15/9/2013
Από τις επετείους καταστροφών του Σεπτέμβρη πιο έντονα θυμόμαστε την επίθεση στους Δίδυμους Πύργους πριν από 12 χρόνια.
Όμως στις 15 Σεπτέμβρη συνέβη αυτό που πιο πολύ καθορίζει την καθημερινότητά μας: η Lehman Brothers υπέβαλε αίτηση πτώχευσης. Τότε φαινόταν πως ο ουρανός θα έπεφτε στο κεφάλι των τραπεζών, της Γουόλ Στριτ και των golden boys των χρηματαγορών. Πέντε χρόνια μετά, ο ουρανός μοιάζει να έχει πέσει πάνω στα εργατικά και μικρομεσαία κοινωνικά στρώματα Ευρώπης και Αμερικής, που παλινδρομούν μεταξύ ανεργίας και φτώχειας.
Ένα από τα συμπεράσματα που είχαν εξαχθεί από τον πρώτο απολογισμό της κρίσης ήταν ότι η ύπαρξη τεράστιων πιστωτικών ιδρυμάτων σε έναν τόσο διασυνδεδεμένο κόσμο δημιουργεί συστημικούς κινδύνους. Παρεμβατικές ενέργειες όπως η διάσωση των Fannie Mae και Freddie Mac ή της ασφαλιστικής AIG από το αμερικανικό δημόσιο, καθώς και τόσες άλλες από κυβερνήσεις στην Ευρώπη, δεν θα έπρεπε να επαναληφθούν.
Για να γίνει κάτι τέτοιο δυνατό, επιχείρηση του χρηματοοικονομικού κλάδου που να είναι «πολύ μεγάλη για να πτωχεύσει» -too big to fail- δεν θα έπρεπε να υπάρχει. «Ποτέ ξανά δεν θα είναι ο Αμερικανός φορολογούμενος όμηρος τραπεζών που η χρεοκοπία τους είναι απαγορευτική λόγω του μεγάλου μεγέθους τους», δήλωνε στις αρχές του 2010 ο πρόεδρος Ομπάμα. Αυτή υπήρξε και η κυρίαρχη πολιτική δέσμευση και στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.
Ωστόσο, στην Αμερική οι έξι μεγαλύτερες τράπεζες της χώρας όχι απλώς διατηρούν τα μεγέθη τους, αλλά τα έχουν αυξήσει κιόλας. Σύμφωνα με στοιχεία του Bloomberg, το ενεργητικό των -κατά σειρά μεγέθους- JPMorgan Chase, Bank of America, Citigroup, Wells Fargo, Goldman Sachs και Morgan Stanley είναι κατά 28% μεγαλύτερο σε σχέση με το 2007, όταν άρχισαν να πέφτουν τα κομμάτια του ντόμινο που οδήγησε και στην πτώση της Lehman.
14,4 τρις
Το άθροισμα των έξι ενεργητικών έφτασε τα 9,6 τρισ. δολάρια στο δεύτερο τρίμηνο του 2013. Συνολικά το ενεργητικό των τραπεζών στις ΗΠΑ, σύμφωνα με την Ομοσπονδιακή Εταιρεία Ασφάλισης Καταθέσεων, έφτασε τα 14,4 τρισ. δολάρια στα τέλη Μαρτίου.
Σχεδόν λησμονημένες είναι πια οι προεδρικές εξαγγελίες για την εισαγωγή του «κανόνα Βόλκερ» για διαχωρισμό των επενδυτικών και εμπορικών δραστηριοτήτων των τραπεζών, αφού προσέκρουσαν στα μέλη του κογκρέσου. Ο νόμος που συζητιέται τώρα προβλέπει τόσες πολλές εξαιρέσεις, που ούτε ο ίδιος ο Βόλκερ, ο οποίος τον εισηγήθηκε, είναι βέβαιος ότι θα κάνει αυτό που ήθελε. Οι τράπεζες δεν έχουν εφαρμόσει ακόμα και τις διατάξεις ενεργών νόμων, όπως ο Ντοντ-Φρανκ, ο οποίος έχει τεθεί εδώ και τρία χρόνια σε ισχύ. Μόνο 40 από τις 398 προβλέψεις του τηρούνται.
Στο μεταξύ, οι έξι ρυθμιστικές αρχές των ΗΠΑ συγκρούονται για τις αρμοδιότητές τους και τα στελέχη τους πολιορκούνται στενά από τους λομπίστες των τραπεζών. Ενδεικτικό είναι ότι μόνο για ένα σκέλος του νόμου Ντοντ-Φρανκ, αυτό που αφορά τις συναλλαγές για λογαριασμό της ίδιας της τράπεζας, δικηγόροι, μεγαλοστελέχη, δημοσιοσχεσίτες και άλλα είδη που ευδοκιμούν στους διαδρόμους της εξουσίας είχαν περισσότερες από 700 συναντήσεις με αξιωματούχους, προκειμένου να αλλάξει το περιεχόμενό του.
Στο πλαίσιο έρευνας για τους λόγους της οικονομικής κρίσης έγινε γνωστό ότι τη δεκαετία προ της κρίσης περισσότερα από 2,7 δισ. δολάρια διοχετεύτηκαν από τον χρηματοπιστωτικό κλάδο σε δραστηριότητες «λόμπινγκ» και άλλο ένα δισεκατομμύριο δόθηκε ως συνεισφορά σε προεκλογικές καμπάνιες. Η έρευνα διεξήχθη από μία ad hoc επιτροπή, γνωστή και ως «επιτροπή Αγγελίδης», από το όνομα του Ελληνοαμερικανού προέδρου της, η οποία σχηματίστηκε από την αμερικανική κυβέρνηση και απαρτιζόταν από μέλη του κογκρέσου.
Η επιρροή των τραπεζιτών πάνω στο πολιτικό κατεστημένο στην πράξη δεν αμφισβητήθηκε, ούτε όταν έμοιαζαν στριμωγμένοι στη γωνία. Μεταξύ των επιτευγμάτων τους ήταν και η εξουδετέρωση πρότασης της Fed να μπει ανώτατο όριο στο ποσοστό που μπορεί η μία συστημική τράπεζα να διασυνδέεται με μία άλλη. Η Goldman Sachs έβγαλε τότε μία αρκετά εκφοβιστική ανακοίνωση που έλεγε ότι το όριο θα έβλαπτε την αμερικανική ανάπτυξη και θα στοίχιζε 300.000 θέσεις εργασίας. Παρομοίως έπραξαν και οι άλλες μεγάλες τράπεζες και η πρόταση ξεχάστηκε.
Υπάρχουν και άλλοι παράγοντες αβεβαιότητας για τις αμερικανικές τράπεζες, που δεν εξαλείφτηκαν έως τώρα. Πρώτον, το πραγματικό μέγεθός τους παραμένει άγνωστο, καθώς τα -δύσκολα ελέγξιμα- εκτός ισολογισμού στοιχεία του ενεργητικού τους -κυρίως παράγωγα- συγκρίνονται ευθέως με τα εντός ισολογισμού. Τα πράγματα θα παραμείνουν θολά, καθότι οι νομοθέτες απέρριψαν προτάσεις για απλοποίηση και εναρμόνιση με τον υπόλοιπο κόσμο των λογιστικών προτύπων που ακολουθούνται στην Αμερική. Ύστερα, οι χιλιάδες θυγατρικές των αμερικανικών τραπεζών σε ολόκληρο τον πλανήτη κάνουν δυσκολότερη την εποπτεία των δραστηριοτήτων τους.
Τέλος, η μόχλευση των τραπεζών παραμένει υψηλή, σύμφωνα με πολλές απόψεις, αν και υπάρχουν κάποιοι που επισημαίνουν ότι έχουν γίνει κάποια θετικά βήματα. Σαν ένα τέτοιο θεωρείται το ότι η Morgan Stanley το 2007 είχε ενεργητικό 38 φορές μεγαλύτερο από το μετοχικό κεφάλαιό της, λόγος που τον περασμένο Ιούνιο είχε πέσει στο 14.
Τα πράγματα δείχνουν να είναι δυσκολότερα για τις τράπεζες στην ευρωπαϊκή όχθη του Ατλαντικού, όπως δηλαδή είναι και η κατάσταση στην πραγματική οικονομία. Η σύγκριση της κερδοφορίας μπορεί να πει πολλά. Οι έξι μεγαλύτερες αμερικανικές τράπεζες εντός του τριμήνου που προηγήθηκε του Ιουνίου κατέγραψαν κέρδη 23 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Στο ίδιο διάστημα Deutsche Bank, Barclays και UBS δεν συγκέντρωσαν από κοινού ούτε ένα δισεκατομμύριο κέρδος.
Γενικά οι ευρωπαϊκές τράπεζες παρουσιάζουν πολύ μεγαλύτερη δυσκολία στη συγκέντρωση κεφαλαίων για να μειώσουν το ρίσκο που παρουσιάζουν και να συγκεντρώσουν συγχρόνως αποθέματα για πιθανά νομικά έξοδα.
Η δυσκολία είναι φυσιολογική, διότι, πριν ακόμα αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη μετά τις τοποθετήσεις σε τοξικά παράγωγα και σε ακίνητα φουσκωμένων κτηματαγορών, οι επενδυτές συνειδητοποίησαν πως οι ευρωπαϊκές τράπεζες είναι φορτωμένες και με κρατικά ομόλογα αμφίβολης εξασφάλισης (βλέπε Ελλάδα).
Ας σημειωθεί εδώ ότι το ενεργητικό του τραπεζικού τομέα στην ΕΕ ανερχόταν στα 35,9 τρισεκατομμύρια ευρώ ή 282% του ΑΕΠ των 27 κρατών της για το 2011, σύμφωνα με στοιχεία της EBF, της ομοσπονδίας ευρωπαϊκών τραπεζών. Στην ευρωζώνη, ειδικότερα, ο τραπεζικός τομέας έφτανε το 323% του ΑΕΠ της. Το ενεργητικό του αμερικανικού τραπεζικού τομέα ως ποσοστό επί του αμερικανικού ΑΕΠ είναι πολύ χαμηλότερο από τα ευρωπαϊκά επίπεδα και φτάνει το 90%.
Η διαφορά στα σχετικά μεγέθη έκανε τους Ευρωπαίους νομοθέτες να κινηθούν με μικρότερη ταχύτητα από τους Αμερικανούς στο θέμα της πίεσης για εκκαθάριση και ανακεφαλαιοποίηση μετά το κραχ του φθινοπώρου του 2008. Δεν απαίτησαν την άμεση συμμόρφωση με τα επίπεδα επάρκειας που θεωρούνται ασφαλή για τις τράπεζες, διότι κάτι τέτοιο θα ήταν αδύνατο.
Η ΕΚΤ
Στο νέο πλαίσιο που διαμορφώνεται οι μεγαλύτερες τράπεζες θα προσπαθήσουν να συμμορφωθούν με τις απαιτήσεις του εποπτικού πλαισίου Βασιλεία ΙΙΙ, κόβοντας στοιχεία από το ενεργητικό τους. Η ΕΚΤ μέσα στο 2014 θα αρχίσει να ελέγχει τα στοιχεία αυτά, έχοντας θέσει αυστηρότερα όρια για τη μόχλευση, γεγονός που αναμένεται να αυξήσει τις κεφαλαιακές ανάγκες των τραπεζών.
Οι βρετανικές τράπεζες έως το 2019, για παράδειγμα, θα πρέπει να έχουν συγκεντρώσει 120 δισ. λίρες (189 δισ. δολάρια) για να συμμορφωθούν με τα πρότυπα της Βασιλείας ΙΙΙ, σύμφωνα με έκθεση της Τράπεζας της Αγγλίας. Η Deutsche Bank και η Barclays ανακοίνωσαν ήδη την πρόθεσή τους για αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου στο προσεχές διάστημα.
Σε κάθε περίπτωση, το βασικότερο στοιχείο της προσαρμογής των ευρωπαϊκών τραπεζών είναι η απομόχλευση και το ψαλίδισμα των ισολογισμών τους, κάτι που ήδη συντελείται αφού σε σχέση με το 2011 έχουν περικοπεί κατά 2,4 τρισ. ευρώ. Τα επενδυτικά τμήματα των τραπεζών θα πρέπει να ρευστοποιήσουν τις τοποθετήσεις τους σε ποσοστό που φτάνει ακόμα και το 60% στην περίπτωση της Societe Generale. Μαζί με αυτήν, Deutsche Bank, BNP Paribas, Credit Suisse και UBS θα πρέπει να περιορίσουν τα στοιχεία που ανήκουν στο ενεργητικό τους συνολικά κατά 1,75 τρισ. ευρώ. Στο σύνολό τους, οι ευρωπαϊκές τράπεζες θα χρειαστεί να μειώσουν επιπλέον το ενεργητικό τους κατά ένα ποσό που -ανάλογα με το ποιος κάνει την ανάλυση- εκτιμάται από 1,5, κατά την Ernst&Young, έως 3,2 τρισ. ευρώ, κατά τη Royal Bank of Scotland , έως το 2018. Ολη αυτή η αναδίπλωση συμβαίνει σε ένα φόντο πανευρωπαϊκής λιτότητας που διαμορφώνει ζοφερό σκηνικό για την ευρωπαϊκή οικονομία στο άμεσο μέλλον.
Στην Ευρώπη
Η μάχη του λόμπινγκ υπέρ... αυθαιρεσίας
First we take Manhattan, then we take Berlin. Οι τραπεζίτες μπορούν να κυριολεκτούν με τους στίχους του Λέοναρντ Κοέν, αφού οι ευρωπαϊκές τράπεζες δίνουν και αυτές, όπως έκαναν οι αμερικανικές, τον αγώνα του λόμπινγκ. Οι πιο δυνατές κατορθώνουν έτσι να ανοίγουν παράθυρα στη νομοθεσία. Όπως το δικαίωμα των πολύ μεγάλων τραπεζών στην αυτορύθμιση, με το να υπολογίζουν οι ίδιες τα ελάχιστα απαιτούμενα αποθεματικά κεφάλαιά τους.
Εσχάτως ο μεγάλος κίνδυνος που έχει προβάλει για τους κολοσσούς του ευρωπαϊκού τραπεζικού κλάδου είναι η πρόθεση των πολιτικών να αναγκάσουν τις τράπεζες να διαχωρίσουν τις ριψοκίνδυνες και κερδοσκοπικές επενδυτικές τους δραστηριότητες από τις παραδοσιακές τραπεζικές λειτουργίες.
Πρόεδρος
Η μάχη των τραπεζιτών για να μην πραγματοποιηθεί κάτι τέτοιο δίνεται σε κάθε επίπεδο. Η Deutsche Bank τη δίνει και στο ανώτατο, μέσω του προέδρου του εποπτικού συμβουλίου της Πάουλ Αχλάιτνερ. Ο Αχλάιτνερ, που έκανε τα πρώτα μεγάλα βήματα στην καριέρα του στην Goldman Sachs, ηγείται του αγώνα ενάντια στις σχεδιαζόμενες ρυθμίσεις.
Από τον Ιούνιο του 2012 που ανέλαβε τη θέση στη Deutsche Bank έχει συναντηθεί τουλάχιστον τέσσερις φορές με τον Σόιμπλε για να συζητήσει για το ζήτημα. «Χαρισματικό διαπραγματευτή» χαρακτηρίζει τον Αχλάιτνερ το Bloomberg σε ρεπορτάζ του γι' αυτόν.
Εκεί αναφέρεται στο πώς συντέλεσαν οι αλλεπάλληλες συζητήσεις των δύο ώστε τον περασμένο Ιούνιο να ψηφιστεί απότα δύο σώματα της ομοσπονδιακής βουλής ένας πολύ πιο ευνοϊκός νόμος για τις τράπεζες από τον αρχικά προτεινόμενο.
Πηγή




Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου