Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2019

Ουραγός η Ελλάδα στις επενδύσεις


13/12/2019

Ουραγός στις επενδύσεις, όχι μόνο στην Ευρώπη, αλλά και παγκοσμίως, προβάλλει η Ελλάδα, σύμφωνα με τα στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας, τα οποία την τοποθετούν μια θέση πιο κάτω από τη Γουατεμάλα και δύο από τη Ζιμπάμπουε.

Συγκεκριμένα, το 2018 οι επενδύσεις που πραγματοποιήθηκαν στην Ελλάδα αντιπροσώπευαν μόλις το 11,1% του ΑΕΠ, έναντι 12,9% του ΑΕΠ το 2017 και 12,1% το 2016. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση το ποσοστό ήταν 20,4%. Περίπου σε αυτά τα επίπεδα βρισκόταν η Ελλάδα και προ κρίσης. Συγκεκριμένα, οι επενδύσεις αντιπροσώπευαν το 26% του ΑΕΠ το 2007, όταν είχαν φθάσει στο υψηλότερο σημείο και το 17,5% το 2010, όταν μπήκαμε επισήμως στην κρίση και στα μνημόνια. Όμως, η περίοδος της κρίσης είχε ως αποτέλεσμα τη συρρίκνωση των επενδύσεων κατά περίπου 60%, με τις επιχειρηματικές αλλά και τις δημόσιες επενδύσεις και φυσικά τις επενδύσεις σε κατοικίες να κατρακυλούν και να σταθεροποιούνται τα τελευταία χρόνια σε περίπου 20 δις ευρώ. Η χώρα βγήκε από τα μνημόνια με μια βαριά κληρονομιά, το λεγόμενο επενδυτικό κενό, το οποίο, μάλιστα, ο ΣΕΒ είχε εκτιμήσει τον περασμένο Απρίλιο σε περίπου 100 δις ευρώ. Σε κενό 77 δις ευρώ είχε αναφερθεί η Alpha Bank. Με άλλα λόγια, χρειάζεται να γίνουν επενδύσεις δεκάδων δις ευρώ για να επιστρέψουμε εκεί που ήμασταν προ κρίσης. Και αυτό απαιτεί πολύ υψηλότερους επενδυτικούς ρυθμούς από τους σημερινούς.

Στην κατάταξη της World Bank, η Ελλάδα τοποθετείται λίγες θέσεις πριν από το τέλος, πολύ πιο κάτω από χώρες όπως η Τουρκία, όπου οι επενδύσεις ήταν 29,6% του ΑΕΠ της το 2018, η Ιρλανδία (23,4% του ΑΕΠ), η Ισπανία (21,2%), αλλά και η Κύπρος (19,4% του ΑΕΠ).

Σε χαμηλότερη θέση βρίσκονται μόνο οι Γουινέα Μπισάου (10,8% του ΑΕΠ), το Πόρτο Ρίκο (8,8%) και η Σομαλία (6,5%).


Η κυβέρνηση αναγνωρίζει πως το πρόβλημα είναι μείζον. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Στέλιος Πέτσας είπε προ ημερών ότι ο προϋπολογισμός του 2020, που αρχίζει να συζητείται αύριο, αποσκοπεί ακριβώς στην αντιμετώπιση αυτού του επενδυτικού κενού. Οι φοροελαφρύνσεις που προβλέπει ο προϋπολογισμός είναι ασφαλώς ένα κίνητρο για επενδύσεις, αλλά μένει να αποδειχθεί πόσο γρήγορα θα αποδώσουν.

Μιλώντας σε εκδήλωση του ΕΛΙΑΜΕΠ, εξάλλου, προχθές το βράδυ, ο υφυπουργός Οικονομικών Θεόδωρος Σκυλακάκης είπε, αναφερόμενος στην κρίση: «Η προσαρμογή που έγινε δημιούργησε ένα καινούργιο έλλειμμα, ένα επενδυτικό έλλειμμα. Συρρικνώσαμε την παραγωγική δυνατότητα της οικονομίας. Και συρρικνώθηκε σε επίπεδο κεφαλαίου και εργασίας. Αυτό είναι το πρόβλημα σήμερα. Δεν είναι το δημοσιονομικό έλλειμμα, είναι το επενδυτικό. Η προσαρμογή, όπως σχεδιάστηκε, χτύπησε πιο βίαια τον παραγωγικό ιστό της χώρας».

Αναλύοντας τις επενδύσεις κατά κατηγορία, ο ΣΕΒ σε δελτίο του τον Οκτώβριο σημείωνε ότι οι επιχειρηματικές επενδύσεις το 2018 ήταν περίπου 10 δις ευρώ, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 6% του ΑΕΠ, όταν ο μέσος όρος στην Ε.Ε.-28 διαμορφώνεται στο 13%. Έχουν επανέλθει, ωστόσο, στα 2/3 των προ κρίσης επιπέδων τους.

Το μεγάλο κενό

Υπάρχει όμως τεράστια υστέρηση στις μη επιχειρηματικές επενδύσεις, καθώς ο προϋπολογισμός δημοσίων επενδύσεων και οι επενδύσεις των νοικοκυριών (κυρίως σε κατοικίες, αλλά και σε εξοπλισμό αυτοαπασχολουμένων) διαμορφώνονται σήμερα σε περίπου 5 δις ευρώ για την κάθε κατηγορία, όταν προ κρίσης κυμαίνονταν σε 14 δις ευρώ και 21 δις, αντιστοίχως.

Πηγή

Σε συνθήκες αποπληθωρισμού κατά την οποία πέφτουν οι τιμές, κανένας δεν πρόκειται να επενδύσει στην Ελλάδα. Οι μόνες ''επενδύσεις'' είναι η απόκτηση των περιουσιακών υποδομών του δημοσίου (ΟΠΑΠ, 14 αεροδρόμια, Ελληνικό κλπ.) και ''επενδύσεις'' τύπου Σκουριών. Για να έρθουν επενδύσεις πρέπει να υπάρξει πληθωρισμός γιατί προκαλείται άνοδος των τιμών κι έτσι αυξάνεται το κέρδος τους. Ο πρόεδρος του ΣΕΒ το είπε γλαφυρά.


Σε συνθήκες κρίσης μόνον το κράτος μπορεί να συμβάλλει στην αύξηση των επενδύσεων μέσω της αύξησης των δημοσίων δαπανών. Οι δημόσιες δαπάνες μειώνονται για να μειωθεί η φορολογία. Αυτό όμως έχει ουδέτερο δημοσιονομικό αποτέλεσμα (ούτε ανάπτυξη, ούτε ύφεση). Για να ξεπεραστεί η ''κρίση'' πρέπει να αυξηθούν οι δημόσιες δαπάνες. Κλασικό παράδειγμα είναι οι ΗΠΑ που ξεπέρασαν την Μεγάλη Ύφεση με τριπλασιασμό των δημοσίων δαπανών. Οι φόροι και οι μειώσεις των δημοσίων δαπανών επιβάλονται για να επιτυγχάνονται τα πρωτογενή πλεονάσματα. Με τα πρωτογενή πλεονάσματα (3.5% 6.3 δις από το 2017 μέχρι το 2022 και 2.2% 4 δις ευρώ από το 2023 μέχρι το 2060) η Ελλάδα πληρώνει τους τόκους για τις εγγυήσεις (και όχι χρήματα) που έχουν δώσει οι χώρες δανειστές μας. Οι πραγματικοί δανειστές μας είναι ο EFSF, ο ESM και το ΔΝΤ.

Το συμπέρασμα είναι ότι με αυτή την πολιτική (που επιβάλλεται από την Γερμανία μέσω των μεταμνημονιακών δεσμεύσεων) η Ελλάδα θα είναι σε μόνιμη κρίση με τα γνωστά αποτελέσματα στην οικονομία και την κοινωνία. Ο νυν υπουργός Ψηφιακής Πολιτικής Πιερακάκης, υπολόγισε την μείωση του πληθυσμού της Ελλάδας κατά 2 εκατομμύρια τα επόμενα 30 χρόνια. Γερμανικό ινστιτούτο μελετών υπολόγισε την μείωση σε 770 χιλιάδες τα επόμενα 12 χρόνια. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου