Δευτέρα, 23 Απριλίου 2018

Τριγμοί για το αναπτυξιακό μπουμ της ευρωζώνης


23/4/2018

Της Claire Jones

Το φρενάρισμα της οικονομίας προκαλεί ανησυχίες ότι υπάρχει βαθύτερο πρόβλημα. Ο ρόλος-κλειδί της Γερμανίας και ο φόβος των εμπορικών πολέμων. Τα νέα σενάρια για το QE και τα επιτόκια στη ζώνη του ευρώ.

Η εντυπωσιακή ανάκαμψη της ευρωζώνης ήταν μια από τις μη αναμενόμενες ιστορίες του 2017. Οι οικονομολόγοι ανησυχούν ότι αυτή η χρονιά μπορεί να φέρει μια πολύ λιγότερο ελκυστική έκπληξη.

Έρευνες για το κλίμα και στοιχεία για τη βιομηχανία υποδεικνύουν ότι η ανάπτυξη του πρώτου τριμήνου μπορεί να είναι πιο αδύναμη απ' όσο αναμενόταν προηγουμένως. Οι προβλέψεις ήδη αναθεωρούνται προς τα κάτω, εν μέσω φόβων ότι η ανάκαμψη της ζώνης μπορεί να έχει ήδη φτάσει σε κορύφωση και οι εμπορικές εντάσεις μπορούν να «μαυρίσουν» περαιτέρω την εικόνα.

«Το συμπέρασμα είναι ότι η επιτάχυνση της οικονομίας της ευρωζώνης έχει σταματήσει», λέει ο Florian Hense, οικονομολόγος της Berenberg Bank. «Είναι απίθανο να δούμε το 2018 το είδος της ανάπτυξης που είδαμε το δεύτερο μισό της περασμένης χρονιάς».

Συνολικά η περιοχή αναπτύχθηκε με 2,5% το 2017, ο ταχύτερος ρυθμός εδώ και μια δεκαετία, με το μεγαλύτερο μέρος της αύξησης να έρχεται τους τελευταίους έξι μήνες του έτους.

Το ερώτημα είναι αν η επιβράδυνση έκτοτε είναι αποτέλεσμα εφάπαξ παραγόντων ή η αρχή μιας πιο σοβαρής -και δομικής- αλλαγής. Πολλά θα εξαρτηθούν από την απόδοση της Γερμανίας, της μηχανής της ευρωζώνης, που είναι υπεύθυνη για περίπου το ένα τρίτο της παραγωγής της περιοχής.

Η μηνιαία μέτρηση του βιομηχανικού PMI, ενός σημαντικού δείκτη εμπιστοσύνης, ανέβαινε όλη την περασμένη χρονιά. Υποχώρησε, όμως, έκτοτε και ενώ ήταν πάνω από τις 60 μονάδες βρέθηκε κάτω από τις 57 τον Μάρτιο. Αν ο δείκτης πέσει κάτω από το 50, υποδηλώνει συρρίκνωση αντί για επέκταση.

Στη Γερμανία, ο δείκτης ZEW, ένας από τους μετρητές οικονομικής συγκυρίας της χώρας που παρακολουθείται στενότερα, υποχώρησε σε χαμηλό πέντε ετών τον Μάρτιο, λόγω ανησυχιών ότι η Ευρώπη θα αντιμετωπίσει παράπλευρες απώλειες από την εμπορική ένταση μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας.

Η γερμανική βιομηχανική παραγωγή υποχώρησε επίσης τον Φεβρουάριο κατά το μεγαλύτερο ποσοστό εδώ και 2,5 χρόνια, 1,6% τον περασμένο μήνα, ενώ οι εξαγωγές έπεσαν 3,2% σε εποχικά προσαρμοσμένη βάση από τα επίπεδα του Ιανουαρίου, η εντονότερη ανάλογη κάμψη από τον Αύγουστο του 2015.

Κάποιοι οικονομολόγοι πιστεύουν ότι η επιβράδυνση είναι αποτέλεσμα κυρίως βραχυπρόθεσμων παραγόντων, όπως οι απεργίες Γερμανών εργατών για θέματα που τώρα έχουν επιλυθεί, καθώς και μια σοβαρή περίπτωση γρίπης που επηρέασε εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους.

Αλλοι την αντιμετωπίζουν ως μια φυσιολογική υποχώρηση από εξαιρετικά ισχυρή ανάπτυξη. Ο Chris Williamson, οικονομολόγος στην IHS Markit, την εταιρεία που καταρτίζει τον δείκτη PMI, είπε: «Η αίσθησή μου είναι ότι θα δούμε την ανάπτυξη να έρχεται με πιο διατηρήσιμο ρυθμό, αν και θα βλέπουμε αξιοπρεπείς ρυθμούς επέκτασης».

Πράγματι, δημοσκόπηση του Bloomberg την περασμένη εβδομάδα έδειξε ότι οι οικονομολόγοι έχουν μειώσει την πρόβλεψη για την ανάπτυξη της φετινής χρονιάς αλλά μόνο σχετικά μέτρια, από το 2,4% του ΑΕΠ στο 2,3% του ΑΕΠ. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα τον περασμένο μήνα προέβλεψε επέκταση 2,4% φέτος, ακολουθούμενη από 1,9% το 2019 και 1,7% το 2020.

Ο Klaus Günter Deutsch, οικονομολόγος στην BDI, το επιχειρηματικό λόμπι της Γερμανίας, δήλωσε: «Τα στοιχεία δείχνουν ότι οι παραγγελίες έχουν υποχωρήσει ελαφρά αλλά ήταν στα ουράνια. Είμαστε ακόμα ένα επίπεδο κάτω από τα ουράνια».

Ωστόσο κάποιοι οικονομολόγοι ανησυχούν ότι εμπλέκονται περισσότερο δομικοί παράγοντες που θα μπορούσαν να περιορίσουν τη μελλοντική ανάπτυξη. Κάποιοι υπονοούν ότι η επιβράδυνση μπορεί να οφείλεται στο ότι η ταχεία ανάκαμψη δεν επέτρεψε στις γερμανικές επιχειρήσεις να αυξήσουν την παραγωγική ικανότητα. Πολλοί κλάδοι πασχίζουν να βρουν ειδικευμένους εργάτες.

Ο Henrik Meincke, επικεφαλής οικονομολόγος του VCI, ενός γερμανικού εμπορικού οργάνου της χημικής βιομηχανίας δήλωσε πως ενώ οι εταιρείες στον κλάδο του δεν περιμένουν οικονομικό πισωγύρισμα, πολλές έχουν γεμάτα τα βιβλία παραγγελιών τους, περιορίζοντας έτσι την προοπτική ανάπτυξης.

Οι αγορές του εξωτερικού γίνονται επίσης περισσότερο απαιτητικές. Ο Jörg Krämer, επικεφαλής οικονομολόγος στην Commerzbank, σημειώνει πως η ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών αγαθών έχει πληγεί από την ανατίμηση κατά 7% του ευρώ έναντι ενός καλαθιού νομισμάτων τους τελευταίους 12 μήνες.
Ένας επιπλέον παράγοντας είναι ότι το αντίκτυπο από το QE της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ίσως έχει αρχίσει να ξεθωριάζει τώρα που οι αγορές ενεργητικού έχουν μειωθεί από τα 80 δις ευρώ το μήνα το 2016, σε 30 δις ευρώ.

Οι επικεφαλής χάραξης πολιτικής της ΕΚΤ θα συναντηθούν την Πέμπτη για να συζητήσουν το κατά πόσο η επιβράδυνση σημαίνει ότι πρέπει να επανεξετάσουν τα σχέδια να σταματήσουν σταδιακά το QE, το οποίο εγγυημένα θα συνεχιστεί μέχρι τον Σεπτέμβριο και για το οποίο ορισμένοι ήλπιζαν να τερματιστεί φέτος.

Κάποιοι αξιωματούχοι της ΕΚΤ έχουν ήδη μιλήσει για μια «μετριοπάθεια» στην ανάπτυξη, αν και ο Jens Weidmann, πρόεδρος της Bundesbank και γεράκι του συμβουλίου, δήλωσε την Παρασκευή ότι η ανάπτυξη ακόμα ακμάζει.

Όμως προεξέχων σχεδόν όλων των συζητήσεων για το οικονομικό μέλλον της ζώνης είναι ο φόβος της ζημιάς από εμπορικούς πολέμους γενικότερα και μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας ειδικότερα.

Η ανησυχία είναι ότι μια πλήρους κλίμακας εμπορική σύγκρουση μεταξύ Τραμπ και Πεκίνου θα μπορούσε να πλήξει την ευρωζώνη με διάφορους τρόπους, προκαλώντας προστατευτισμό στις αγορές των ευρωπαϊκών βιομηχανιών, μειώνοντας την εμπιστοσύνη και δημιουργώντας ζημιές στην παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα.

Ο François Villeroy de Galhau, επικεφαλής της Κεντρικής Τράπεζας της Γαλλίας, προειδοποίησε την προηγούμενη εβδομάδα ότι έχει αυξηθεί η πιθανότητα να κλιμακωθεί μια σειρά προβλημάτων, περιλαμβανομένων «απειλών προστατευτισμού, σεναρίων δυσμενών συναλλαγματικών ισοτιμιών και αιφνίδιων διορθώσεων των αγορών». Κάλεσε τους χαράκτες πολιτικής να δώσουν μεγάλη προσοχή στον κίνδυνο τόσο επικίνδυνων σεναρίων, που θα απαιτούσαν αλλαγές στη νομισματική πολιτική.

Κάποιοι οικονομολόγοι ήδη περιμένουν ότι η ΕΚΤ θα περιμένει περισσότερο για να αυξήσει τα επιτόκια από τα υφιστάμενα ιστορικά χαμηλά. Ένας είναι ο κος Krämer, που πιστεύει ότι τα επιτόκια θα αυξηθούν το φθινόπωρο του επόμενου χρόνου, αντί για τις προηγούμενες προσδοκίες για τα μέσα του 2019.

«Το ρίσκο να επιβληθούν μεγάλα εμπορικά εμπόδια έχει αυξηθεί σημαντικά», λέει. Αυτό, προσθέτει, είναι ο λόγος που τώρα περιμένει μικρότερη ανάπτυξη «όχι μόνο για τις ΗΠΑ αλλά και για τη στηριγμένη στις εξαγωγές οικονομία της Γερμανίας και της ευρωζώνης».

Πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου