3/9/2014
Κάνοντας ειδική αναφορά στην Ελλάδα και τις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, ο ΟΟΣΑ ζητά αλλαγές. Η ανταγωνιστικότητα επιτυγχάνεται με μεταρρυθμίσεις και όχι μειώσεις μισθών. Ζητούμενο όχι μόνο η ποσότητα, αλλά και η ποιότητα των θέσεων εργασίας.
Οι περαιτέρω μειώσεις στους πραγματικούς μισθούς, ειδικότερα στις χώρες που έχουν πληγεί περισσότερο από την οικονομική κρίση, μπορεί να δημιουργήσουν αποπληθωρισμό και να οδηγήσουν σε βαθύτερη φτώχεια, προειδοποιεί ο ΟΟΣΑ.
Ο Οργανισμός των πλουσιότερων χωρών αναφέρει στην ετήσια έκθεσή του για την απασχόληση ότι απαιτούνται μεταρρυθμίσεις για την αύξηση του ανταγωνισμού στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών και όχι νέες προσαρμογές στους μισθούς.
Συνολικά για τις χώρες του ΟΟΣΑ, οι πραγματικοί μισθοί έμειναν κατά μέσο όρο αμετάβλητοι την περίοδο 2010-2013. Σε μία ομάδα χωρών όμως – συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, της Ιρλανδίας, της Σλοβενίας και της Ισπανίας – οι πραγματικοί μισθοί μειώθηκαν με ποσοστά της τάξεως του 2% έως 5% ετησίως κατά μέσο όρο.
Ο ΟΟΣΑ δήλωσε πως η ανεργία βρίσκεται επιτέλους σε πτωτική πορεία σε πολλές χώρες. Μετά από τρία χρόνια ελάχιστων αλλαγών, ο εναρμονισμένος δείκτης ανεργίας του ΟΟΣΑ που καλύπτει τα 34 μέλη του, υποχώρησε τον Ιούνιο στο 7,3%, από το μεταπολεμικό ρεκόρ που 8,5% που ισχύει από τον Οκτώβριο του 2009.
Σημειώνεται ωστόσο, ότι προ της κρίσης, ο δείκτης ανεργίας του ΟΟΣΑ ήταν σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα, στο 6%. Σχεδόν 45 εκατ. άνθρωποι δεν έχουν εργασία στις χώρες του ΟΟΣΑ, έναντι μόλις 11,9 εκατ. πριν την κρίση.
Οι προβλέψεις του ΟΟΣΑ κάνουν λόγο για μικρή υποχώρηση στο μέσο ποσοστό της ανεργίας στο 7,1% μέχρι τα τέλη του 2015. Ο διευθυντής του ΟΟΣΑ για θέματα απασχόλησης, δήλωσε πως η ανεργία μειώθηκε σε ορισμένες χώρες όπου μέχρι πρότινος κατέγραφε την ταχύτερη άνοδο, όπως η Ιρλανδία, η Πορτογαλία και η Ισπανία. Ειδικότερα στην Ισπανία όμως, το ποσοστό της ανεργίας βάσει των εκτιμήσεων του ΟΟΣΑ παραμένει στο 24,5% και προβλέπεται ότι θα υποχωρήσει μόλις στο 23,9% μέχρι τα τέλη του επόμενου έτους.
«Οι άνεργοι έχουν επωμιστεί σημαντικό προσωπικό, οικονομικό και κοινωνικό κόστος που μπορεί να αποδειχθεί μακροχρόνιο» δήλωσε ο κ. Σκαρπέτα.
Το ποσοστό ανεργίας στις ΗΠΑ εκτιμάται ότι θα μειωθεί από 6,2% στο 5,9% και της Γερμανίας από 5,1% στο 4,7% ενώ της Ιταλίας και της Βρετανίας προβλέπεται ότι θα μείνουν αμετάβλητα στο 12,2% και 6,5% αντίστοιχα. Η ανεργία στη Γαλλία εκτιμάται ότι θα μειωθεί οριακά στο 9,8%.
Ο κ. Σκαρπέτα δήλωσε πως προτεραιότητα είναι τώρα να «καλλιεργηθεί η δημιουργία όχι μόνο περισσότερων θέσεων εργασίας, αλλά και καλύτερων θέσεων εργασίας – ένα καθήκον που αποτελεί πλέον καθοριστική πρόκληση για πολλές κυβερνήσεις ανά τον κόσμο».
Ο ΟΟΣΑ υποστηρίζει πως οι προσαρμογές στους μισθούς έπαιξαν σημαντικό ρόλο, βοηθώντας τις αγορές εργασίας να αντιμετωπίσουν τη μεγάλη πτώση, βελτιώνοντας την ανταγωνιστικότητα και μειώνοντας τις απώλειες θέσεων απασχόλησης. «Οιαδήποτε περαιτέρω μείωση των μισθών όμως, κινδυνεύει να γίνει αντιπαραγωγική, επειδή έτσι μπορεί να μπούμε σε έναν φαύλο κύκλο αποπληθωρισμού, χαμηλότερης κατανάλωσης και λιγότερων επενδύσεων».
Ο κ. Σκαρπέτα ζήτησε αντιθέτως μεταρρυθμίσεις για την προώθηση του ανταγωνισμού, ειδικότερα στον κλάδο υπηρεσιών. Σε ορισμένες χώρες αυτό μπορεί να σημαίνει το άνοιγμα των επαγγελμάτων, τη χαλάρωση των κανονισμών που καθιστούν δαπανηρή και χρονοβόρα την ίδρυση μιας επιχείρησης ή τη χαλάρωση των περιορισμών για τα ωράρια λειτουργίας.
Παραδέχθηκε ότι εφαρμόστηκαν μεταρρυθμίσεις στην Ιρλανδία, την Πορτογαλία και την Ισπανία. Διατυπώθηκαν επίσης προτάσεις στη Γαλλία και την Ιταλία, αν και αυτές οι χώρες χρειάζεται «να περάσουν στη φάση εφαρμογής».
Παρά τις πιέσεις που ασκούνται στα δημοσιονομικά, ο ΟΟΣΑ κάλεσε τις κυβερνήσεις να βρουν τους πόρους που θα χρηματοδοτήσουν προγράμματα για τη διευκόλυνση της κινητικότητας των εργαζομένων, την εκπαίδευση και την παροχή εμπειρίας στους εργαζόμενους. Δήλωσε επίσης, πως είναι σημαντικό να αντιμετωπιστεί το κενό που υπάρχει στη διασφάλιση εργασίας μεταξύ μόνιμης και προσωρινής εργασίας, αν και αναγνώρισε ότι κάποιες χώρες έχουν ήδη προχωρήσει σε σημαντικές μεταρρυθμίσεις αναφορικά με αυτό το θέμα.
Ο ΟΟΣΑ δήλωσε επίσης ότι πολιτικές όπως η εφαρμογή κατώτατου μισθού, η προοδευτική φορολόγηση και τα επιδόματα εργαζομένων, θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην πιο ισότιμη κατανομή του κόστους της οικονομικής προσαρμογής.
Ζήτησε από κυβερνήσεις να προωθήσουν πιο παραγωγικές και αποδοτικές θέσεις εργασίες. Αυτό συνεπάγεται την επιδίωξη πακέτου μέτρων – όπως συμφωνίες για το ύψος των μισθών, νομοθεσία για την προστασία των θέσεων εργασίας, προγράμματα κοινωνικής πρόνοιας και προϋποθέσεις συνθηκών υγείας – που προωθούν την ανάπτυξη της απασχόλησης ενώ ενισχύουν και την ποιότητα των θέσεων εργασίας.
Πηγή
Έκθεση του ΟΟΣΑ: Προβλέπει ανεργία στο 27% μέχρι το τέλος του 2015
3/9/2014
Νέο καμπανάκι για την ανεργία στην Ελλάδα κρούει ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) με την έκθεσή του για τις προοπτικές απασχόλησης (Employment Outlook 2014), επισημαίνοντας ότι τα ποσοστά θα παραμείνουν αρκετά υψηλότερα από τα προ κρίσης επίπεδα, παρά την περιορισμένη μείωσή της έως το τέλος του 2015.
Η έκθεση προβλέπει ότι τα μέσα ποσοστά ανεργίας θα μειωθούν ελαφρά τους επόμενους 18 μήνες στην περιοχή του ΟΟΣΑ- από 7,4% στα μέσα του 2014 στο 7,1% στο τέλος του 2015. Η μακροχρόνια ανεργία μάλλον έχει κορυφωθεί, σημειώνει η έκθεση, αλλά παραμένει μεγάλη απειλή. Πάνω από 16 εκατομμύρια άτομα στις χώρες του ΟΟΣΑ -περισσότερα από το ένα τρίτο των ανέργων- ήταν χωρίς εργασία τουλάχιστον επί 12 μήνες στο πρώτο τρίμηνο του 2014, σχεδόν διπλάσιος αριθμός σε σχέση με την αρχή της κρίσης. «Στις χώρες που επλήγησαν περισσότερο, κυρίως στη Νότια Ευρώπη, αυτό έχει οδηγήσει σε μία αύξηση της διαρθρωτικής ανεργίας που δεν θα αντιστραφεί αυτόματα με την ενίσχυση της ανάπτυξης της οικονομίας», προειδοποιεί ο ΟΟΣΑ.
Ειδικότερα για την Ελλάδα, ο ΟΟΣΑ σημειώνει ότι το ποσοστό ανεργίας μένει καθηλωμένο κοντά στο υψηλότερο επίπεδό του από τότε που άρχισε η κρίση (27,2% τον Μάιο του 2014) και προβλέπει ότι η ανεργία θα παραμείνει υψηλή (περί το 27%) έως το τέλος του 2015. Η Ελλάδα, αναφέρει η έκθεση, έχει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά μακροχρόνιας ανεργίας μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ. Το ποσοστό αυτό αυξήθηκε από το 49% στο 71% μεταξύ του τέταρτου τριμήνου του 2007 και του πρώτου τριμήνου του 2014. «Η τάση αυτή είναι ιδιαίτερα ανησυχητική για τα βάσανα που υφίστανται τα θιγόμενα άτομα και οι οικογένειές τους. Συμβάλλει, επίσης, δυνητικά στην αύξηση της διαρθρωτικής ανεργίας ως αποτέλεσμα της υποβάθμισης των δεξιοτήτων και της μείωσης του κινήτρου για την εύρεση εργασίας. Αυτό θα μπορούσε να έχει ορατά αποτελέσματα στις προοπτικές μακροχρόνιας καριέρας όσων υφίστανται μεγάλες περιόδους ανεργίας», τονίζει ο ΟΟΣΑ.
Η έκθεση αναφέρει ότι η μείωση των πραγματικών μισθών στην Ελλάδα ήταν από τις μεγαλύτερες μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ (πάνω από 5% ετησίως κατά μέσο όρο από το πρώτο τρίμηνο του 2009). «Αν και η μεγάλη μείωση των μισθών συνέβαλε στη μερική αντιστροφή της διαφοράς που υπήρχε με τη Γερμανία όσον αφορά στο κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος, η αύξηση της ωριαίας παραγωγικότητας της εργασίας παρέμεινε επίμονα αρνητική από την αρχή της κρίσης», σημειώνει ο ΟΟΣΑ, προσθέτοντας: «Περαιτέρω προσαρμογές των μισθών θα είναι πιθανόν δύσκολο να γίνουν και θα μπορούσαν να αυξήσουν τον αριθμό των φτωχών εργαζομένων. Για τον λόγο αυτόν, πρέπει να γίνουν περισσότερα για να αυξηθεί η ανταγωνιστικότητα στις αγορές προϊόντων και να προωθηθούν πολιτικές στην αγορά εργασίας που ευνοούν τη μετακίνηση των εργαζομένων μεταξύ των τομέων».
Η έκθεση αναφέρει ότι η Ελλάδα έχει επίπεδο «ποιότητας εισοδημάτων» (επίπεδο εισοδημάτων και βαθμό ανισότητάς τους) κοντά στον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, αλλά οι επιδόσεις της είναι χαμηλές όσον αφορά την ασφάλεια στην αγορά εργασίας (τον κίνδυνο να μείνει κανείς άνεργος και τη διαθεσιμότητα προσωρινής εισοδηματικής ενίσχυσής του) και την ποιότητα του εργασιακού περιβάλλοντος (τη φύση της εργασίας, τις διευθετήσεις του χρόνου εργασίας και τις σχέσεις). «Ο συνολικός κίνδυνος να μείνει κανείς άνεργος και η αναμενόμενη διάρκεια του διαστήματος που θα μείνει άνεργος είναι μεταξύ των υψηλότερων, ενώ οι μηχανισμοί ασφάλισης κατά της ανεργίας (η κάλυψη με επιδόματα και η γενναιοδωρία της ασφάλισης της ανεργίας) είναι μεταξύ των ασθενέστερων μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ», σημειώνει η έκθεση. «Για όσους εργάζονται, η ποιότητα του εργασιακού περιβάλλοντος βρίσκεται στα χαμηλότερα επίπεδα. Οι Έλληνες εργαζόμενοι αντιμετωπίζουν υπερβολικές εργασιακές απαιτήσεις με ανεπαρκείς πόρους για να καλύψουν τις απαιτήσεις της εργασίας τους. Αυτή η κατάσταση δεν εμποδίζει μόνο την παραγωγικότητα, αλλά μπορεί να έχει ισχυρές αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία των εργαζομένων», προσθέτει ο ΟΟΣΑ.
Πηγή


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου