ευελιξίας των μισθών. Η μείωση της σπατάλης του δημοσίου, η καταπολέμηση της ευρέως διαδεδομένης φοροδιαφυγής καθώς και η κατάργηση των περιοριστικών πρακτικών στην οικονομία, είναι απαραίτητα για να ωφελήσει το ευρώ την Ελλάδα. Την ίδια στιγμή σε επίπεδο ευρωζώνης, η νομισματική ένωση πρέπει να επεκταθεί και να γίνει μία πλήρως αναπτυγμένη οικονομική ένωση με κοινά δημοσιονομικά και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.
Οι πολιτικές που η ευρωζώνη είχε ξεκινήσει για την αντιμετώπιση της κρίσης χρέους ήταν ανεπαρκείς ακόμα και αυτοκαταστροφικές. Οι υπερχρεωμένες χώρες έχουν αναγκαστεί να πάρουν εξαιρετικά σκληρά μέτρα λιτότητας όπως αυξήσεις φόρων και περικοπές στους μισθούς και τις συντάξεις του δημόσιου τομέα. Αυτά θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί αν οι περιφερειακές χώρες εφάρμοζαν διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις ιδίως ιδιωτικοποίηση κρατικών εταιρειών, το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων και συρρίκνωση του δημόσιου τομέα.
Οι ηγέτες της ευρωζώνης έκαναν τα πράγματα χειρότερα παραλείποντας να προωθήσουν τα μέτρα που θα μπορούσαν για τις αρνητικές επιπτώσεις της λιτότητας στην ζήτηση. Η Γερμανία αρνήθηκε να επωφεληθεί από την ισχυρότερη δημοσιονομική θέση της έτσι ώστε να υιοθετήσει περισσότερο επεκτατικές πολιτικές και καλύτερη βοήθεια για τις περιφερειακές οικονομίες. Η ΕΚΤ εν τω μεταξύ, δεν έχει χαλαρώσει τη νομισματική πολιτική στον βαθμό που απαιτείται για την αύξηση του πληθωρισμού στις χώρες του πυρήνα κι έτσι να διευκολυνθεί το κλείσιμο του χάσματος της ανταγωνιστικότητας με την περιφέρεια.
Η συνέχιση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στην περιφέρεια δεν θα είναι εύκολη. Η Ελλάδα για παράδειγμα, έχει επιλέξει τα τελευταία αρκετά χρόνια να εξαπλωθεί η δυστυχία με οριζόντια μέτρα παρά να αντιμετωπίσει τα ιδιαίτερα συμφέροντα που εμποδίζουν τις μεταρρυθμίσεις. Σ' αυτές περιλαμβάνονται οι επιχειρήσεις των προστατευμένων αγορών όπως η ηλεκτρική ενέργεια, ο δημόσιος τομέας και τα συνδικάτα. Η ατζέντα των μεταρρυθμίσεων είναι πιθανό να κινείται αργά για τα επίπεδα της ευρωζώνης γιατί αγγίζει ευαίσθητα ζητήματα συμπεριλαμβανομένης της κατανομής των πόρων εντός της νομισματικής ένωσης και της μεταφορά της εθνικής κυριαρχίας σε ευρωπαϊκούς θεσμούς.
Μπορεί η Ελλάδα να επιβιώσει στην ευρωζώνη; Αυτό εξαρτάται από το εάν το πολιτικό σύστημα της χώρας θα βρει τη δύναμη να κάνει τις μεταρρυθμίσεις και κατά πόσον η ευρωζώνη θα αναδιαμορφώσει τις πολιτικές της υιοθετώντας για την ανάπτυξη και θα κινηθεί πιο τολμηρά στο δρόμο προς την ενοποίηση.
Σε δύο μέτωπα δεν υπάρχει λόγος να είμαστε αισιόδοξοι.Το πολιτικό σύστημα στην Ελλάδα παραμένει διασπασμένο και αδύναμο παρά την εμφάνιση μετά τις εκλογές του Ιουνίου μιας κυβέρνησης προσανατολισμένης στις μεταρρυθμίσεις. Εν τω μεταξύ όσο πλησιάζουν οι γερμανικές εκλογές του φθινοπώρου είναι δυνατόν να αναβάλουν τυχόν δύσκολες αποφάσεις στην ευρωζώνη αφού το Βερολίνο θα είναι απρόθυμο να υλοποιήσει κάποιες μακρόπνοες δεσμεύσεις.
Παρ' όλα αυτά οι συνέπειες της εξόδου της Ελλάδας από την ευρωζώνη θα ήταν καταστροφικές τόσο για τη χώρα όσο και για όλη την Ευρώπη. Η επακόλουθη αστάθεια θα προκαλέσει μία απότομη πτώση του ελληνικού βιοτικού επιπέδου και η Αθήνα χωρίς πίεση από πάνω, θα έχανε το κίνητρο για να προχωρήσει σε κρίσιμες μεταρρυθμίσεις. Ένα δάκρυ στη νομισματική ένωση άλλωστε, θα μπορούσε να υπονομεύσει τη συνοχή ολόκληρης ης ευρωζώνης. Αν η υπόσχεση μιας πιο τέλειας ένωσης δεν ενθαρρύνει την Ευρώπη να κάνει τις απαραίτητες διορθώσεις, ο κίνδυνος της άλλης εκδοχής θα τις κάνει πραγματικότητα..
Πηγή


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου